Ο Μπάιντεν δεν πρέπει να επαναλάβει τα λάθη Ομπάμα στην οικονομία

Οι δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν ότι ο Τζο Μπάιντεν είναι πλέον αδιαφιλονίκητο φαβορί για τη νίκη στις προεδρικές εκλογές του φθινοπώρου στις ΗΠΑ. Εάν το προβάδισμά του διατηρηθεί έως και τις 3 Νοεμβρίου, θα βρεθεί σε τροχιά να κληρονομήσει μια οικονομική κρίση ισοδύναμη με εκείνη που αντιμετώπισε ως αντιπρόεδρος της χώρας πριν από 12 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι θα αντιμετωπίσει κι εκείνος την ίδια παγίδα στην οποία αιχμαλωτίστηκε η κυβέρνηση Ομπάμα – δηλαδή τον κίνδυνο να επικεντρωθεί υπερβολικά στην αντιμετώπιση της άμεσης κρίσης και να παραμελήσει την διαδικασία της ανάκαμψης.

Οι αρχικές επιτυχίες Ομπάμα «τυφλώνουν» τους αναλυτές

Η επιτυχία του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα –σε στενότατη συνεργασία με τον τότε πρόεδρο της Federal Reserve Μπεν Μπερνάνκι– στο να περιορίσει τη ζημία που προκάλεσε η Παγκόσμια Χρηματοοικονομική Κρίση έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές και σχολιαστές να υπερεκτιμούν τις επιδόσεις του όσον αφορά τον χειρισμό της Μεγάλης Ύφεσης (Great Recession), η οποία ακολούθησε.

Με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ, η κυβέρνηση Ομπάμα επινόησε, σχεδίασε και εφάρμοσε διάφορες πολιτικές για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εάν δεν το είχε πράξει, η Great Recession θα ήταν πιθανότατα τόσο βαθιά όσο η Μεγάλη Ύφεση (Great Depression) του 1929-1933. Στη συνέχεια, ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έκανε πολλά για την προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης.

Η American Recovery and Reinvestment Act, η νομοθετική πράξη – σύμβολο της προσπάθειάς της για τόνωση της οικονομίας, ήταν άτακτα και βιαστικά σχεδιασμένη και επιπλέον μικρή σε όγκο, σε σύγκριση με το τεράστιο μέγεθος της κρίσης. Υπό το TARP (Πρόγραμμα Ανακούφισης Προβληματικών Assets, το οποίο είχε εγκριθεί επί κυβερνήσεως προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου, ωστόσο τέθηκε σε εφαρμογή από τον Μπαράκ Ομπάμα), το Κογκρέσο παρείχε μια «λευκή επιταγή» ύψους 700 δισ. δολαρίων προκειμένου να σώσει το τραπεζικό σύστημα, ωστόσο η κυβέρνηση Ομπάμα ζήτησε ένα σύμφυρμα μόλις 787 δισ. δολ. σε αύξηση δαπανών και μειώσεις φόρων για την ανοικοδόμηση της οικονομίας.

Πολλά από αυτά προορίζονταν για τις πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις και διοικήσεις, ωστόσο ορίστηκαν τόσο στενά και περιοριστικά κριτήρια που οι «παραλήπτες» τους δυσκολεύονταν να βρουν projects κατάλληλα προς ένταξη και χρηματοδότηση.

Ακόμη χειρότερα, παρόλο που η οικονομία των ΗΠΑ είχε εισέλθει σε μια μακροχρόνια παγίδα ρευστότητας, που ορίζεται ως μια κατάσταση στην οποία, ακόμη και σε μηδενικά επίπεδα, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δεν μπορούν να κινήσουν ικανό επίπεδο επενδύσεων, η κυβέρνηση έπραξε ελάχιστα προκειμένου να ενθαρρύνει τις ιδιωτικές κεφαλαιακές δαπάνες.

Οι λάθος προτεραιότητες

Οι Γκάιτνερ και Ομπάμα έστρεψαν γρήγορα την προσοχή τους στην αύξηση των φόρων και την ενίσχυση του ρυθμιστικού πλαισίου – μέσω μιας σαρωτικής μεταρρύθμισης στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και μιας ματαιωμένης προσπάθειας στο ζήτημα της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων. Είναι ξεκάθαρο γιατί επέλεξαν να πράξουν όσα έπραξαν: είχαν ένα χρονικά στενό περιθώριο δημοφιλίας ταυτόχρονα με ένα Κογκρέσο με την πλειοψηφία στο πλευρό τους. Δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία τους. Ήθελαν να εκπληρώσουν σημαντικούς πολιτικούς τους στόχους. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες πολιτικές είχαν αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις. Αύξησαν το κόστος και την αβεβαιότητα σε ό,τι αφορούσε τις νέες επενδύσεις και έκαναν πολύ πιο δύσκολο για την Federal Reserve να λάβει μέτρα τόνωσης της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας.

Στη συνέχεια, το 2011, ο Ομπάμα έστρεψε πρόωρα την προσοχή του στη μείωση του ελλείμματος. Αυτό πιθανόν να ήταν κάτι που βαθιά και ειλικρινά επιθυμούσε να κάνει ή πιθανόν να είχε παρακινηθεί από το κίνημα του Tea Party. Μπορεί να εικάσει κανείς ότι ήταν και τα δύο. Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε σίγουρα υπερεκτίμησε την επίδραση του Tea Party όσον αφορά τις θεμελιώδεις προτεραιότητες των ρεπουμπλικανών γερουσιαστών και βουλευτών.

Η κυβέρνηση εισήλθε σε μία εξαιρετικά δυσάρεστη «ισορροπία του τρόμου» και των αντιπαραθέσεων με το ελεγχόμενο– πια­– από τους ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο. Ξανά και ξανά, καθώς ο λεπτοδείκτης του ρολογιού επανειλημμένα έπεφτε επάνω στο ανώτατο όριο χρέους, ο Ομπάμα επέμενε να ανταλλάσσει μειώσεις δαπανών με αυξήσεις φόρων.

Όταν αυτή η στρατηγική αποδείχθηκε ανεπαρκής στο να επιφέρει σημαντική πρόοδο στο ζήτημα του ελλείμματος, δημιουργήθηκε μια τρίτη τεχνητή κρίση με τη μορφή του «δημοσιονομικού κόφτη» (sequester).

Αυτές οι απόπειρες συμπίεσαν την οικονομική ζήτηση άμεσα αυξάνοντας τους φόρους και μειώνοντας τις δαπάνες και έμμεσα αυξάνοντας την πολιτική αβεβαιότητα σε πρωτοφανή έως τότε ύψη. Κατά συνέπεια, η ανάκαμψη ήταν πολύ πιο αργή και πιο άνιση απ’ όσο χρειαζόταν.

Ο Πρόεδρος Μπάιντεν πρέπει να κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση

Εάν αναλάβει Πρόεδρος τον Ιανουάριο του 2021, ο Μπάιντεν θα πρέπει να κινηθεί προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.

Τα μεγαλεπήβολα σχέδια για την αναμόρφωση της οικονομίας θα πρέπει να τεθούν σε προσωρινή παύση. Τυχόν περαιτέρω προσπάθειες τόνωσης θα πρέπει να επικεντρωθούν στην αύξηση των μακροπρόθεσμου χαρακτήρα επενδύσεων. Το σημαντικότερο, με τις ΗΠΑ να μπορούν να δανείζονται από τις αγορές με 30ετή ομόλογα με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο, ο Μπάιντεν πρέπει να αναγνωρίσει ότι το έλλειμμα και συγκεκριμένα η μείωσή του μπορούν να περιμένουν.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αυξηθούν οι φόροι στους Αμερικανούς την ώρα που οι τελευταίοι θα παλεύουν να ανασυντάξουν τη ζωή τους μετά το πλήγμα της κρίσης του κορωνοϊού. Ακόμη και οι προσπάθειες αντιμετώπισης του ζητήματος της μακροπρόθεσμης αύξησης δαπανών, η οποία θα πρέπει όντως κάποια στιγμή να γίνει, θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε περαιτέρω οικονομική επιβράδυνση, αύξηση της αβεβαιότητας και μείωση των επενδύσεων.

Πριν από μία δεκαετία, η κυβέρνηση Ομπάμα αγνόησε την οικονομική ανάκαμψη υπέρ μακρόπνοων προτεραιοτήτων. Αυτό ήταν ένα λάθος που επιβράδυνε την ανάκαμψη και καθόρισε αρνητικά τις οικονομικές τύχες μιας ολόκληρης γενιάς. Η οικονομία δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει στον Πρόεδρο Μπάιντεν να διαπράξει το ίδιο λάθος.