Οι εισηγμένες με «γερές άμυνες» κόντρα στην πανδημία

Πολύ μικρότερες σε ένταση και διάρκεια αναμένεται να είναι οι συνέπειες της τρέχουσας πανδημίας στην πορεία των εισηγμένων εταιριών σε σύγκριση με την οικονομική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας. «Οι επιχειρήσεις είναι σήμερα, κατά μέσο όρο, πολύ πιο ισχυρές από τότε, ενώ παράλληλα έχουν να αντιμετωπίσουν μια κρίση που δεν είναι δομική και αναμένεται να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια. Επιπλέον, σε αυτή τη φάση δεν θα βρουν τις κάνουλες της τραπεζικής χρηματοδότησης κλειστές, ούτε θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τη… ρετσινιά της ελληνικής εταιρίας (countryrisk) στις προσπάθειές τους να αναλάβουν εργασίες στο εξωτερικό. Τέλος, υπάρχει και το ζήτημα των προοπτικών: Ενώ το 2013 και το 2015 φαινόταν στον ορίζοντα μόνο ύφεση και λιτότητα, από το 2021 και μετά αναμένεται βροχή κοινοτικών κονδυλίων, που είναι ικανά να τονώσουν δραστικά την εγχώρια ζήτηση και να συμβάλουν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Κανείς φυσικά δεν υποστηρίζει ότι μετά από ένα περίπου -10% στο ΑΕΠ της χώρας, τα πράγματα το 2021 θα είναι ίδια με φέτος, ούτε επίσης μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια την εξέλιξη της πανδημίας, πλην όμως οι άμυνες των εισηγμένων είναι σίγουρα πολύ καλύτερες σε σχέση με την παρελθούσα οικονομική κρίση», δηλώνει γνωστός οικονομικός παράγοντας.

Ισχυρότερη ρευστότητα

Η πανδημία βρήκε την πλειονότητα των εισηγμένων εταιριών με υγιή οικονομικά δεδομένα και χωρίς μεγάλα χρηματοοικονομικά -επενδυτικά ανοίγματα, όπως είχε γίνει για παράδειγμα το 2009. Εξετάζοντας τον κλασικότερο δείκτη ρευστότητας «καθαρό χρέος προς EBITDA» (όσο χαμηλότερη η τιμή του τόσο καλύτερη η ένδειξη ρευστότητας), βλέπουμε ότι ο μέσος όρος των εισηγμένων του Χ.Α. ήταν στο 5,03 για το 2011, στο 4,87 για το 2012, στο 5,49 για το 2013, στο 4,71 για το 2014, στο 4,0 για το 2015, στο 3,35 για το 2016 και γύρω στο 2,73 για το 2019.

Τραπεζική χρηματοδότηση: Οι επιχειρήσεις σήμερα –και ιδιαίτερα οι υγιείς– μπορούν να χρηματοδοτηθούν πολύ πιο εύκολα σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, όταν οι τράπεζες είχαν κλείσει την κάνουλα της χρηματοδότησης. Από το 2011 έως και το 2018 η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα και ειδικότερα προς τις επιχειρήσεις μειωνόταν συνεχώς, πράγμα που σήμαινε ότι οι τράπεζες ρουφούσαν συνεχώς ρευστότητα από τον παραγωγικό ιστό της χώρας, προκαλώντας αλυσιδωτές επιδράσεις και επιτείνοντας την ήδη υπάρχουσα ύφεση στην οικονομία. Η σημερινή κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον φετινό Ιούλιο ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας διαμορφώθηκε στο +8,2% (+6,2% τον Ιούνιο), ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ανήλθε στο +6,5% (στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα). Συγκεκριμένα, η μηνιαία καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις ήταν θετική κατά 1,144 δισ. ευρώ τον Ιούλιο και κατά 307 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο.         

Κόστος χρηματοδότησης: Πέρα από την ανετότερη πρόσβαση στις τράπεζες, οι επιχειρήσεις καλούνται σήμερα να επιβαρυνθούν με χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης σε σχέση με το παρελθόν, καθώς παρατηρήθηκαν μειώσεις τόσο στο EURIBOR όσο και στα spreads με τα οποία κινείται το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έτσι, αν στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, τα επιτόκια χορηγήσεων για τις εισηγμένες κινούνταν συνήθως μεταξύ του 4% και του 8%, σήμερα έχουν υποχωρήσει μεταξύ του 2,5% και του 5,5%. Κίνδυνος της χώρας: Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονταν να αναλάβουν εργασίες στο εξωτερικό, λόγω της εθνικής τους ταυτότητας (κίνδυνος εξόδου από την Ευρωζώνη, ρίσκο μη παράδοσης προϊόντων και υπηρεσιών, κ.λ.π.). Σήμερα, εμπόδιο αυτής της κατηγορίας δεν υπάρχει για τις ελληνικές εταιρίες. Το ρίσκο της χώρας θεωρείται χαμηλό και ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι η απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων κυμαίνεται γύρω στο 1%, όταν κατά την προηγούμενη δεκαετία βρισκόταν σε πολύ υψηλότερα και συχνά διψήφια νούμερα.

Οι εκτιμήσεις που έχουν γίνει

Στον βαθμό που μέσα στο επόμενο δεκάμηνο βρεθεί επαρκής υγειονομική λύση για την Covid-19, θα έχουμε βιώσει αναμφίβολα μια μη δομική κρίση που θα περιορίσει τις οικονομικές της επιπτώσεις σε ένα ή το πολύ δύο χρόνια (το 2020 και εν μέρει το 2021). Βέβαια, μετά την πανδημία, ούτε η ζωή ούτε και η οικονομία θα ξεκινήσουν από τον Φεβρουάριο του 2020, καθώς θα υπάρξουν αλλαγές στον τρόπο εργασίας, στις καταναλωτικές συμπεριφορές και στις συνήθειες των ανθρώπων. Όλα αυτά, θα τονώσουν κάποιες οικονομικές δραστηριότητες (π.χ. πληροφορική, ηλεκτρονικό εμπόριο) και θα συρρικνώσουν κάποιες άλλες. Επιπλέον, οι χώρες, οι τράπεζες και τα νοικοκυριά θα βγουν σαφώς πιο χρεωμένα σε σχέση με το παρελθόν και αυτό θα έχει επιπτώσεις, όσο και αν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα γίνουν προσπάθειες άμβλυνσης των δυσκολιών αυτών. Σε επίπεδο εταιριών του Χ.Α. σε δημοσίευμα αναφέρονται τα ονόματα περισσότερων από τριάντα εταιρειών (ποσοστό γύρω στο 20%-25% του συνόλου) που δεν αναμένεται να επηρεαστούν σημαντικά από την Covid-19. Επίσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, περίπου το 50% των εισηγμένων εταιριών θα εμφανίσει φέτος κερδοφόρο αποτέλεσμα (σε μη λειτουργικό τουλάχιστον επίπεδο, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό κάποιων πιθανών λογιστικών απομειώσεων), ενώ οι επιπτώσεις στην πλειονότητα των υπόλοιπων εταιριών του Χ.Α. αναμένεται να είναι διαχειρίσιμη. Αντίθετα, τα μεγαλύτερα προβλήματα θα υπάρξουν σε εταιρείες και κλάδους που ήδη αντιμετώπιζαν ζητήματα υπερχρέωσης και ζημιών. Αναμφίβολα, η φετινή κρίση θα οδηγήσει σε μείωση της κερδοφορίας των εισηγμένων εταιριών και σε χαμηλότερες χρηματικές διανομές προς τους μετόχους τους μέσα στο 2021. Πάντως, κύκλοι της αγοράς θεωρούν μάλλον ρεαλιστικό σενάριο τη διανομή ενός ποσού που με τη μορφή μερισμάτων και επιστροφών κεφαλαίων θα κυμανθεί μέσα στο επόμενο έτος γύρω στα 800 εκατ. ευρώ. Ένα τέτοιο ποσό αντιστοιχεί σε μια μέση μερισματική απόδοση του Χ.Α. (τρέχουσα κεφαλαιοποίηση Χ.Α. στα 44 δισ. ευρώ) γύρω στο 1,8%, ή κοντά στο 2%, αν δεν συνυπολογίσουμε τις τέσσερεις συστημικές τράπεζες που δεν διανέμουν μερίσματα. Οι αποδόσεις αυτές είναι πολύ υψηλότερες σε σχέση με τα τραπεζικά επιτόκια και τα yields των ελληνικών κρατικών ομολόγων, παρά το ότι θα αφορούν μια «χαμένη» χρονιά που θα έχει στιγματιστεί από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Να σημειωθεί επίσης ότι και κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης, οι μέσες μερισματικές αποδόσεις δεν ήταν πάντοτε υψηλότερες από την προαναφερθείσα: 2,5% το 2012, 0,9% το 2013, 1,40% το 2014, 0,85% το 2015, 2,3% το 2016 και 2,5% το 2017.