Βασιλική Σουλαδάκη: Μεσαία τάξη: Eύθραυστο παρόν, αβέβαιο μέλλον

A Conceptual Vector Illustration of Gap Between Rich and Poor

Τις προηγούμενες μέρες διάβασα το εξαιρετικά ενδιαφέρον και καλογραμμένο βιβλίο του Φοίβου Καρζή «Το Μεσαίο Κενό – Η ακμή και η κρίση της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα και τον κόσμο» από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Είναι αλήθεια ότι αν και παγκοσμίως η συνολική ευημερία αυξάνει και βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο της ανθρώπινης ιστορίας, η μεσαία τάξη στις δυτικές κοινωνίες βιώνει μια πρωτοφανή κρίση, σε αντίθεση με αναπτυσσόμενες χώρες, που κάποτε ήταν σε βαθιά υστέρηση, όπως η Ινδία και η Κίνα.

Η κατάρρευση του διπολικού κόσμου και η ανάδυση των ασιατικών χωρών ανασυνθέτουν την παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομία. Η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί πλούτο, ο οποίος κατανέμεται άνισα.

Το Λονδίνο, παρά την λάμψη και την ευημερία των προνομιούχων, παραμένει μια πρωτεύουσα της αγγλικής φτώχειας, η οποία οφείλεται κυρίως στα απλησίαστα ενοίκια που πληρώνουν τα μισά απ’ όλα τα νοικοκυριά που ζουν σε αυτό.

Δεν είναι τυχαία η δήλωση του Ολαφ Σολτς, υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας «να μην καταντήσουμε σαν το Λονδίνο», όταν το 2019 οι αρχές του Βερολίνου ψήφισαν υπέρ της επιβολής ενοικιοστασίου για πέντε χρόνια με την υποστήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Στο Λονδίνο περίπου 2,3 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Από αυτούς το 58% ζει σε οικογένειες όπου τουλάχιστον ένα μέλος εργάζεται, αλλά η αμοιβή δεν φτάνει ούτε για τα στοιχειώδη και το ποσοστό που βρίσκονται σε φτώχεια αυξήθηκε κατά 50% μέσα σε μια δεκαετία.

Η μισθωτή εργασία δεν εξασφαλίζει πια έστω την ένταξη στην κατώτερη μεσαία τάξη με την προοπτική κοινωνικής ανόδου.

Ο κατώτατος μισθός δεν αποτελεί πλέον εγγύηση κοινωνικής προοπτικής, ούτε καν εξόδου από την φτώχεια. Σε ελάχιστες χώρες οι 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας επαρκούν για να συγκεντρώσει ο εργαζόμενος εισόδημα πάνω από το σχετικό όριο της φτώχειας. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, χρειάζονται σχεδόν 60 ώρες, 50% πάνω από το πενθήμερο/οκτάωρο, ενώ υπάρχουν και ακραίες περιπτώσεις όπως της Τσεχίας που χρειάζονται πάνω από 80 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας.

Ο δείκτης ανισότητας από μόνος του δεν λέει κάτι.

Τα επίπεδα της ανισότητας σε Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία έχουν υποχωρήσει, αλλά ο περιορισμός των ανισοτήτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως μια ευημερούσα κοινωνία. Μπορεί να συνεπάγεται το ακριβώς αντίθετο. Ας πούμε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι χώρες με τον χαμηλότερο δείκτη ανισότητάς στον κόσμο είναι η Ουκρανία και η Λευκορωσία.

Όσον αφορά τη φορολόγηση, παρατηρούμε ότι ενώ σε χώρες όπως οι σκανδιναβικές έχει λειτουργήσει θετικά, με την έννοια ότι οι υψηλοί φόροι χρηματοδοτούν το υψηλό επίπεδο των κρατικών υπηρεσιών, στην Ελλάδα της κρίσης έφερε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα αφού δεν λειτούργησε αναδιανεμητικά. Τουναντίον, στην Ελλάδα, «ήταν ένα εργαλείο διάλυσης των μεσοστρωμάτων και αντίστροφης αναδιανομής, όχι υπέρ των ασθενέστερων, αλλά υπέρ εκείνων που μπορούσαν να ξεφύγουν από τα δίχτυα των φορολογικών μηχανισμών».  

Είναι επίσης απολύτως σαφές ότι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ανισότητες μεταξύ των χωρών μελών είναι χαοτικές και η Ε.Ε. των δύο ταχυτήτων μια σκληρή πραγματικότητα: Στον δείκτη κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, στην Ελλάδα κινδυνεύει το 35,6% του πληθυσμού, στην Ισπανία το 27,9 και στην Ιταλία το 28,7%, ενώ στη Φινλανδία, στη Δανία και στην Τσεχία το ποσοστό κυμαίνεται από το 13,3% έως 16,7%.

Ο συγγραφέας Κλαούντιο Μάγκρις περιγράφει την Ιταλία σαν την «κουρασμένη χώρα», όπου «η οικονομική κρίση δείχνει να προκαλεί όχι τόσο μια μάχη για επιβίωση, όσο μια εξαντλημένη παραίτηση».  Ωστόσο, έτσι θα μπορούσε κανείς να περιγράψει και την Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας.

Παράλληλα, παρατηρούμε τη δημιουργία μιας «διεθνοποιημένης» μεσαίας τάξης φιλόδοξων και υπεραμειβόμενων στελεχών, που κινούνται ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους αναζητώντας ευκαιρίες που δεν τους δίνει η πατρίδα τους.

Την ίδια στιγμή, όσοι δεν μπορούν να φύγουν, διακατέχονται από ένα ισχυρό αίσθημα αδικίας και μειονεξίας, καθώς ενώ βλέπουν ότι συνολικά ο κόσμος προοδεύει, εκείνοι «μένουν πίσω».

«Οι εργαζόμενοι στις πλούσιες χώρες συνθλίβονται ανάμεσα στους συμπατριώτες τους, με τις υψηλές απολαβές, που θα συνεχίσουν να βγάζουν λεφτά από την παγκοσμιοποίηση, και στους εργαζόμενους των αναδυόμενων χωρών, που η σχετικά φθηνή εργατική τους δύναμη καθιστά ακόμα πιο ελκυστική την πρόσληψή τους» γράφει ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς στο βιβλίο του «Παγκόσμια Ανισότητα».