Κατακόρυφη πτώση του ΑΕΠ λόγω πανδημίας

Η υγειονομική κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία του κορωνοϊού πυροδότησε σε πολύ σύντομο χρόνο μια οικονομική διαταραχή με επιπτώσεις, τόσο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όσο και στην κοινωνική συνοχή. Σύμφωνα και με σχετική ανάλυση της AlphaBank, η ταχύτητα εξάπλωσης της πανδημίας στον παγκοσμιοποιημένο και έντονα διασυνδεδεμένο οικονομικό κόσμο δεν έχει προηγούμενο, ενώ η πανδημική κρίση αποτελεί μια άκρως σημαντική πρόκληση για την κοινωνία, τις εθνικές κυβερνήσεις και τους υπεύθυνους χάραξης της οικονομικής πολιτικής.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας σχετίζονται με απώλειες θέσεων εργασίας, με σημαντικές μειώσεις στα εισοδήματα, με την κάμψη της παραγωγικότητας και παράλληλα με τη δημιουργία μιας διαταραχής στην προσφορά, καθώς η παραγωγική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε διεθνώς, εξαιτίας της δυσλειτουργίας της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας και του κλεισίματος βιομηχανικών μονάδων. Η πανδημία λοιπόν είναι ένας εφιάλτης διαρκείας για την παγκόσμια οικονομία, πολλώ δε μάλλον για την ελληνική που, ενώ βρισκόταν σε «ανάρρωση» από την υπερ-δεκαετή ταλαιπωρία, βρέθηκε να ταλανίζεται και πάλι.

Οι συνέπειες της καραντίνας

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για τα προσωρινά στοιχεία σχετικά με την πορεία του ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο του 2020, η ελληνική οικονομία κατέγραψε αρνητικό ρεκόρ επίδοσης, καθώς η ύφεση έφτασε το 15,2%. Γεγονός αναπόφευκτο, αφού το συγκεκριμένο τρίμηνο η οικονομική δραστηριότητα είχε ουσιαστικά “νεκρώσει”, λόγω των αυστηρών περιοριστικών μέτρων που είχαν επιβληθεί, σε μία προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση του κορωνοϊού. Βεβαίως, η ίδια κατάσταση καταγράφεται και στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, τα πράγματα είναι χειρότερα.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση της Eurostat, ο τριμηνιαίος πραγματικός ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών (ΕΕ- 27) κατέγραψε επιδείνωση στο -11,7% το 2ο τρίμηνο 2020 από -3,2% το 1ο τρίμηνο 2020 (συνολική μείωση στα δύο τρίμηνα κατά -14,5%). Η αντίστοιχη συρρίκνωση στην Ευρωζώνη ήταν ελαφρώς υψηλότερη στο -12,1% από -3,6% το προηγούμενο τρίμηνο.

Όπως ήταν αναμενόμενο, λόγω των περιοριστικών μέτρων που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού, σε όλες τις οικονομίες παγκοσμίως, ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης μειώθηκε απότομα το 2ο τρίμηνο 2020. Όπως επισημαίνει και το ΕΒΕΠ, οι μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης, όπως η Ισπανία, ήδη «γράφουν» ύφεση 22%, η Γαλλία 19%, η Ιταλία 17% και η Γερμανία 10%. Αυτά τα ποσοστά ύφεσης δεν αφήνουν περιθώρια για παρανοήσεις, καθώς το παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι θα απαιτήσει εύλογο χρονικό διάστημα για να ανακάμψει και υπό την προϋπόθεση ότι τα όποια μέτρα που έχουν ληφθεί θα αποδώσουν τα δέοντα.

Οι δυσάρεστη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ

Φαίνεται λοιπόν, ότι η χώρα μας είναι μια από αυτές που δέχτηκαν το σκληρότερο χτύπημα, έχοντας την πέμπτη χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη. Αναλυτικότερα, και με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ,το ΑΕΠ σε όρους όγκου2, κατά το 2ο τρίμηνο 2020 παρουσίασε μείωση κατά 14,0%, σε σχέση με το 1ο τρίμηνο 2020, ενώ σε σύγκριση με το 2ο τρίμηνο 2019 παρουσίασε μείωση κατά 15,2% . Με βάση τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε όρους όγκου, κατά το 2ο τρίμηνο 2020 παρουσίασε μείωση κατά 15,3% σε σχέση με το 2ο τρίμηνο 2019.

Οι μεταβολές των κυριότερων μακροοικονομικών μεγεθών σε όρους όγκου με εποχική διόρθωση έχουν ως εξής:

1. Τριμηνιαίες μεταβολές:

  • Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε κατά 9,3% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2020. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 2,0% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2020.
  • Oι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 32,1% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2020.
  • Οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 12,3%, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 48,3%.
  • Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 16,7% σε σχέση με το 1o τρίμηνο του 2020. Οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 14,7%, ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 24,8%.

2. Ετήσιες μεταβολές:

  • Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη παρουσίασε μείωση κατά 10,1% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2019.
  • Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 10,3% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2019.
  • Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 32,1% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2019.
  • Οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 15,4%, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 49,4%.
  • Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 17,2% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2019. Οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 15,3% και οι εισαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 25,7%.

Τα δύο σενάρια

Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι, τα στοιχεία για το 2ο τρίμηνο 2020 αντανακλούν τις επιπτώσεις στο ΑΕΠ της πανδημίας COVID-19 και των περιοριστικών μέτρων που τέθηκαν σε ισχύ. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, με βάση τις επίσημες προβλέψεις του ΥΠΟΙΚ, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, υπάρχουν δύο σενάρια, το βασικό (ύφεση 4,7%) και το δυσμενές (ύφεση 7,9%), μετά τη λήψη μέτρων. Η οικοδόμηση των σεναρίων ξεκινά από ένα αρχικό σενάριο ύφεσης 10% (χωρίς μέτρα), το οποίο, μετά τη λήψη των μέτρων που έχουν έως τώρα σχεδιαστεί, καταλήγει στο βασικό σενάριο με ύφεση 4,7%.

Τα σημάδια της οικονομικής κρίσης

Σε κάθε περίπτωση, οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας και προσδοκιών που είχαν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα έδειχναν σημαντική επιδείνωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας το 2ο τρίμηνο 2020. Μία τάση, που ήρθε να πιστοποιήσει η ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα, και σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Eurobank, ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση συρρικνώθηκε κατά -8,8% την περίοδο Απριλίου- Ιουνίου 2020 από αύξηση 2,9% το 1ο τρίμηνο 2020.3Το εν λόγω αρνητικό αποτέλεσμα προήλθε κυρίως από την παρατήρηση του Απριλίου 2020, δηλαδή τον μήνα, καθ’ όλη τη διάρκεια του οποίου εφαρμόστηκαν αυστηρά περιοριστικά μέτρα.

Η μεταποίηση

Η μηνιαία πτώση τον Απρίλιο 2020 διαμορφώθηκε στο -12,3% και ήταν η υψηλότερη που έχει κατα- γραφεί στο σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων της έρευνας. Το θετικό στοιχείο είναι ότι τον Μάιο και τον Ιούνιο 2020 η παραγωγή στη μεταποίηση ανέκαμψε σωρευτικά κατά 8,5%, ωστόσο παρέμεινε μειωμένη κατά -4,8% σε σύγκριση με τον Μάρτιο 2020. Τέλος, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών PMI μεταποίησης της IHS Markit, έπειτα από την ισχυρή αύξηση που κατέγραψε τον Μάιο και τον Ιούνιο 2020 στις 49,4 μονάδες από 29,5 μονάδες τον Απρίλιο 2020, μειώθηκε οριακά στις 48,6 μονάδες τον Ιούλιο 2020 παραμένοντας για 5ο συνεχή μήνα κάτω του ορίου ανάπτυξης-συρρίκνωσης των 50 μονάδων.

Ισχυρές πιέσεις δέχτηκε και ο κλάδος του λιανικού εμπορίου το 2ο τρίμηνο 2020 . Αναλυτικά, ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου, δηλαδή η αξία των πωλήσεων σε σταθερές τιμές, μειώθηκε απότομα σε ετήσια βάση κατά -15,1% το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου 2020 από αύξηση 3,7% το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2020. Όπως συνέβη στον κλάδο της μεταποίησης, ο Απρίλιος 2020 αποτέλεσε τον πυθμένα με πτώση σε μηνιαία βάση κατά -24,2% και ακολούθησε ο Μάιος 2020 με ανάκαμψη κατά 26,0%. Παρά ταύτα, ο δείκτης όγκου λιανι- κού εμπορίου τον Μάιο 2020 ήταν μικρότερος κατά -4,6% σε σύγκριση με τον Μάρτιο 2020.

Απώλειες στις εξαγωγές

Όπως επισημαίνει και το ΕΒΕΠ σε σχετικό δελτίο, η πραγματική οικονομία καταγράφει μεγάλες απώλειες, με 22 δισ. ευρώ λιγότερο τζίρο σε ετήσια βάση. Οι εξαγωγές το εξάμηνο κατέγραψαν απώλειες -12,2% με 2 δισ. ευρώ λιγότερα σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρσι. Η ανεργία από το 15,7% αυξήθηκε στο 17,2% με πρόβλεψη να ξεπεράσει το 19%. Η καταναλωτική συμπεριφορά αποτυπώθηκε στις θερινές εκπτώσεις οι οποίες είναι χαρακτηριστικό «θύμα» της πανδημίας.

Το δίμηνο των εκπτώσεων η μείωση ξεπέρασε το 18% με 1 δισ. ευρώ λιγότερες πωλήσεις και μείωση του όγκου πωλήσεων της τάξης του 25%. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε 34 μονάδες στο -8, ο δείκτης προσδοκιών απασχόλησης στις -9 μονάδες, οι επενδυτικές προσδοκίες έπεσαν από το 71% στο 37%. Τέλος, τα νέα κόκκινα δάνεια υπολογίζονται να υπερβούν τα 8 δισ. ευρώ.

Υπό πίεση ο κρατικός προϋπολογισμός

Ορατές είναι επίσης και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, το πρώτο επτάμηνο του τρέχοντος έτους σημειώθηκε έλλειμμα ύψους 4,4% ως ποσοστό στο ΑΕΠ του 2019, έναντι στόχου για πλεόνασμα 0,6%, όπως προβλεπόταν στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2020. Σημειώνεται ότι το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι είχε καταγραφεί πλεόνασμα 0,9% του ΑΕΠ 2019. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στο πακέτο μέτρων στήριξης της ελληνικής οικονομίας που έθεσε σε εφαρμογή η κυβέρνηση, με σκοπό την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αύξηση των δαπανών, αφετέρου τη μείωση των εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Συγκεκριμένα, τα έσοδα από φόρους ήταν μειωμένα το πρώτο επτάμηνο, σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, κατά 13,6% συνολικά, ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες, εξαιρουμένων δηλαδή των εξόδων για τόκους που αφορούν στην αποπληρωμή του χρέους, υπερέβησαν κατά 16,3% τις προϋπολογισθείσες. Όπως σημειώνει σε σχετική ανάλυση η AlphaBank, οι κύριες αιτίες απόκλισης του πρωτογενούς αποτελέσματος του Κρατικού Προϋπολογισμού, από τον στόχο του Προϋπολογισμού 2020, στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2020, ήταν:

  • Οι αυξημένες δαπάνες στην κατηγορία των μεταβιβάσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν τις δαπάνες για την αποζημίωση ειδικού σκοπού που καταβλήθηκε σε μισθωτούς και επιστήμονες και το σχήμα της επιστρεπτέας προκαταβολής.
  • Οι αυξημένες εκροές του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων, από τον οποίο χρηματοδοτήθηκαν η αποζημίωση ειδικού σκοπού προς αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις, η επιδότηση των τόκων ενήμερων δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η σύσταση του ταμείου εγγυοδοσίας επιχειρήσεων, λόγω της πανδημίας, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Επιπρόσθετα μέτρα στήριξης

Επιπλέον, αναμένεται να ενεργοποιηθούν το φθινόπωρο τα επιπρόσθετα μέτρα στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων, τα οποία ανακοινώθηκαν στις αρχές Ιουλίου και αφορούν στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, συνολικού ύψους Ευρώ 3,5 δισ. Αυτά περιλαμβάνουν τον τρίτο κύκλο της επιστρεπτέας προκαταβολής, την επέκταση προγραμμάτων στήριξης εργαζομένων (π.χ. «Συν-εργασία»), τη μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος για επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα, κ.λπ. Επιπροσθέτως, εκτιμάται ότι εντός του Σεπτεμβρίου η Κυβέρνηση θα ανακοινώσει νέο πακέτο μέτρων στήριξης της ελληνικής οικονομίας, ενώ αναμένεται να ξεκινήσει η καταβολή αναδρομικών συντάξεων, σε συνέχεια σχετικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας από τα μέσα Ιουλίου (ευρώ 1,4 δισ.) Ως εκ τούτου, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα επιβαρυνθεί περαιτέρω, με το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης να εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 5% το 2020 (ως ποσοστό του ΑΕΠ της περασμένης χρονιάς).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την Ελλάδα (OECD Economic Surveys Greece, July 2020), σε περίπτωση δεύτερης έξαρσης της πανδημίας εντός του 2020, το πρωτογενές έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί σε 5,9%. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί, επιπλέον, από το ποσό των κοινοτικών κονδυλίων που θα απορροφηθούν εντός του τρέχοντος έτους. Για την Ελλάδα, οι αυξημένες δαπάνες, σε συνδυασμό με τα μειωμένα έσοδα – τα οποία οφείλονται στην αναβολή φορολογικών υποχρεώσεων που ίσχυσε στο πλαίσιο του πακέτου μέτρων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, στην χρονική παράταση για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων του έτους, αλλά και στην πτώση του τουρισμού και των εξαγωγών – αναμένεται να έχουν ως αποτέλεσμα το πρωτογενές ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης 3 να σημειώσει έλλειμμα φέτος, έπειτα από τέσσερα έτη διαδοχικών πλεονασμάτων.

Το δημόσιο χρέος

Ως εκ τούτου και λόγω της αναμενόμενης πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας, αναμένεται να ανακοπεί και η πτωτική πορεία του Δημοσίου Χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την Alpha Bank, η άνοδος του λόγου του Δημοσίου Χρέους προς το ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος, στο 196,4% (European Economic Forecast, April 2020), αναμένεται να προκύψει, πρωτίστως, από τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και δευτερευόντως, από το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης. Συγκεκριμένα η διαφορά μεταξύ του ονομαστικού επιτοκίου δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου και του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ, αναμένεται να επιβαρύνει το Δημόσιο Χρέος κατά 22,4 εκατοστιαίες μονάδες, ενώ το έλλειμα της Γενικής Κυβέρνησης αντίστοιχα, κατά 3,4 μονάδες. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η εν λόγω πρόβλεψη αφορά την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο.

Το πρωτογενές έλλειμμα

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω και σύμφωνα με τα ήδη δημοσιευθέντα στοιχεία του πρώτου επταμήνου, εκτιμάται ότι το πρωτογενές έλλειμμα το τρέχον έτος θα υπερβεί το 5%. Το 2021, ωστόσο, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα ακολουθήσει πτωτική πορεία (182,6%), υποστηριζόμενος από την αναμενόμενη ισχυρή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και την επιστροφή του πρωτογενούς αποτελέσματος της Γενικής Κυβέρνησης σε θετικό έδαφος. Τέλος, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ (OECD Economic Surveys Greece, July 2020), σε περίπτωση δεύτερου κύματος της πανδημίας στη χώρα μας το 2020, το Δημόσιο Χρέος θα εκτιναχθεί στο 209,3% του ΑΕΠ, για να μειωθεί εκ νέου το 2021 σε 204,7%, ενώ το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης θα σημειώσει έλλειμμα και το 2021, χαμηλότερο, ωστόσο, από το 5,9% που προβλέπεται για το 2020.