Οι… «χρησμοί» της ΤτΕ και οι προοπτικές της οικονομίας

Η εξάπλωση του κορωνοϊού (COVID-19) σε παγκόσμιο επίπεδο και στην Ελλάδα προς το τέλος του α΄ τριμήνου του τρέχοντος έτους ανέτρεψε τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για το 2020, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ευοίωνες έως τότε, σημειώνει μεταξύ άλλων η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική. Η πανδημία και τα μέτρα που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση, όπως και οι περισσότερες χώρες παγκοσμίως, προκειμένου να περιοριστούν οι υγειονομικές επιπτώσεις, αναπόφευκτα οδήγησαν σε σημαντική κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2020.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η συνολική επίπτωση της επιβολής των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης και της αναστολής της λειτουργίας πολλών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας δεν είναι γνωστή ακόμη. Η συγκράτηση της πανδημίας στην Ελλάδα, η σταδιακή άρση των μέτρων περιορισμού που ξεκίνησε στις αρχές Μαΐου, τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί από την κυβέρνηση και οι εκτεταμένες δράσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, που περιλαμβάνουν δημοσιονομικές, νομισματικές και ρυθμιστικές/εποπτικές παρεμβάσεις, αναμένεται να αμβλύνουν έως ένα βαθμό τις αρνητικές συνέπειες του κορωνοϊού στην οικονομία το 2020 και να οδηγήσουν σε ανάκαμψη το 2021. Ιδιαίτερα θετική επίδραση στην επιτάχυνση της ανάκαμψης θα έχει η υλοποίηση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο μέσο ανάκαμψης (“Next Generation EU”).

Το αποτέλεσμα των μέτρων

Στην έκθεση η ΤτΕ συμπεραίνει ότι με το ξέσπασμα της πανδημίας η κυβέρνηση έλαβε, χωρίς καθυστέρηση, μέτρα περιορισμού των δραστηριοτήτων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής με αποτέλεσμα, έως τώρα, οι υγειονομικές επιπτώσεις να είναι συγκριτικά μικρές. Η επιτυχής διαχείριση της υγειονομικής κρίσης ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και ανέδειξε τη σημασία τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής ευθύνης στην οργάνωση και λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας. Τα μέτρα περιορισμού, παρότι συμβάλλουν στη διατήρηση της υγείας του πληθυσμού, έχουν υψηλό οικονομικό κόστος βραχυπρόθεσμα. Τα δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν από την κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας και οι εκτεταμένες δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και των λοιπών ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων αναμένεται να αντισταθμίσουν, έως έναν βαθμό, τις αρνητικές επιπτώσεις του κορωνοϊού στην ανάπτυξη και την απασχόληση το 2020 και να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της οικονομίας το 2021.

Αναγκαίες οι μεταρρυθμίσεις

Για να αντιμετωπιστούν όμως οι υπάρχουσες και μελλοντικές προκλήσεις, θα πρέπει, όπως τονίζει η ΤτΕ, επενδύοντας στη νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών, να συνεχιστεί η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα. Παράλληλα, θα πρέπει να διασφαλιστεί, μεσοπρόθεσμα, η διατήρηση υγιούς δημοσιονομικής θέσης με πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης, προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους στις αγορές κεφαλαίων και να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητά του. Εν κατακλείδι, η υγειονομική κρίση, παρά τις ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις της για την κοινωνία και την οικονομία, αποτελεί μια αξιοσημείωτη ευκαιρία για να προωθηθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις ώστε η Ελλάδα να προχωρήσει προς τη νέα ψηφιακή εποχή, αντιμετωπίζοντας παράλληλα και τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, η πρόσφατη κρίση (όπως και η κρίση χρέους που οδήγησε σε σημαντικές αλλαγές, για παράδειγμα στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού) είναι μια ευκαιρία για να πραγματοποιήσει η Ευρώπη ακόμη ένα σημαντικό βήμα προς την οικονομική ολοκλήρωση.

Το οικονομικό κόστος του COVID-19

Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, η ελληνική κυβέρνηση, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επέβαλε μια σειρά μέτρων περιορισμού της δραστηριότητας σε πολλούς τομείς της οικονομίας (lockdown ή καραντίνα όπως αποκαλείται κοινώς), μεταξύ άλλων στην εστίαση, τα ξενοδοχεία, τις μεταφορές, το λιανικό εμπόριο, τις πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και την εκπαίδευση. Η αποκλιμάκωση των μέτρων πραγματοποιήθηκε σταδιακά και συνοδεύθηκε από περιορισμούς που επέδρασαν αρνητικά στη δραστηριότητα πολλών οικονομικών κλάδων, ιδιαίτερα του τομέα των υπηρεσιών.

Η πανδημία, εκ των πραγμάτων, επηρεάζει την οικονομία μέσα από πολλαπλούς διαύλους μετάδοσης: εξωτερική και εγχώρια ζήτηση, προσφορά, αλλά και χειροτέρευση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Η ΤτΕ επιχειρεί να εκτιμήσει το οικονομικό κόστος, σε όρους ακαθάριστηςπροστιθέμενης αξίας, της αναστολής δραστηριότητας ή της υποδραστηριότητας στους επιμέρους τομείς της οικονομίας τόσο κατά την περίοδο της καραντίνας όσο και κατά την περίοδο επαναφοράς στην κανονικότητα. Συγκεκριμένα, εκτιμήθηκε η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία για κάθε κλάδο για το 2020 και προσδιορίστηκαν οι απώλειες χωριστά για την περίοδο καραντίνας και την περίοδο επαναφοράς για όλους τους κλάδους δραστηριότητας πλην του τουρισμού, με την υπόθεση ότι όλοι οι κλάδοι της οικονομίας επανέρχονται στο επίπεδο δραστηριότητας του 2019 με το τέλος της περιόδου επαναφοράς.

Στη συνέχεια, προστέθηκαν οι απώλειες για τους κλάδους που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα (εστίαση και καταλύματα), των οποίων η υποχώρηση εκτείνεται σε όλο το έτος. Η περίοδος της καραντίνας ορίστηκε στις έξι εβδομάδες (1,5 μήνας), ενώ η περίοδος επαναφοράς ορίστηκε στον ένα μήνα, στη διάρκεια του οποίου οι συντελεστές υποδραστηριότητας βελτιώθηκαν κατά 50% σε σύγκριση με την περίοδο καραντίνας σε όλους τους κλάδους. Η μείωση της δραστηριότητας των κλάδων που συνδέονται άμεσα με τον τουρισμό εκτιμήθηκε σε 50% για κάθε μήνα του γ’ τριμήνου και σε 30%, 20% και 10% για τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους αντίστοιχα.

Οι απώλειες σε τουρισμό και υπηρεσίες

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης άσκησης της ΤτΕ, οι απώλειες των κλάδων της οικονομίας σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας λόγω της πανδημίας και των μέτρων αντιμετώπισής της, χωρίς να ληφθεί υπόψη η θετική επίδραση των μέτρων οικονομικής ανάκαμψης, εκτιμώνται σε 7,7%. Ο τομέας με τις σημαντικότερες απώλειες είναι αυτός των υπηρεσιών λόγω των διοικητικών προσαρμογών, τόσο στην περίοδο της καραντίνας όσο και στην περίοδο επαναφοράς, αλλά και λόγω της σύνδεσής του με την τουριστική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, οι απώλειες της ΑΠΑ του τουριστικού κλάδου εκτιμώνται σε 3,9% και των λοιπών υπηρεσιών σε 3,2% για το σύνολο του έτους.

Το ήπιο και το δυσμενές σενάριο

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η πανδημία του κορωνοϊού ανέκοψε την ανοδική αναπτυξιακή τροχιά της ελληνικής οικονομίας: Το 2019, το ΑΕΠ αυξήθηκε με ρυθμό 1,9%, χάρη κυρίως στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, λόγω της σημαντικής ανόδου των τουριστικών εσόδων και των εισπράξεων από τη ναυτιλία. Θετική συμβολή στην άνοδο του ΑΕΠ είχαν επίσης η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση, καθώς και οι επενδύσεις. Ωστόσο, το α΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους το ΑΕΠ, εποχικά διορθωμένο και σε σταθερές τιμές 2010, παρουσίασε μείωση κατά 0,9% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους και κατά 1,6% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2019.

Η αρνητική εικόνα κατά το α΄ τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων. Αντίθετα, θετική ήταν η συμβολή της δημόσιας κατανάλωσης και των καθαρών εξαγωγών.

Περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας

Σύμφωνα με τους διαθέσιμους δείκτες προσδοκιών και οικονομικής συγκυρίας, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να περιοριστεί σημαντικά το β΄ τρίμηνο, αλλά και στο σύνολο του έτους. Επιπλέον, η εκδήλωση της πανδημίας του κορωνοϊού διέκοψε τη θετική πορεία των δημόσιων οικονομικών το 2019, λόγω της αναγκαίας λήψης έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων για την ανάσχεση των αρνητικών επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης στην οικονομική δραστηριότητα.

Από κει και πέρα, στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί με την πανδημία και την αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος, οι μακροοικονομικές προβλέψεις υπόκεινται σε μεγάλη αβεβαιότητα. Για το λόγο αυτό, η ΤτΕ έχει εκπονήσει ένα βασικό και δύο εναλλακτικά σενάρια, το ένα πιο ήπιο και το άλλο πιο δυσμενές σε σχέση με το βασικό σενάριο. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος, η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σημαντικά το 2020, καταγράφοντας ρυθμό μεταβολής -5,8%. Το 2021 η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα ανακάμψει και θα αυξηθεί με ρυθμό 5,6%, ενώ το 2022 θα σημειώσει αύξηση 3,7%.

Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο, το οποίο υποθέτει μια πιο σύντομη μεταβατική περίοδο προς την κανονικότητα, το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 4,4% το 2020 και θα αυξηθεί κατά 5,8% και 3,8% το 2021 και το 2022 αντίστοιχα.

Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, το οποίο συνδέεται με μια ενδεχόμενη αναζωπύρωση του κορωνοϊού, οι συνέπειες της πανδημίας αναμένεται να είναι πιο έντονες και με μεγαλύτερη διάρκεια και η ανάκαμψη της οικονομίας θα είναι βραδύτερη: το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 9,4% το 2020, ενώ θα αυξηθεί κατά 5,7% το 2021 και 4,5% το 2022. Η ιδιωτική κατανάλωση, στο βασικό σενάριο, αναμένεται να μειωθεί το 2020, εξαιτίας της αύξησης του ποσοστού της ανεργίας και της επιδείνωσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Μεσοπρόθεσμα, και καθώς οι συνθήκες στην αγορά εργασίας θα βελτιώνονται, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται ότι θα συμβάλει θετικά στην οικονομική δραστηριότητα.

Επενδύσεις και εξαγωγές

Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν αρνητικά από την πανδημία, την αύξηση της αβεβαιότητας και την προσωρινή αναβολή επενδυτικών αποφάσεων, ενώ θα ενισχυθούν σημαντικά κατά την περίοδο 2021-2022, στηριζόμενες τόσο στις ιδιωτικές πρωτοβουλίες όσο και στις δημόσιες επενδύσεις. Οι εξαγωγές αγαθών αναμένεται να μειωθούν το 2020, επηρεαζόμενες από την υποχώρηση της εξωτερικής ζήτησης, ως απόρροια της μεγάλης επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος. Οι τουριστικές εισπράξεις αναμένεται να σημειώσουν πολύ μεγάλη μείωση το 2020, καθώς τα μέτρα περιορισμού της διασποράς του κορωνοϊού πλήττουν ιδιαιτέρως τους κλάδους εκείνους που σχετίζονται με την παροχή τουριστικών υπηρεσιών, ενώ αναμένεται και μείωση της ζήτησης για το τουριστικό προϊόν. Οι ναυτιλιακές εισπράξεις θα επηρεαστούν αρνητικά από την κάμψη της παγκόσμιας οικονομίας και την υποχώρηση του διεθνούς εμπορίου. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να αυξηθούν με υψηλούς ρυθμούς τα επόμενα δύο χρόνια σε συνάρτηση με την ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης και τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Τέλος, οι εισαγωγές θα ακολουθήσουν την πορεία της εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών καθ’ όλη την περίοδο πρόβλεψης.

Τα μέτρα στήριξης και η αποτελεσματικότητά τους

Είναι γεγονός ότι η κινητοποίηση δημόσιων πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας είναι πρωτοφανής. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το σύνολο των άμεσων δημοσιονομικών μέτρων που έχουν ληφθεί από τα κράτη-μέλη της ΕΕ υπολογίζεται σε 330 δισ. ευρώ (ή 2,4% του ΑΕΠ), ενώ τα εθνικά προγράμματα ρευστότητας υπολογίζονται σε 2,5 τρισ. ευρώ (ή 18,0% του ΑΕΠ). Η άμεση συνολική ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, υπολογίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε 3,9 τρισ. ευρώ,13 δηλ. σε 28% του ΑΕΠ της ΕΕ-27. Στην Ελλάδα, έχουμε έκτακτες μη επαναλαμβανόμενες δημοσιονομικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της πανδημίας ύψους περίπου 6,5% του ΑΕΠ το 2020, σε ταμειακούς όρους για το κράτος, μέρος του οποίου θα χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους και αδιάθετους πόρους του ΠΔΕ.

Το έλλειμμα

Τα έκτακτα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν για την ανάσχεση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας του κορωνοϊού, σε συνδυασμό με την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και των δημόσιων εσόδων, αναμένεται να προκαλέσουν επιδείνωση του πρωτογενούς αποτελέσματος της γενικής κυβέρνησης και του χρέους έναντι των προβλέψεων του Προϋπολογισμού. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε έλλειμμα 2,9% του ΑΕΠ το 2020, εξαιτίας της απότομης επιδείνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, όπως προβλέπεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, και των δημοσιονομικών παρεμβάσεων που είχαν θεσμοθετηθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι έκτακτες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, εκτός από την αύξηση των δαπανών υγείας που αυξάνουν τη δημόσια κατανάλωση, αποσκοπούν αφενός στη συγκράτηση της απότομης και μεγάλης πτώσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της εγχώριας ζήτησης και αφετέρου στην προστασία των επιχειρήσεων μέσω της παροχής ρευστότητας και άλλων διευκολύνσεων ώστε να αποφευχθεί ένα νέο κύμα πτωχεύσεων επιχειρήσεων, το οποίο θα προκαλούσε μαζική απώλεια θέσεων εργασίας και εισοδημάτων και θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός νέου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μέσω αυτής της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τόσο την ένταση όσο και τη διάρκεια της ύφεσης. Η ένταση της ύφεσης θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο η δημοσιονομική επέκταση θα επηρεάσει τη συνολική ενεργό ζήτηση άμεσα, αλλά και δευτερογενώς μέσω του πολλαπλασιαστή της δαπάνης.

Η διάρκεια της ύφεσης

Η διάρκεια της ύφεσης θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο η δημοσιονομική ώθηση μέσω επιδοτήσεων και δανείων θα αποτρέψει μαζικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων, μετριάζοντας έτσι την άνοδο της ανεργίας και τον κίνδυνο διόγκωσης του ήδη υψηλού ιδιωτικού χρέους και μετάδοσης της κρίσης στο τραπεζικό σύστημα. Δύο επομένως είναι τα διλήμματα της δημοσιονομικής πολιτικής σε συνθήκες πανδημίας: η άριστη επιλογή του χρόνου της κρατικής παρέμβασης και ο προσδιορισμός του άριστου μεγέθους της παρέμβασης. Και αυτό διότι η έγκαιρη παρέμβαση, μετριάζοντας την εξάπλωση της πανδημίας, επιτρέπει την ταχεία επανέναρξη της λειτουργίας της οικονομίας. Η ισχυρή παρέμβαση, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, αποτρέπει τη μετατροπή της προσωρινής υφεσιακής διαταραχής σε διαρθρωτική διαταραχή μονιμότερου χαρακτήρα.

Ο στόχος της οικονομικής πολιτικής

Την επαύριον της πανδημίας, ο στόχος της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι η γρήγορη ανάκτηση των απωλειών και η επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή τροχιά. Η πανδημία δεν προκαλεί μια κλασικού τύπου μακροοικονομική ανισορροπία, η οποία μπορεί να αποτραπεί με τα γνωστά κεϋνσιανά εργαλεία (μείωση επιτοκίων και αύξηση κρατικών ελλειμμάτων). Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα επικοινωνούν, εργάζονται, καταναλώνουν και αποταμιεύουν και διαμορφώνει ένα περιβάλλον μεγάλης οικονομικής αβεβαιότητας, χαμηλής κοινωνικής εμπιστοσύνης και αποστροφής προς τον οικονομικό κίνδυνο. Αφενός προκαλεί ανακατανομή πόρων μεταξύ κλάδων παραγωγής και αφετέρου επισπεύδει τη στροφή προς νέους ασφαλέστερους επενδυτικούς προορισμούς. Αναδεικνύει, με άλλα λόγια, το πρόβλημα της συγκέντρωσης της ελληνικής οικονομίας σε λίγους τομείς παραγωγής, όπως είναι ο τουρισμός, οι μεταφορές και η ναυτιλία, καθώς και την ανάγκη εντατικοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε η χώρα να είναι παρούσα στο νέο διεθνή καταμερισμό επενδύσεων. Η εύθραυστη μακροοικονομική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας και η ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων στη διάρθρωση και λειτουργία της, ως αποτέλεσμα τόσο της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης όσο και εγγενών αδυναμιών, περιορίζουν σημαντικά το βαθμό ευελιξίας και προσαρμοστικότητάς της, με συνέπεια η επαναφορά σε μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική να είναι μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία.