Το μεγάλο στοίχημα για οικονομία και τράπεζες

Η κυβέρνηση, ομολογουμένως, αντιμετώπισε με επιτυχία την πανδημία, λαμβάνοντας δραστικά μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού, με στόχο πρωτίστως την προστασία της δημόσιας υγείας. Η τακτική αυτή, ωστόσο, έχει αναπόφευκτα υψηλό οικονομικό κόστος. Βεβαίως, είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η υγειονομική κρίση δοκιμάζει τις οικονομικές και κοινωνικές αντοχές, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά όλων των χωρών του πλανήτη.

Του Σπύρου Σταθάκη

Όπως σημειώνει και στην τελευταία του έκθεση το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), η πανδημία του νέου κορωνοϊού έχει προκαλέσει σημαντικούς κλυδωνισμούς στην παγκόσμια οικονομία και οι οικονομικές προβλέψεις αναφέρουν την παρούσα ύφεση ως δυσμενέστερη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009. Η πανδημία, με τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα για υγειονομικούς λόγους, πλήττει και την ελληνική οικονομία, με συνέπεια να προβλέπεται ύφεση για το 2020, το βάθος της οποίας δεν μπορεί σήμερα να προσδιοριστεί επακριβώς. Άλλωστε η χώρα αντιμετωπίζει ένα συμμετρικό παγκόσμιο εξωτερικό κλονισμό, μια πανδημία, που επηρεάζει τη συνολική ζήτηση, τη συνολική προσφορά, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και τις διεθνείς αλυσίδες προσφοράς και αξίας.

Επιδείνωση

Σύμφωνα και με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα έχει επηρεαστεί αρνητικά από το ξέσπασμα του COVID-19 και οι οικονομικές προοπτικές υπόκεινται σε υψηλή αβεβαιότητα. Με βάση την εαρινή πρόβλεψη της Επιτροπής για το 2020, η ελληνική οικονομία αναμένεται να είναι δεχθεί ένα από τα πιο μεγάλα πλήγματα στην Ε.Ε. το 2020, αν και προβλέπεται αρκετά ισχυρή ανάκαμψη για το 2021. Είναι επομένως ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα να διατηρήσει, και όπου χρειάζεται να ενισχύσει, μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για περαιτέρω υποστήριξη της οικονομικής ανάκαμψης, να βελτιώσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και να στηρίξει τη δέσμευση για βελτίωση της μακροπρόθεσμης οικονομικής της δυναμικής.

Από κει και πέρα, όπως επισημαίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η πανδημία του κορωνοϊού θα προκαλέσει, πρόσκαιρα, αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους των χωρών, κυρίως εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων που έχουν επιβληθεί για να ελαχιστοποιηθούν οι ανθρώπινες απώλειες. Η ταχύτητα της ανάκαμψης μετά την άρση αυτών των μέτρων, η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα στηρίξουν την ανάπτυξη και ο βαθμός κοινής δράσης που θα αναλάβουν τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και που, ιδανικά, θα πρέπει να είναι μεγέθους αντίστοιχου με εκείνο της παρέμβασης της ΕΚΤ, θα καθορίσουν το αν η πανδημία θα έχει προσωρινή ή μόνιμη αρνητική επίδραση στα δημόσια οικονομικά των πιο ευάλωτων, από την άποψη του δημόσιου χρέους, κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ, στα οποία συγκαταλέγεται και η Ελλάδα.

Η έκταση των επιπτώσεων

Όπως ήδη αναφέραμε, ακόμη και σήμερα κανείς δεν γνωρίζει την έκταση και το βάθος αυτής της υγειονομικής κρίσης. Φαίνεται, όμως, ότι η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι θα πληγεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα λόγω: α) της μεγάλης, σχετικά, εξάρτησής της από τουρισμό και μεταφορές, β) της διάρθρωσής της, η οποία χαρακτηρίζεται από μικρού μεγέθους επιχειρήσεις με μικρά περιθώρια αντίδρασης σε καταστάσεις περιστολής της οικονομικής δραστηριότητας και γ) την υψηλή, σχετικά, προστιθέμενη αξία κλάδων όπως «διαχείρισης ακίνητης περιουσίας» «χονδρικό, λιανικό εμπόριο… υπηρεσίες εστίασης…», «τέχνες διασκέδαση και ψυχαγωγία» κ.λ.π. οι οποίοι πλήττονται άμεσα και ισχυρά λόγω του κανόνα των αυξημένων κοινωνικών αποστάσεων που επιβάλλουν οι προδιαγραφές προστασίας έναντι της επιμόλυνσης από τον κορωνοϊό.

Οι προβλέψεις

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, όπως τις έχει αναλύσει το ΚΕΠΕ, οι κρατικές καταναλωτικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 1,782 δισεκατομμύρια ευρώ, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 6,422 δισεκατομμύρια ευρώ και, τέλος, οι εξαγωγές αναμένεται να μειωθούν κατά περίπου 14,918 δισεκατομμύρια ευρώ.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη αυτές τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτιμάται ότι θα προκληθεί μία συνολική (άμεση και έμμεση):

• Μείωση του ΑΕΠ κατά περίπου 7,16%,

• Μείωση στα επίπεδα της συνολικής απασχόλησης περίπου 7,20%,

• Μείωση των συνολικών εισαγωγών περίπου 15,53%.

Σύμφωνα τώρα με τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών, οι κρατικές καταναλωτικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 0,364 δισεκατομμύρια ευρώ, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 0,985 δισεκατομμύρια ευρώ και, τέλος, οι εξαγωγές αναμένεται να μειωθούν κατά περίπου 13,384 δισεκατομμύρια ευρώ.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη αυτές τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών, το ΚΕΠΕ εκτιμά ότι θα προκληθεί μία συνολική (άμεση και έμμεση):

• Μείωση του ΑΕΠ κατά περίπου 5,67%,

• Μείωση στα επίπεδα της συνολικής απασχόλησης περίπου 5,32%,

• Μείωση των συνολικών εισαγωγών περίπου 10,40%.

Από την ανάλυση του ΚΕΠΕ των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων του COVID-19 στην ελληνική οικονομία προκύπτει ότι, στη βάση των υποθέσεων των σεναρίων του υπουργείου Οικονομικών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αυτόνομη ζήτηση, εκτιμάται μείωση του ΑΕΠ κατά 5,67% και 7,16%, της απασχόλησης κατά 5,32% και 7,20%, και των συνολικών εισαγωγών κατά 10,40% και 15,53%, αντίστοιχα. Το μεγαλύτερο μέρος της καθίζησης της οικονομίας αναμένεται να προκληθεί από τις αρνητικές επιδράσεις της μείωσης των εξαγωγών, και κυρίως από τους τομείς του τουρισμού και της ναυτιλίας, ενώ οι επιπτώσεις στην εσωτερική ζήτηση αφορούν κυρίως τον τομέα των κατασκευών.

Από τη μεριά της, η Ε.Υ. Ελλάδος σε δική της ανάλυση εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 9,5% το 2020 σε όρους ΑΠΑ, σε σύγκριση με το 2019, ενώ η απασχόληση θα υποχωρήσει κατά 4,1%. Αυτό είναι και το σενάριο βάσης, σύμφωνα με το οποίο ο δείκτης μετάδοσης του ιού R θα διαμορφωθεί στα επίπεδα του R=1, η κατανάλωση θα επανέλθει μεσοπρόθεσμα, οι επενδύσεις θα συρρικνωθούν, τα σύνορα θα ανοίξουν μερικώς τον Ιούλιο, ενώ η κοινωνική συμπεριφορά των Ελλήνων θα εξακολουθήσει να επηρεάζεται από την πανδημία.

Το αισιόδοξο σενάριο βασίζεται στην παραδοχή δείκτη μετάδοσης του ιού R μικρότερου της μονάδας (R<1), γεγονός που θα επιτρέψει την ταχεία ανάκτηση των απωλειών της κατανάλωσης και των επενδύσεων που καταγράφηκαν κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, το άνοιγμα των συνόρων τον Ιούνιο και την επιστροφή στις προ-κορωνοϊού κοινωνικές συμπεριφορές. Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, η μείωση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας θα περιοριστεί στο 7,1% και της απασχόλησης στο 3,1%.

Το απαισιόδοξο σενάριο

Το απαισιόδοξο σενάριο βασίζεται στην υπόθεση δείκτη R μεγαλύτερου της μονάδας (R>1), που θα οδηγήσει σε δεύτερο κύμα της πανδημίας, και, κατ’ επέκταση, σε εξαιρετικά αργή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και πλήρη άρση των ταξιδιωτικών περιορισμών στις αρχές του 2021. Σύμφωνα με τη δυσμενή αυτή εκτίμηση, η μείωση σε όρους ΑΠΑ θα φθάσει το 12,5%, ενώ η απασχόληση θα συρρικνωθεί κατά 5,4%. Και στα τρία σενάρια, η ύφεση κορυφώνεται κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, με μέγιστη συρρίκνωση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας κατά 17% (σενάριο βάσης), 15% (αισιόδοξο σενάριο) και 19% (απαισιόδοξο σενάριο) ανά εκτίμηση, με την απασχόληση να συρρικνώνεται κατά 6,9%, 5,8% και 8,8% αντίστοιχα, ενώ επιστροφή στα απόλυτα μεγέθη που καταγράφηκαν στο τέλος του 2019, δεν αναμένεται πριν το τελευταίο τρίμηνο του 2021.

Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική στήριξη της οικονομίας, σε σχετική ανάλυση και η Εθνική Τράπεζα σημειώνει ότι η σωρευτική εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής στήριξης που υπερβαίνουν τα 15 δισ. – 8 δισ. ευρώ σε κοινωνικές παροχές, επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις, 3 δισ. ευρώ σε αναστολές πληρωμών φορολογικών υποχρεώσεων και κοινωνικής ασφάλισης και 4 δισ. ευρώ σε μορφή κρατικών δανείων και εγγυήσεων για νέο τραπεζικό δανεισμό – αναμένεται να συμβάλει στη μείωση της αβεβαιότητας, επιταχύνοντας την ανάκαμψη. Η ανωτέρω επίδραση, όπως και η εισροή πόρων από την Ε.Ε. το 2ο εξάμηνο (άνω των 5 δισ. ευρώ, τα οποία θα συμβάλουν και στη χρηματοδότηση των προαναφερθέντων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης) ενσωματώνονται μερικώς, μόνο, στις προβλέψεις της ΕΤΕ για ετήσια ύφεση 7,5% το 2020, διότι δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί η αντίδραση του ιδιωτικού τομέα στα μέτρα στήριξης, σε ένα περιβάλλον –έστω και παροδικής– επιδείνωσης των συνθηκών στην αγορά εργασίας, καθώς η πίεση στη δραστηριότητα υποκλάδων υπηρεσιών πιθανόν να διατηρηθεί μέχρι το τέλος του έτους.

Η επίδραση της πανδημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα

Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με την πανδημία οι κίνδυνοι για τις τράπεζες είναι κυρίως πιστωτικοί κίνδυνοι, που θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της ύφεσης. Οι τράπεζες θα πρέπει λοιπόν να είναι προσεκτικές για να προστατεύσουν τους ισολογισμούς τους, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τη μεγάλη ευελιξία και τη ρευστότητα που τους παρέχει η ΕΚΤ ώστε να προσφέρουν χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις και με αυτό τον τρόπο να συμβάλουν στη διαφύλαξη του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Ήταν μια ατυχής συγκυρία το γεγονός ότι τη στιγμή ακριβώς που οι ελληνικές τράπεζες είχαν ήδη επιτύχει αξιόλογη πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), η πανδημία αύξησε τον κίνδυνο αναστροφής αυτής της προόδου.

Ειδικότερα, η επίπτωση στις τράπεζες θα εξαρτηθεί από το μέγεθος της ύφεσης και από τον βαθμό επιδείνωσης της φερεγγυότητας του ιδιωτικού τομέα και κυρίως των επιχειρήσεων και των

νοικοκυριών που έχουν υποχρεώσεις προς τις τράπεζες. Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Τα δύο βασικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες είναι προβλήματα ρευστότητας και προβλήματα που συνδέονται με την κεφαλαιακή τους επάρκεια λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού. Η κρίση αναπόφευκτα θα προκαλέσει ζημιές στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα διότι η επιδείνωση της φερεγγυότητας του ιδιωτικού τομέα θα έχει αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην εξυπηρέτηση των υφιστάμενων τραπεζικών δανείων όσο και στη χορήγηση νέων δανείων.

Τα δάνεια

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία Σεπτεμβρίου 2019 το σύνολο των δανείων είναι περίπου 170 δισ. ευρώ και το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων περίπου 71 δισ. ευρώ. Το σύνολο

των υφιστάμενων δανείων σε «Υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης» είναι περίπου 7,5 δισ. ευρώ. Ο κλάδος των ξενοδοχείων και της εστίασης αναμένεται να δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Μια ρεαλιστική εκτίμηση είναι ότι το 40-50% αυτών των δανείων μπορεί να σταματήσουν να αποπληρώνονται σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις και να αυξήσουν αντίστοιχα το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Οικονομικού Επιμελητηρίου, αν η ύφεση είναι 5% τότε ο λόγος των ΜΕΔ θα αυξηθεί κατά 6 μονάδες περίπου (10 δισ. νέα ΜΕΔ) και αν η ύφεση είναι 10% ο λόγος των ΜΕΔ θα αυξηθεί κατά 10 μονάδες (16,8 δισ. νέα ΜΕΔ).

Επιπλέον, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών κρίνεται ικανοποιητική. Ο δείκτης μόχλευσης βρίσκεται περίπου στο 11% (το κατώτατο όριο με βάση το κανονιστικό πλαίσιο είναι 4%-5%). Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η καθαρή θέση των τραπεζών αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (δες Πίνακα 1). Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις είναι στοιχείο ενεργητικού αμφιβόλου ποιότητας και αντανακλά την παρούσα αξία των ωφελειών που θα έχουν οι τράπεζες λόγω της δυνατότητας που τους δίνει η νομοθεσία να συμψηφίζουν φορολογικές υποχρεώσεις με ζημίες από προβλέψεις δανείων και ζημιές από το PSI για τα επόμενα 20 έτη. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αν μία χρήση είναι ζημιογόνος μέρος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων θα πρέπει να καλύπτεται με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με αποκλειστική συμμετοχή του Δημοσίου. Τα αποτελέσματα των τραπεζών για το 2020 αναμένεται να είναι ζημιογόνα, άρα σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ενεργοποιηθεί η ρήτρα αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.

Το ΑΕΠ

Το ΚΕΠΕ, με τη σειρά του, σε σχετική ανάλυση επισημαίνει ότι η επίδραση της οικονομικής ανάπτυξης, και εν προκειμένω του ρυθμού μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ και της απασχόλησης στην εξέλιξη των ΜΕΔ, εμφανίζεται να είναι η πιο ισχυρή από όλες τις μεταβλητές. Η επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της ανεργίας κατά 1% θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίστοιχη επιτάχυνση της αύξησης των ΜΕΔ σε ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 0,33% και 0,96% για τα επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια. Από την άλλη πλευρά, η μείωση του ρυθμού μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1% θα είχε ιδιαίτερα ισχυρή επίδραση, καθώς θα οδηγούσε σε αύξηση των στεγαστικών ΜΕΔ κατά 3% περίπου.

Η επερχόμενη ύφεση λοιπόν λόγω του κορωνοϊού στους επόμενους μήνες θα επιδράσει αρνητικά στις προσπάθειες μείωσης των ΜΕΔ, κυρίως μέσω του διαύλου της μείωσης της απασχόλησης η οποία αναμένεται να συνοδεύσει την πιθανή μείωση του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ. Ωστόσο, με δεδομένη τη δυσχέρεια στην ιδιωτική οικονομία, σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής ως κύριος αντισταθμιστικός παράγοντας μπορεί να αναδειχθεί η αύξηση των κρατικών δαπανών για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό μπορεί να σημαίνει μείωση των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων του κρατικού προϋπολογισμού για όσο διάστημα απαιτείται, προκειμένου να στηριχθεί η οικονομία υπό έκτακτες συνθήκες, σχεδόν «μεταπολεμικής», ανοικοδόμησης.

Οι ενέργειες

Από την πλευρά της η κυβέρνηση συνέχιζε την προσπάθεια αντιμετώπισης της υπερχρέωσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, τους δύο τελευταίους μήνες, που η χώρα είχε μπει σε κατάσταση lockdown, προέβη, μεταξύ άλλων, στις εξής ενέργειες :

  • Παρέτεινε τον υφιστάμενο νόμο για την προστασία της κύριας κατοικίας για 3 ακόμη μήνες, έως το τέλος Ιουλίου 2020, συνυπολογίζοντας ότι, εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, οι δυνητικοί δικαιούχοι αδυνατούν να υλοποιήσουν τις διαδικασίες υποβολής αίτησης, καθώς και τη νέα οικονομική πραγματικότητα.
  • Σχεδιάζει και θα υλοποιήσει ένα νέο πρόγραμμα υποστήριξης δανειοληπτών, στο οποίο το Κράτος θα επιδοτεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σημαντικό μέρος των μηνιαίων δόσεων όσων πλήττονται από τις συνέπειες του κορωνοϊού, και έχουν δάνεια με υποθήκη στην κύρια κατοικία. Με το πρόγραμμα αυτό ενισχύονται, για πρώτη φορά, οι συνεπείς δανειολήπτες, με εξυπηρετούμενα δάνεια, οι οποίοι έχουν πληγεί από την πανδημία, υποστηρίζεται το σύνολο των δανειοληπτών που επλήγησαν από την υγειονομική κρίση, και έχουν «κόκκινο» δάνειο, ακόμη και μετά το τέλος του 2018, καλλιεργείται η κουλτούρα πληρωμών, αποτρέπεται η εκμετάλλευση του νέου πλαισίου από στρατηγικούς κακοπληρωτές, περιορίζεται ο κίνδυνος δημιουργίας μιας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων, ενισχύεται η κοινωνική συνοχή και καλύπτονται πολλαπλάσιοι δανειολήπτες σε σχέση με το υφιστάμενο πλαίσιο.
  • Συνεχίζει να επεξεργάζεται ένα νέο θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης χρεών, το οποίο θα αντικαταστήσει όλα τα επιμέρους εργαλεία ρύθμισης οφειλών που υπάρχουν σήμερα. Πλαίσιο που θα περιλαμβάνει τη δυνατότητα συνολικής ρύθμισης και αναδιάρθρωσης όλων των χρεών, τη δυνατότητα παροχής δεύτερης ευκαιρίας για υπερχρεωμένους δανειολήπτες οι οποίοι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους, τη δυνατότητα πτώχευσης και παροχής δεύτερης ευκαιρίας και στα φυσικά πρόσωπα, πέραν των νομικών, πρόνοιες για δανειολήπτες που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικά ομάδες και εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών.