Βασιλική Σουλαδάκη: Το ιστορικό πίσω από τη σύγκρουση Κίνας – Ινδίας

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Κίνα και η Ινδία έχουν πολλά κοινά. Πρόκειται περί δύο αρχαίων πολιτισμών που κουβαλούν ακόμα τα σημάδια των κατακτήσεων των δυτικών αυτοκρατοριών. Και οι δύο εκσυγχρονίζονται με ταχείς ρυθμούς (αν και η Κίνα προηγείται πλέον αρκετά της Ινδίας). Και οι δύο ανακτούν τη θέση τους ως παγκόσμιες εμπορικές και οικονομικές δυνάμεις, ενώ φιλοξενούν συνολικά το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, παρά τα κοινά τους χαρακτηριστικά, Κίνα και Ινδία δεν μπόρεσαν να επιλύσουν τις συνοριακές διαφορές τους.

Πριν λίγες μέρες, είκοσι Ινδοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους σε συγκρούσεις που σημειώθηκαν με κινεζικά στρατεύματα σε διαφιλονικούμενη συνοριακή περιοχή.

Νωρίτερα ο στρατός της Ινδίας είχε ανακοινώσει πως τρεις Ινδοί –ένας αξιωματικός και δύο στρατιώτες– σκοτώθηκαν σε μια «βίαιη αντιπαράθεση» με κινεζικά στρατεύματα στις πρώτες απώλειες έπειτα από 53 χρόνια ως αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο πυρηνικές δυνάμεις και γειτονικές χώρες.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, δεν πρόκειται για ένοπλη σύγκρουση και οι θανατηφόροι τραυματισμοί προκλήθηκαν από πέτρες, αυτοσχέδια κλομπ και από πτώση στα απότομα βράχια της κοιλάδας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι αν και οι αντιπαραθέσεις, ακόμη και οι συγκρούσεις μεταξύ κινεζικών και ινδικών στρατευμάτων στα επίμαχα σύνορα ήταν σχετικά συχνές, κανείς δεν είχε χάσει τη ζωή του εδώ και δεκαετίες.

Το 1914, στη Διάσκεψη της Σίμλα, οι βρετανικές αποικιακές αρχές σχεδίασαν τη γραμμή McMahon (που πήρε το όνομά του από τον επικεφαλής διαπραγματευτή Sir Henry McMahon), η οποία καθόρισε τα όρια μεταξύ της Βρετανικής Ινδίας και του Θιβέτ.

Όταν η Ινδία κέρδισε την ανεξαρτησία της, το 1947, κληρονόμησε ακαθόριστα σύνορα με αρκετές γειτονικές χώρες.

Ωστόσο, η Ινδία αναγνώρισε τη γραμμή McMahon ως τα επίσημα σύνορά της, ενώ η Κίνα δεν την αναγνώρισε ποτέ.

Η Κίνα θεώρησε τη γραμμή McMahon παράνομη και αποικιακής αντίληψης και θεώρησε ότι τα σύνορα της Κίνας/Θιβέτ με την Ινδία ήταν αρκετά νοτιότερά της.

Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν το 1950 ο Μάο Τσε Τουγκ επιχειρεί να «απελευθερώσει» το Θιβέτ με μια μαζική επίθεση που είχε σχεδιάσει ο νεαρός τότε Ντεγκ Χσιάο Πινγκ.

Ακολούθησε μια δεκαετία αποτυχημένων διαπραγματεύσεων. Το 1962 η μεθοριακή διένεξη μεταξύ της Κίνας και της Ινδίας φτάνει στο αποκορύφωμά της. Εν μέσω της κρίσης των πυραύλων της Κούβας, ο Μάο διατάσσει μια ξαφνική επίθεση κατά των ινδικών δυνάμεων.

 Στις 26 Οκτώβρη, η κυβέρνηση της Ινδίας κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της συνεχιζόμενης επέλασης των κινεζικών στρατευμάτων στο ινδικό έδαφος. Στο μεταξύ, η σινο-ινδική σύγκρουση παίρνει διαστάσεις διεθνούς, αλλά και εσωτερικής κρίσης στην Ινδία.

Το Νέο Δελχί μετατρέπεται καθημερινά σε πεδίο μάχης λόγω των διαδηλώσεων και των συγκρούσεων μεταξύ των αστυνομικών δυνάμεων και των διαδηλωτών.

Στις 20 Νοέμβρη του 1962 η Κίνα διατάσσει κατάπαυση του πυρός και ζητεί διαπραγματεύσεις με την Ινδία, αφού προηγουμένως προελαύνει στο ινδικό έδαφος, με κατεύθυνση το κρατίδιο του Ασάμ. Αρχικά, η ινδική κυβέρνηση απορρίπτει την πρόταση, στη συνέχεια όμως, και υπό το βάρος των εξελίξεων, την αποδέχεται. Η κρίση λήγει με κατάπαυση του πυρός τον Δεκέμβρη.

Ο σύντομος πόλεμος μεταξύ Κίνας και Ινδίας, παραλίγο να προκαλέσει τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ. Τελικά η ευρύτερη αποσταθεροποίηση αποφεύχθηκε, όμως η συνοριακή διαφορά μεταξύ Κίνας και Ινδίας παρέμενε σε εκκρεμότητα.

Έκτοτε το LAC, που σημαίνει Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου, είναι ένα ευαίσθητο θέμα. Ο όρος έχει αναγνωριστεί νομικά κατά τη διάρκεια των συμφωνιών μεταξύ Κίνας – Ινδίας που υπογράφηκαν το 1993 και το 1996.

Η Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου δεν είναι σαφώς οριοθετημένη και αποτελείται από έναν τεράστιο κενό χώρο.

Το περιστατικό στην Γκαλβάν είναι μακράν το χειρότερο που έχει σημειωθεί στη Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιδεινούμενων σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ινδίας, που χρονολογούνται από την άνοδο στην εξουσία του Κινέζου Προέδρου Xi Jinping.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ινδία έχει χαρακτηρίσει  το νέο δρόμο του μεταξιού, γνωστό με τις ονομασίες OBOR (One Belt One Road) και BRI (Belt Road Iniative), ως μια νεο-αποικιακή επιχείρηση που αποσκοπεί στο να παγιδεύσει μικρότερα κράτη σε ένα δίχτυ χρέους προς όφελος της γεωπολιτικής ατζέντας της Κίνας.