Η πανδημία καθορίζει τις εξελίξεις στην οικονομία

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την 7η αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, στο πλαίσιο της Ενισχυμένης Εποπτείας, το λέει καθαρά. Η αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη της πανδημίας και, συνεπώς, οι οικονομικές της επιπτώσεις παραμένουν εξαιρετικά υψηλές. Παράλληλα, η υγειονομική κρίση προκαλεί μακροχρόνιες οικονομικές επιπτώσεις λόγω περιορισμών, αλλαγής της συμπεριφοράς των καταναλωτών, πιθανών χρεοκοπιών και δυσκολιών για όσους έχουν πρόσφατα μείνει άνεργοι. Ένα είναι βέβαιο. Ότι η πανδημία πυροδότησε μια οικονομική κρίση με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά και απρόβλεπτες επιπτώσεις.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Ειδικά για την ελληνική οικονομία, η Κομισιόν σημειώνει με έμφαση ότι, ο μεγάλος τουριστικός τομέας εκθέτει την Ελλάδα σε κινδύνους που οφείλονται στην πανδημία και στην αλλαγή της ταξιδιωτικής συμπεριφοράς. Η ναυτιλία μπορεί επίσης να επηρεαστεί περαιτέρω έντονα από την εξάπλωση του ιού σε άλλες χώρες που δεν είναι καν σημαντικοί άμεσοι εμπορικοί εταίροι με την Ελλάδα λόγω της παγκόσμιας φύσης του κλάδου. Επισημαίνει δηλαδή το γεγονός, ότι ένα σημαντικό μέρος της ακαθάριστης προστιθεμένης αξίας διαμορφώνεται από τους τομείς των υπηρεσιών, του τουρισμού, της εστίασης και του εμπορίου, κλάδοι που είναι ευάλωτοι σε εξωτερικούς κραδασμούς.

Στην έκθεση επισημαίνεται, ότι η ταχεία υιοθέτηση των νέων προγραμμάτων στήριξης της ΕΕ, ιδίως η διευκόλυνση ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, θα ήταν το κλειδί για την εξισορρόπηση αυτών των επιπτώσεων και για την παροχή της αναγκαίας υποστήριξης σε μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και ανάπτυξη. Μόλις η πανδημία και η οικονομική κατάσταση σταθεροποιηθούν και επιτρέψουν έναν πιο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα προγραμματισμού, η υποστήριξη βιώσιμων επενδύσεων θα έχει μεγάλη σημασία για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάκαμψης

Τα δημοσιονομικά μεγέθη

Αβεβαιότητα υπάρχει και για τις προβλέψεις σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών. Κατά την Επιτροπή, η ανησυχία για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων περιορίζεται, αλλά το μακροοικονομικό περιβάλλον παραμένει πηγή σημαντικής αβεβαιότητας. Πέρα από το υγειονομικό θέμα εξηγεί πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει νέες πιέσεις μετανάστευσης, αλλά και γεωπολιτικές εντάσεις, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες. Επιπλέον,

ενώ τα μέτρα στήριξης των εισοδημάτων και η απεριόριστη βοήθεια κατά τους μήνες των αυστηρότερων μέτρων βοήθησαν στην αποτροπή της κατάρρευσης του διαθέσιμου εισοδήματος, η στήριξη πρέπει τώρα να στραφεί σε μια πιο στοχοθετημένη προσέγγιση που εστιάζει σε τομείς που εξακολουθούν να πλήττονται από μέτρα αποστασιοποίησης.

Η Κομισιόν προβλέπει, ότι η ύφεση θα φτάσει στο 9% το φέτος, η ανεργία κοντά στο 20% και η ανάκαμψη του 2021 υπολογίζεται στο 6%. Από το 2022 η Ελλάδα θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2019, καλώς εχόντων των πραγμάτων, και εφόσον η πανδημία έχει αντιμετωπιστεί ριζικά. Σε ότι αφορά στις δημοσιονομικές εξελίξεις, το πρωτογενές έλλειμμα υπολογίζεται στο 5,8% του ΑΕΠ χωρίς να συνυπολογιστεί η δαπάνη για την πληρωμή των αναδρομικών στους συνταξιούχους που εκτιμάται προσωρινά σήμερα 0.8% του ΑΕΠ.

Τέλος, η Επιτροπή υπολογίζει τα μέτρα στήριξης που έχουν μέχρι στιγμής ληφθεί, σε 3,1 δισ. ευρώ (1,9% του ΑΕΠ) στο πεδίο της μείωσης των φορολογικών βαρών, σε 4,1 δισ .ευρώ (2,4% του ΑΕΠ) από την πλευρά των δαπανών και σε αύξηση ρευστότητας κατά 5,9 δισ. ευρώ (3,5% του ΑΕΠ). Παρατηρεί ωστόσο, ότι ότι η εξέλιξη της πανδημίας και κατά συνέπεια του οικονομικού της αντίκτυπου παραμένει εξαιρετικά και πρωτόγνωρα υψηλή και αυτό συνεπάγεται ασάφεια και για τα μελλοντικά μέτρα τα οποία ίσως να είναι αναγκαία και να συγκρατηθεί η πανδημία.

Υψηλός βαθμός αβεβαιότητας

Αυτό που μέχρι στιγμής παρατηρείται πάντως, σύμφωνα και με τις επισημάνσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κ. Γιάννη Στουρνάρα, σε πρόσφατη ομιλία του, είναι το γεγονός πως ο κορωνοϊός αφήνει βαρύ αποτύπωμα και επιπτώσεις στην παγκόσμια, στην ευρωπαϊκή, άρα και στην ελληνική, οικονομία και κοινωνία: Σοβαρή ασθένεια με τις κοινωνικές παρενέργειές της, πρωτοφανής ύφεση, ανεργία, χρεωκοπίες επιχειρήσεων, αύξηση μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αύξηση δημοσίων ελλειμμάτων και χρέους, αποπληθωρισμός, δημιουργώντας προϋποθέσεις μακροχρόνιας στασιμότητας (secular stagnation) σε αρκετές οικονομίες.

Μια τέτοια εξέλιξη (μακροχρόνια στασιμότητα) πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία μέσω της κατάλληλης χρήσης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αλλά και των κατάλληλων παρεμβάσεων στο τραπεζικό σύστημα. Επίσης, είναι απαραίτητα και μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής που τονώνουν την παραγωγικότητα και τη δυνητική προσφορά. Η αβεβαιότητα ωστόσο συνεχίζεται, και είναι κυρίαρχο στοιχείο σε όλες τις οικονομίες, και θα συνεχίζεται μέχρι να παραχθούν εμβόλια και φάρμακα για τον κορωνοϊό. Οι επιστήμονες προβλέπουν ότι αυτό θα γίνει περίπου στα μέσα του 2021. Γιαυτό όλες οι οικονομικές προβλέψεις μέχρι τότε συνεχίζουν να είναι παρακινδυνευμένες: Μόνο σενάρια μπορεί να γίνονται, όχι προβλέψεις.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται, πέραν του κορωνοϊού, και από την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του προσφυγικού προβλήματος. Παρά ταύτα, η επίδοσή της στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, όπου το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 7,9%, ήταν καλύτερη από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (συρρίκνωση 9%), ενώ για όλο το έτος, η τρέχουσα πρόβλεψη της ΕΚΤ για την Ελλάδα είναι συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,5%, δηλαδή λίγο μικρότερη από την πρόβλεψη για τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (8%). Αυτό οφείλεται ενδεχομένως στον πολύ χαμηλότερο αριθμό κρουσμάτων κορωνοϊού ανά 1.000 κατοίκους στην Ελλάδα και στο ότι η επίπτωση από το lockdown φαίνεται ότι ήταν μικρότερη σε σχέση με άλλες χώρες.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει σημειώσει σε πρόσφατη έκθεση το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης μπορεί να αποδειχθεί μια επίμονη διαδικασία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η κατανάλωση, η οποία συντελεί με ουσιαστικό τρόπο στη διαμόρφωση του ΑΕΠ δεν θα εκτιναχθεί μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων. Οι καταναλωτές θα στραφούν στην αποταμίευση και θα αρχίσουν να μετριάζουν την κατανάλωσή τους φοβούμενοι μια επαναφορά της πανδημίας και μια έκρηξη της ανεργίας μπροστά στην αδυναμία των επιχειρήσεων να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη θα αργήσει να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Οι εξαγωγές επίσης πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να παρακάμψουν τις δυσχέρειες που προέρχονται από την ευρωπαϊκή ύφεση και τα υγειονομικά μέτρα. Τέλος, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν φαίνεται να ανακάμπτουν και οι αποσβέσεις της οικονομίας προβλέπεται να ξεπεράσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Η εικόνα του τουρισμού

Στις οικονομικές της προβλέψεις, η ΤτΕ αναμένει συρρίκνωση στο βασικό σενάριο 7,5% για το σύνολο του έτους, έναντι συρρίκνωσης 5,8% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη της. Το δυσμενές σενάριο παραμένει στο 9,4%, πάντα εξαρτώμενο από ενδεχόμενη επιδείνωση της πανδημίας. Για το 2021 αναμένεται σημαντική ανάκαμψη της τάξης του 5,6 % στο βασικό σενάριο. Βασικός παράγων που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η παρατηρούμενη αύξηση της αποταμίευσης και πότε αυτή θα μετατραπεί σε καταναλωτική ή επενδυτική δαπάνη.

Σε ό,τι αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις, αναμένεται πρωτογενές έλλειμμα περίπου 6% για το 2020 (εξαιρουμένων των εσόδων στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος) λόγω των μέτρων που ελήφθησαν για την πανδημία και λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων από την σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ ως συνέπεια των παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα (τοκοχρεολύσια κάτω του 15% του ΑΕΠ) συνεχίζει να ισχύει κάτω από εύλογες υποθέσεις εξέλιξης του ΑΕΠ.

Σχετικά με τις τραπεζικές εξελίξεις στην Ελλάδα, η ΤτΕ εκτιμά, ότι οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως (α) στον όγκο των ΜΕΔ: 60 δισ. ευρώ με στοιχεία α’ εξαμήνου 2020, (β) στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών λόγω του αυξανόμενου ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) στα συνολικά εποπτικά κεφάλαιά τους, (γ) στον κίνδυνο ξαφνικής αύξησης των ΜΕΔ, μετά το τέλος των αναστολών πληρωμών, ο οποίος μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις. Η ΤτΕ προβλέπει, ότι Τα “κόκκινα” δάνεια που θα προκαλέσει η πανδημία, θα φτάσουν τα 8 – 10 δισ. ευρώ.

Το μεγαλύτερο… χαστούκι

Όπως ήταν φυσικό, το μεγαλύτερο πλήγμα από την πανδημία το έχουν δεχθεί ο τουρισμός και η εστίαση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου παροχής καταλυμάτων, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο 2020 ανήλθε μόλις σε 104.6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 94,3% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο 2019, όπου είχε ανέλθει σε 1,8 δισ. ευρώ. Στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου υπηρεσιών εστίασης, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο 2020 ανήλθε σε 592,7 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 59,0% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο 2019, όπου είχε ανέλθει σε 1,4 δισ. ευρώ.

Επίσης, από τα στοιχεία της ΤτΕ προκύπτει ότι οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες τον Ιούλιο μειώθηκαν κατά 84,4%, ενώ οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών μειώθηκαν κατά 85,4% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2019. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν μόλις σε 577 εκατ. ευρώ από 3,7 δισ. ευρώ κατά την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Αποτέλεσμα ήταν η σημαντική επιδείνωση του ισοζυγίου υπηρεσιών, με περιορισμός του πλεονάσματος κατά 3,2 δισ. ευρώ.

Κι όμως δεν είναι όλα «μαύρα»

Μέσα σε όλα αυτά, μπορεί να υπάρξει αισιοδοξία; Σύμφωνα με την ΤτΕ, δεν είναι όλες οι εξελίξεις αρνητικές, καθώς πολλές φορές τα προβλήματα γεννούν ευκαιρίες αν αντιμετωπιστούν με τον σωστό τρόπο. Κατ’ εξοχήν αυτό είναι δυνατό να γίνει στην περίπτωση της Ελλάδας, αν εκμεταλλευτεί ορθά τις ευκαιρίες που τώρα παρουσιάζονται. Υπάρχει κατ’ αρχήν μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην συμπεριφορά των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) απέναντι στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνέπειες από την πανδημία, σε σχέση με την αντιμετώπιση προηγούμενων καταστάσεων.

Κυρίαρχο στοιχείο απέναντι στην πανδημία σε επίπεδο ΕΕ είναι η κοινή δράση μέσω της δημιουργίας του Αναπτυξιακού Ταμείου (Next Generation EU Fund), το οποίο θα χρηματοδοτήσει αναπτυξιακές πρωτοβουλίες την περίοδο 2021-2026 αξίας 750 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές. Η Ελλάδα θα εισπράξει 30,2 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές 2018, εκ των οποίων 17,7 δισ. ευρώ θα είναι επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα 12,5 δισ. ευρώ θα είναι πολύ χαμηλότοκα δάνεια, για δράσεις αναπτυξιακές, με σημαντικότερες αυτές που αφορούν την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, την εξοικονόμηση ενέργειας, την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα και της οικονομίας γενικότερα, καθώς και την θωράκιση του τομέα της υγείας.

Περισσότερα κονδύλια

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα λαμβάνει αναλογικά πολύ περισσότερα κονδύλια από αυτά που αναλογούν στην κλείδα της (αυτή π.χ. που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ στα προγράμματα αγορών κρατικών ομολόγων). Με τα κονδύλια αυτά, εφόσον απορροφηθούν έγκαιρα, εφόσον ενισχύσουν δραστηριότητες με υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία, δραστηριότητες που προωθούν εξαγωγές και υποκαθιστούν εισαγωγές και εφόσον συνδυαστούν με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα θα έχει κάνει τη μετάβαση στο πολυπόθητο νέο αναπτυξιακό πρότυπο, παρά το γεγονός ότι θα είναι μια χώρα πολύ υψηλού δημόσιου χρέους, το οποίο όμως με τις ρυθμίσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν, μπορεί να εξυπηρετείται. Βασικός καθοριστικός παράγων για αυτό αναδεικνύεται η συνετή δημοσιονομική πολιτική σε μεσομακροπρόθεσμη βάση και, κυρίως, η επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης σε σχέση με τα επιτόκια δανεισμού της χώρας.

Οι πρώτες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τις επιπτώσεις του Αναπτυξιακού Ταμείου στον ετήσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, είναι 1,9% (δεν έχει ενσωματωθεί ακόμη στις προβλέψεις).Επίσης, η προσωρινή κατάργηση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης επέτρεψε στα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, βεβαίως και στην Ελλάδα, να στηρίξουν την παραγωγή και την απασχόληση. Τα μέτρα αυτά αναμένεται βέβαια να αυξήσουν σημαντικά το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα στα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ κοντά στο 10% του ΑΕΠ για το 2020, όσο περίπου και στην Ελλάδα, και το δημόσιο χρέος κατά 20 με 25 μονάδες.

Επιπλέον, στη σωστή αντιμετώπιση των οικονομικών, νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνεπειών της πανδημίας προηγήθηκε η ΕΚΤ με την εξασφάλιση της απαραίτητης ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις οικονομίες της ζώνης του ευρώ μέσω του ευέλικτου προγράμματος PEPP, με τα μέτρα που προϋπήρχαν της πανδημίας όπως το αρνητικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων και το μηδενικό επιτόκιο κανονικής αναχρηματοδότησης των τραπεζών αλλά και με τις νέες πράξεις αναχρηματοδότησης των τραπεζών (TLTRO-III και PELTRO) με αρνητικό επιτόκιο (το οποίο στην περίπτωση των στοχευμένων πράξεων αναχρηματοδότησης TLTRO-III μπορεί να φτάσει έως το μείον 1 τοις εκατό).

Τα κρατικά ομόλογα

Επίσης, η αποδοχή των ελληνικών κρατικών τίτλων ως εξασφαλίσεων στην αναχρηματοδότηση των τραπεζών, και κυρίως η συμπερίληψη τους στο πρόγραμμα PEPP, συνέβαλε καταλυτικά στη δραστική μείωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων και το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου. Η δε χαλάρωση των εποπτικών κανόνων για τις τράπεζες (ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μειώθηκε στο 11,5% για όσο διαρκεί η πανδημία σε σχέση με τα υφιστάμενα κανονικά όρια P2R και P2G, ενώ επιδεικνύεται ανοχή στα moratoria αποπληρωμής δόσεων των δανείων των δανειοληπτών) σε συνδυασμό με εθνικές πρωτοβουλίες παροχής κρατικών εγγυήσεων ή επιδότησης δόσεων δανείων, επιτρέπει σημαντική αύξηση της πιστωτικής επέκτασης και βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο συνδυασμός επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να ελεγχθεί η πανδημία, να ανακάμψουν οι οικονομίες και να πλησιάσει ο πληθωρισμός πολύ κοντά τον στόχο του 2% σε σταθερή και βιώσιμη βάση. Ειδικότερα, η κοινή δράση της ΕΕ που εκφράστηκε με το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ δεν πρέπει να είναι μια εφάπαξ, (one off) πολιτική, αλλά η απαρχή μιας περισσότερο συνεκτικής, κοινής δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ, με έκδοση κοινών ασφαλών ομολόγων (safe assets). Επίσης, η επεκτατική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ πρέπει να συνεχιστεί μέχρις ότου ο πληθωρισμός κινηθεί σταθερά και σε μόνιμη βάση στην περιοχή του 2%.

Επιπροσθέτως, και με σκοπό να μην επιτραπεί να διασαλευθεί το ενιαίο στοιχείο της νομισματικής πολιτικής σε όλη τη ζώνη του ευρώ, σκόπιμο είναι να συνεχιστεί η αποδοχή των κρατικών ομολόγων των κρατών-μελών στο PEPP αλλά και ως εξασφαλίσεις στις πράξεις αναχρηματοδότησης, ασχέτως πιστοληπτικής διαβάθμισης. Και φυσικά, η πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης που μόλις περιγράφηκε, πρέπει να συμπληρωθεί από μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την συνολική παραγωγικότητα και την προσφορά, καθώς και από ένα περισσότερο ευέλικτο ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων στον χώρο των τραπεζών, κυρίως με την υιοθέτηση του πανευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων (EDIS) και την προσαρμογή του σχετικού νομοθετικού πλαισίου (BRRD, κανόνες κρατικής βοήθειας, εμβέλεια Εταιριών Διαχείρισης Ενεργητικού) καθώς η πανδημία αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών.