Έφη Βατανίδου: «Το μινόρε της σιωπής» μιλά στην καρδιά…

Η συγγραφέας Έφη Βατανίδου είναι εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση και έχει σπουδάσει Νομικά και Αγγλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Η συγγραφή της προέκυψε σχετικά πρόσφατα, την τελευταία δεκαετία, με μεγάλη επιτυχία.

Το «Χαλάλι σου – Helal Olsun» (Novel Books – Ι. Σιδέρης, 2013), η «Ζωή χωρίς μπούσουλα (Novel Books – Ι. Σιδέρης, 2015), το «Ταξείδιον Απαράμιλλον» (Εκδόσεις Αρμός, 2017) και τώρα «Το μινόρε της σιωπής» (Εκδόσεις Αρμός, 2020) αποτελούν πονήματά της που κυκλοφορούν με θετικά σχόλια από το κοινό που αγαπά να διαβάζει. Παρέα με τον βασικό ήρωα των βιβλίων της βαδίζει στην βασανιστική αλλά συγχρόνως λυτρωτική πορεία της συγγραφής.

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

– Έφη, πώς προέκυψε το «Μινόρε της σιωπής»;

– Ο τίτλος «Το μινόρε της σιωπής» προέκυψε από τον σμυρναίικο αυτοσχεδιασμό «Το μινόρε του τεκέ». Δημιουργήθηκε από τον Ιωάννη Χαλκιά ή Jack Gregory στην Αμερική το 1932.

Είναι ένα ταξίμι με κιθάρα και μπουζούκι που έδωσε τη μουσική σε όλο το βιβλίο μου. Ήταν επόμενο να του χαρίσω και τον τίτλο. Έγινε βέβαια «Το μινόρε της σιωπής» γιατί οι δεκαετίες που πέρασαν έσβησαν τα γεγονότα της καθημερινότητας, όμως η μουσική κατάφερε να διασωθεί και συνεχίζει να εμπνέει τους νεότερους.

– Πειραιάς – Τρούμπα τη δεκαετία 1955-1965. Θα μας μιλήσετε για τους ήρωες του βιβλίου σας;

– Η Ευθαλία, παλιά ρεμπέτισσα, είναι η μάνα και πρωταγωνιστεί με τον πληθωρικό της χαρακτήρα, τη μαγκιά και την καπατσοσύνη της. Δεν ήταν πάντα τέτοια, οι συνθήκες την ανάγκασαν να γίνει δυνατή. Απλώνει τις φτερούγες της για να προστατέψει τα παιδιά της όταν ο άντρας της επιλέγει να φύγει μετανάστης στο Βέλγιο για να κάνει περιουσία και να γλυτώσουν από τη μιζέρια.

 Η Αγνή είναι η κόρη και τραγουδάει σε μαγαζί σας Τρούμπας, το νυχτοκάματο είναι υπολογίσιμο στο σπίτι πριν αρχίσουν να έρχονται τα λεφτά του μετανάστη. Ο Στέλιος είναι ο πρωτότοκος γιος που έχει ταχθεί στον δρόμο της πολιτικής στράτευσης, με φυλακές, βασανιστήρια και εξορίες. Και τέλος ο Νεκτάριος, ο βενιαμίν σας οικογένειας, έχει τη ρετσινιά του αμφίφυλου και παλεύει με την ίδια του τη φύση καταφέρνοντας τελικά να δώσει λύση. Υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που πλαισιώνουν τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου, είναι όλοι σας οριοθετημένοι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, στιβαροί και αμετανόητοι, ταγμένοι να βοηθούν την εξέλιξη σας ιστορίας.

– Ποιο από τα βιβλία σας ξεχωρίζετε και για ποιο λόγο;

– Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιο από τα βιβλία μου, είναι όλα τους παιδιά της φαντασίας μου και δικαιωματικά έχουν ισότιμη θέση στη συγγραφική και συναισθηματική μου πορεία. Θα τολμούσα βέβαια να πω, πως αυτόν τον καιρό «Το μινόρε της σιωπής» έχει την πρωτοκαθεδρία γιατί μόλις κυκλοφόρησε, είναι δηλαδή νεοσσός και απαιτεί υποστήριξη στα πρώτα του βήματα.

– Πώς συλλαμβάνετε τις ιδέες σας;

-Δεν υπάρχει κανόνας ή ένα σταθερό μοτίβο ιδεών. Στο πρώτο βιβλίο, «Χαλάλι σου – Helal Olsun», ήταν η ιστορία της Κωνσταντινουπολίτισσας γιαγιάς μου που ένιωσα πως είχα χρέος να γράψω. Βιβλιογραφία, έρευνα και ο απαραίτητος μύθος έκαναν τη δουλειά τους.

Στο δεύτερο βιβλίο, «Ζωή χωρίς μπούσουλα», η ποίηση του Καββαδία και ένα υλικό από την Τσεχία σχετικό με τα Ελληνόπουλα του εμφυλίου με βοήθησαν να πλέξω την καινούργια μου ιστορία που πατάει σε δύο άξονες, το τραγικό χθες συμφιλιώνεται με το ανυποψίαστο σήμερα.

Στο τρίτο βιβλίο, «Ταξείδιον Απαράμιλλον», πάλι ένα πρωτότυπο ιστορικό υλικό για τη ζωή ενός Ολυμπιονίκη στην ξιφασκία στους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και μια σειρά συνεντεύξεων στη Θεσσαλονίκη, έφτιαξαν μια ιστορία με εικόνες και μυρωδιές από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Το τελευταίο βιβλίο, «Το μινόρε της σιωπής», ξεκίνησε από την ανάγνωση κάποιων επιστολών που έστειλε ένας ανθρακωρύχος από το Σαρλερουά στην οικογένειά του που διέμενε στα Ταμπούρια του Πειραιά. Κάποιες φράσεις, έρευνα για την Τρούμπα, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι έπλεξαν τον καμβά του βιβλίου. Εμπνέομαι, λοιπόν, από οτιδήποτε μπορεί να πυροδοτήσει την φαντασία και εκείνη, με τη σειρά της, πλάθει ήρωες, ιστορίες και παράλληλους κόσμους.

– Θεωρείτε ανταγωνιστική την τεχνολογία και τα ebooks στο κλασσικό βιβλίο;

– Όχι, δεν θεωρώ ότι τελικά τα κλασικό βιβλίο θα εκλείψει. Λογικό είναι να χάσει έδαφος στο παρόν λόγω τεχνολογίας και των e-books, αλλά τελικά θα κρατηθεί σθεναρά στον χώρο που του αναλογεί.

– Το σχολείο ενθαρρύνει την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων; Αν σας έλεγαν να αλλάξετε κάτι στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τι θα ήταν αυτό;

– Το σχολείο δυστυχώς διδάσκει τη λογοτεχνία με στείρο, επιβλητικό και μη δημιουργικό τρόπο. Μαθαίνει τα παιδιά να αναλύουν κείμενα ακολουθώντας νόρμες και χάνοντας την ουσία της ανάγνωσης, που είναι η απόλαυση. Οι μαθητές στερούνται τη χαρά και τη συγκίνηση, τον προβληματισμό και τη γόνιμη σκέψη που προκαλεί η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Άρα το μάθημα της λογοτεχνίας γίνεται μέρος του αναλυτικού προγράμματος σπουδών μακράν της βασικής ύπαρξής του. Στον αντίποδα, λοιπόν, θα έβαζα ανάγνωση κειμένων και ελεύθερη δημιουργία χωρίς βαθμολόγηση και επικριτικά σχόλια.

– Εμπνέεστε από την ποίηση;

– Βέβαια, υπάρχουν λέξεις, φράσεις και στίχοι που θα μπορούσαν να είναι τίτλοι και έναυσμα για καινούργια βιβλία. Στο δεύτερο βιβλίο μου «Ζωή χωρίς μπούσουλα» ήταν ο ίδιος ο Νίκος Καββαδίας, η ζωή του και το έργο του που με οδήγησαν να γράψω ένα μυθιστόρημα.

– Επόμενο βιβλίο…

– Δεν το έχω ακόμη σκεφτεί. Αφήνω τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του και τον εμπιστεύομαι. Όταν θα έρθει η σωστή στιγμή, το σύμπαν θα συνωμοτήσει και πάλι.