Κωνσταντίνος Μίχαλος: Για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους

Στις αρχές του περασμένου Αυγούστου τέθηκε σε λειτουργία η ηλεκτρονική πλατφόρμα του νέου προγράμματος «Γέφυρα», το οποίο παρέχει στήριξη, μέσω επιδότησης, σε δανειολήπτες που πλήττονται από τις οικονομικές συνέπειες του κορονοϊού και έχουν δάνεια με υποθήκη στην πρώτη κατοικία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μέσα στις πρώτες 30 ημέρες λειτουργίας της πλατφόρμας, εισήλθαν σε αυτή πάνω από 120.000 φορολογούμενοι και υποβλήθηκαν οριστικά περισσότερες από 51.000 αιτήσεις για συμμετοχή στο πρόγραμμα.

Το έντονο ενδιαφέρον από την πλευρά των δανειοληπτών επιβεβαιώνει, κατ’ αρχήν, την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης παρέμβασης, με δεδομένες τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην πραγματική οικονομία. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το δεύτερο τρίμηνο του 2020 είχαμε 15.2% μείωση του ΑΕΠ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και 25% μείωση του κύκλου των εργασιών, στο σύνολο των επιχειρήσεων και των δραστηριοτήτων της οικονομίας. Για τις δε επιχειρήσεις που τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας, η πτώση σε σχέση με πέρυσι αγγίζει το 56%.Αυτό σημαίνει τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας για ένα μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, με αποτέλεσμα πολλοί σήμερα να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, κινδυνεύοντας να χάσουν ακόμη και τα ίδια τους τα σπίτια.

Επιδοτώντας ένα μέρος αυτών των υποχρεώσεων, το κράτος μπορεί να παρέχει ανακούφιση στους συγκεκριμένους δανειολήπτες, μέχρι να ορθοποδήσουν ξανά οικονομικά, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνονα δημιουργηθεί μια νέα γενιά κόκκινων δανείων εξαιτίας της πανδημίας. Είναι σημαντικό, μάλιστα, το γεγονός ότιη νέα «Γέφυρα»δεν καλύπτει μόνο τα μη εξυπηρετούμενα αλλά και τα εξυπηρετούμενα δάνεια, επιβραβεύοντας τους συνεπείς δανειολήπτες και συμβάλλοντας στη δημιουργία κουλτούρας πληρωμών.Θετικό στοιχείο, σε επίπεδο εφαρμογής, είναι επίσης η απλούστευση της διαδικασίας υποβολής, με αποτέλεσμα να διευκολύνονται οι ενδιαφερόμενοι.

Πέρα, όμως, από τη διαχείριση της τρέχουσας συγκυρίας, αναδεικνύεται ξανά η ανάγκη μιας αποτελεσματικής προσέγγισης για την αντιμετώπιση ενός από τα μεγαλύτερα προβλήματα που δημιούργησε η οικονομική κρίση: της εκτίναξης του ιδιωτικού χρέους. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο, παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις, εξακολουθεί να αποτελεί βαρίδι για τις επιχειρήσεις, για τα νοικοκυριά, για την οικονομία και για την ελληνική κοινωνία. 

Είναι ζωτικής σημασίας ζητούμενο η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για τη ρύθμιση οφειλών φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων –με πλήρη αξιοποίηση των εξωδικαστικών μηχανισμών και μεθόδων– αλλά και ενός σύγχρονου πτωχευτικού κώδικα. Χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο το οποίο θα υποστηρίζει όσους έχουν πραγματικά ανάγκη, αποτρέποντας φαινόμενα κατάχρησης. Ένα πλαίσιο το οποίο θα δίνει σε βιώσιμες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους και να εξυγιάνουν έγκαιρα τη λειτουργία τους, αλλά και σε όσους δεν τα καταφέρουν, μια δεύτερη ευκαιρία για να επανέλθουν στην οικονομική δραστηριότητα, χωρίς το στίγμα της αποτυχίας.

Ο νέος Κώδικας Διευθέτησης Οφειλών και Παροχής Δεύτερης Ευκαιρίας, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2021, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτή την κατεύθυνση. Στο μεταξύ, ωστόσο, απαιτείται διαρκής παρακολούθηση της κατάστασης στην πραγματική οικονομία και στοχευμένες παρεμβάσεις, ανάλογα με τις ανάγκες.

Μπροστά μας έχουμε ένα δύσκολο διάστημα. Το τελευταίο που θα θέλαμε να δούμε είναι περισσότερες ακόμη βιώσιμες επιχειρήσεις να κλείνουν, ή έντιμους και συνεπείς επιχειρηματίες να καταστρέφονται για μια ζωή, εξαιτίας μιας κακής χρονιάς. Αυτό που έχει ανάγκη η αγορά είναι ένα πλαίσιο το οποίο θα αντιμετωπίζει τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους – αλλά και την οικονομική αποτυχία και την αφερεγγυότητα – με ξεκάθαρους κανόνες, με τρόπο δίκαιο, ρεαλιστικό, βιώσιμο και αξιοπρεπή.