Πού έχουν δίκιο και πού άδικο Αυστρία, Ολλανδία και Σουηδία σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης

Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα ταμείο 750 δισ. ευρώ (842 δισ. δολαρίων) για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας είναι ένα «κβαντικού» επιπέδου άλμα στην αντιμετώπιση κρίσεων της Ευρώπης.

Ωστόσο, παρ’ όλες τις καλές προθέσεις, οι πολιτικοί ηγέτες έχουν ακόμη να συμφωνήσουν επί των λεπτομερειών του σχεδίου.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο –μια «σύναξη» ηγετών χωρών, κυρίως πρωθυπουργών, αλλά και ορισμένων προέδρων– συνεδρίασε την περασμένη εβδομάδα προκειμένου να συζητήσει επί του σχεδίου, αν και οι περισσότεροι εξωτερικοί παρατηρητές αναμένουν μόνο μια σημαντική ανακάλυψη τον Ιούλιο.

Η Ε.Ε. εξακολουθεί να παλεύει με την αντιπολίτευση των λεγόμενων «τεσσάρων της λιτότητας»: Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία και Δανία. Οι ηγέτες των συγκεκριμένων χωρών συνέταξαν την προηγούμενη εβδομάδα επιστολή προς τους Financial Times, εκφράζοντας τις αμφιβολίες τους για διάφορες πτυχές της πρότασης, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ένα τμήμα των χρημάτων θα εκχωρηθεί στις χώρες – δικαιούχους με τη μορφή επιχορηγήσεων.

Προσοχή στις μάχες που διαλέγουν

Τα τέσσερα έθνη πρέπει να είναι προσεκτικά ως προς τις μάχες που διαλέγουν να δώσουν. Υπάρχει ένα ισχυρό οικονομικό επιχείρημα για την δημιουργία ενός διευρυμένου εργαλείου για την υποστήριξη ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μεγάλη ένδειξη αλληλεγγύης από πλευράς της ηπείρου προς τις χώρες που την αποτελούν.

Ωστόσο, έχει επίσης μια λογική για τη Σουηδία και τη Δανία να θέτουν το ερώτημα εάν ένας τέτοιος μηχανισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ή απλώς να περιορίζεται στη ζώνη των 19 του ευρώ, στην οποία δεν ανήκουν ούτε οι Σουηδοί ούτε οι Δανοί.

Και είναι απολύτως λογικό οι δημοσιονομικά «συνετοί» Ολλανδοί και Αυστριακοί να επιμένουν σε επαρκή μέσα ελέγχου και εξισορρόπησης προκειμένου να είναι βέβαιοι ότι τα χρήματα έκτακτης ανάγκης θα δαπανώνται με ορθό τρόπο από τα κράτη τα οποία θα τα λάβουν. Είναι δύσκολο να είναι κανείς απολύτως σίγουρος ότι αυτό πράγματι θα συμβεί.

Γιατί Ταμείο της Ε.Ε. και όχι της Ευρωζώνης

Η απόφαση για τη δημιουργία ενός Ταμείου Ανάκαμψης στο πλαίσιο της Ε.Ε. και όχι σε επίπεδο Ευρωζώνης, έχει πρακτικό νόημα. Η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τις υπάρχουσες εξουσίες της για να δανειστεί χρήματα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, αντί να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού.

Οι χώρες της Ευρωζώνης, από την πλευρά τους, πέρασαν μήνες παζαρεύοντας επί της δυνατότητας δημιουργίας κάποιου είδους κοινού προϋπολογισμού, για να καταφέρουν τελικά να συμφωνήσουν σε ένα ισχνό ποσό, το οποίο μάλιστα δεν θα μπορούσε καν να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση ενός οικονομικού «σοκ».

Αντιθέτως, η Ε.Ε. διαθέτει ήδη προϋπολογισμό, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση πανευρωπαϊκού χαρακτήρα έργων και για τη στήριξη των πιο ευάλωτων περιοχών της.

Δεν είναι σαφές, ωστόσο, γιατί χώρες της Ε.Ε. με χρηστή εσωτερική οικονομική διαχείριση όπως η Σουηδία ή η Δανία θα πρέπει να εγκρίνουν και να λάβουν μέρος σε ένα σύστημα περαιτέρω μεταβιβάσεων πόρων το οποίο θα ωφελήσει κυρίως τα προβληματικά κράτη της Ευρωζώνης.

Το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ευρώπης σχετίζεται κυρίως με την νομισματική ένωση, η οποία έχει κοινή νομισματική πολιτική, ωστόσο δεν διαθέτει σύστημα μεταβιβάσεων προς υποστήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν κάποιο μεμονωμένο σοκ.

Η πανδημία του Covid-19 αποτελεί μια κοινή απειλή, έχει ωστόσο ασύμμετρα αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, υποφέρουν περισσότερο από άλλες.

Μοιάζει σωστό ορισμένες από αυτές τις κυβερνήσεις να λάβουν βοήθεια με τη μορφή επιχορηγήσεων και όχι δανείων, καθώς η πανδημία δεν αποτελεί λάθος ή ευθύνη καμιάς μεμονωμένης χώρας και θα ήταν επικίνδυνο να καταστούν ακόμη πιο αδύναμες ήδη προβληματικές από οικονομική άποψη χώρες. Αυτό, ωστόσο, είναι ουσιαστικά ένα ζήτημα που αφορά την Ευρωζώνη.

Οι φόβοι για το πώς θα δαπανηθούν τα χρήματα και για την πιθανή αδυναμία της Κομισιόν

Το άλλο σημαντικό πρόβλημα με το Ταμείο Ανάκαμψης σχετίζεται με το πώς θα δαπανηθούν τα χρήματα. Το μεγαλύτερο μερίδιο της «χοάνης» των 750 δισ. ευρώ θα καταβληθεί σε μεμονωμένα κράτη – μέλη αφού παρουσιάσουν τα δικά τους προγράμματα οικονομικής μεταρρύθμισης μετά την κρίση.

Θεωρητικά, η Επιτροπή θα πρέπει να επιβλέπει και να αξιολογεί την ποιότητα αυτών των προτάσεων και να διανέμει τα χρήματα μόνον εάν μια χώρα τηρεί τις πρώτες δεσμεύσεις της. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο αν η Επιτροπή έχει την πολιτική ισχύ –ή ακόμα και τη νομιμοποίηση– να αρνηθεί τα χρήματα σε μια χώρα επειδή δεν θα της αρέσει η πρότασή της.

Ακόμη χειρότερα, οι Βρυξέλλες μπορεί να επιλέξουν να εκταμιεύσουν μεταγενέστερους γύρους χρηματοδότησης, ακόμη και αν μια χώρα έχει υπαναχωρήσει σε σχέση με τις αρχικές της δεσμεύσεις.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε πάνελ, ο Luis Garicano, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκ των πρώτων υποστηρικτών ενός Ταμείου Ανάκαμψης, ανέφερε ότι θα ήθελε να δει έναν μεγαλύτερο ρόλο για τους ευρωβουλευτές στον έλεγχο των επιχορηγήσεων και το «ξεκλείδωμα» των χρημάτων.

Η Ολλανδία και η Αυστρία πιθανόν να θέλουν να αξιοποιήσουν την ιδέα του ή να παρουσιάσουν πιο ακριβή και αυστηρά κριτήρια για την κατανομή πόρων από την Επιτροπή. Δυστυχώς, υπάρχει μακρά ιστορία κακοδιαχείρισης εκ μέρους διάφορων χωρών των κονδυλίων της Ε.Ε., γεγονός το οποίο ενισχύει το επιχείρημα για μια καλύτερη εποπτεία αυτή τη φορά.

Οι ηγέτες των «τεσσάρων της λιτότητας» μπορεί να αισθάνονται ότι έχουν την εσωτερική υποστήριξη των λαών τους στη συγκεκριμένη μάχη, ωστόσο κινδυνεύουν να απομονωθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντί να αντιστέκονται στην απαραίτητη αναβάθμιση των οικονομικών υποδομών της Ευρώπης, θα πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία να βελτιώσουν τη λειτουργία τους.