Πυρηνική ενέργεια: Στοιχείο απαραίτητο για την μετά τον κορωνοϊό «πράσινη» ανάκαμψη

Με δισεκατομμύρια εργαζομένους στο σπίτι και εργοστάσια σε αδράνεια, στις αρχές Απριλίου, οι καθημερινές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα εμφανίζονταν μειωμένες κατά μόλις 17% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, σύμφωνα με μελέτη διεθνούς ομάδας επιστημόνων, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας τον Μάιο. Πρόκειται για ένα αναμφισβήτητα θετικό «παράπλευρο» κέρδος. Δυστυχώς, ωστόσο, η συγκεκριμένη εξέλιξη μάς οδηγεί απλώς στα επίπεδα ρύπων του 2006, ενώ είναι και εντελώς έκτακτη και προσωρινή.Σε μια ακόμη πιο οδυνηρή υπενθύμιση της κλίμακας στην οποία έχει φθάσει η υπόθεση του κλίματος, σκεφτείτε ότι για το σύνολο του 2020 οι ίδιοι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας και του Στάνφορντ εκτιμούν ότι τα lockdown του κορωνοϊού ισοδυναμούν με μείωση εκπομπών ρύπων κατά περίπου 4% έως 7% – δηλαδή το ύψος μείωσης το οποίο χρειαζόμαστε σε ετήσια βάση και όχι εφάπαξ προκειμένου να περιορίσουμε τη υπερθέρμανση του πλανήτη μόνον στους 1,5 βαθμούς Κελσίου, για την επίτευξη του πλέον φιλόδοξου παγκόσμιου κλιματικού στόχου. Η πρόκληση είναι σαφέστατη. Γιατί, λοιπόν, αφήνουμε μια σημαντική υπάρχουσα πηγή ενέργειας με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα έξω από τις συζητήσεις για την τόνωση της «πράσινης» διάστασης στην ενέργεια και στην οικονομία, όπως φαίνεται πως έκανε η Ευρωπαϊκή Ένωση την προηγούμενη εβδομάδα; Η πυρηνική ενέργεια είναι ιδιαίτερα πολωτικό ζήτημα, γεωπολιτικά ευαίσθητη και προφανώς όχι ακίνδυνη. Είναι, επίσης, μια αξιόπιστη πηγή καθαρής ενέργειας που μπορεί να αντικαταστήσει τα ορυκτά καύσιμα και να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε συνδυασμό με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Είναι αλήθεια ότι οι μονάδες νέας γενιάς έχουν αποδειχθεί αργές ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξής τους και δαπανηρές. Με (πολύ) καλύτερη διαχείριση των projects, ωστόσο, καθώς και με λιγότερα «μπαλώματα» και «παιχνίδια» άσκοπης ποικιλίας στα μοντέλα, αυτό μπορεί να αλλάξει. Μπορούμε οπωσδήποτε να διατηρήσουμε τους υφιστάμενους αντιδραστήρες εν ζωή αρκετά φθηνά, στο πλαίσιο μια λογικής διαχείρισης. Μικρές, αρθρωτές μονάδες, οι οποίες βρίσκονται ήδη στη φάση του σχεδιασμού, μπορούν επίσης να κάνουν τη διαφορά. Το να αφήνουμε την πυρηνική ενέργεια εκτός ατζέντας συζήτησης για μια ανάκαμψη χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος μετά την πανδημία είναι ένα λάθος για το οποίο αργότερα θα μετανιώσουμε πικρά. Απλούστατα, το ζήτημα έχει να κάνει με τις εκπομπές. Οφείλουμε να κάνουμε την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πιο πράσινη, ώστε εκείνη με τη σειρά της να γίνει πηγή ενέργειας χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για τις μεταφορές, τη θέρμανση και πολλές άλλες λειτουργίες. Η πυρηνική παραγωγή ενέργειας αυξήθηκε κατά 2,4% το 2018, στην ταχύτερη ανάπτυξή της από το 2010 – μόνον όμως χάρη στην Κίνα.

Τα παραπάνω δεν υπονοούν ότι η ηλιακή και η αιολική ενέργεια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα. Έχουν πραγματοποιήσει τεράστια βήματα και το κόστος έχει απομειωθεί δραματικά. Χωρίς πυρηνική ενέργεια, ωστόσο, η επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης εντός του αναγκαίου χρονικού ορίζοντα απαιτεί εξαιρετικά μεγάλη προσπάθεια και επιπλέον κόστος – περίπου 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετες επενδύσεις στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των προηγμένων οικονομιών μεταξύ 2018 και 2040, σύμφωνα με την IEA.

Πρόκειται για μεγάλο ποσό, μολονότι η εκτίμηση προέρχεται από έναν οργανισμό ο οποίος είναι αλήθεια ότι έχει υποτιμήσει τις ανανεώσιμες πηγές στο παρελθόν. Πρόκειται επίσης για σπατάλη ενός υπάρχοντος πόρου. Για τη μείωση των εκπομπών ρύπων στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 45%, η οποία απαιτείται προκειμένου να διατηρηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη μόνον στους 1,5 βαθμούς Κελσίου, θα απαιτείτο προσθήκη έως το 2030 έως και τέσσερεις φορές της συνολικής ηλιακής και αιολικής υποδομής που κατασκευάστηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, σύμφωνα με εκτίμηση του 2019 από τον ιδρυτή του Bloomberg NEF, Michael Liebreich. Με την προσθήκη των μεταφορών, της θέρμανσης και της βιομηχανίας το ποσοστό αυτό θα ανερχόταν έως και σε 15 φορές την τρέχουσα εγκατεστημένη χωρητικότητα, σύμφωνα με τον ίδιο.

Η «αχίλλειος πτέρνα»…

Τι γίνεται, όμως, με τα οικονομικά; Εδώ, η εικόνα είναι λιγότερο θετική. Ενώ το κόστος της ηλιακής ενέργειας έχει μειωθεί, της πυρηνικής έχει αυξηθεί. Η επέκταση της διάρκειας ζωής των υπαρχουσών μονάδων, όπου είναι δυνατόν, εξακολουθεί να είναι μη υπερασπίσιμη από οικονομική άποψη, ειδικά εάν σε αυτήν συνυπολογιστεί μια λογική τιμή όσον αφορά τον άνθρακα. Η αξία πολλών από τις συγκεκριμένες ογκωδέστατες μονάδες έχει πια υποτιμηθεί πλήρως. Μια βιώσιμη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα απαιτεί, ωστόσο, νέες μονάδες – και ο κλάδος δεν έχει διευκολύνει καθόλου τον εαυτό του σε αυτό το κομμάτι. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς τον σχεδιασμό μελλοντικών κατασκευών, με σπάνιες εξαιρέσεις, όπως η Βρετανία. Τα έργα έχουν βγει εκτός χρονικών ορίων και έχουν ξεπεράσει το προβλεπόμενο κόστος.

Απαραίτητο συστατικό της «πράσινης» ανάκαμψης

Τίποτε από τα παραπάνω, ωστόσο, δεν πρέπει να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα σε μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να το κάνει καλύτερα, με ευρύτερη τυποποίηση σχεδιασμού και κάποιου είδους καινοτομία, απλώς επαναλαμβάνοντας αποδεδειγμένα αποτελεσματικές κατασκευαστικές πρακτικές, όπως προτείνεται σε μελέτη του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT) του 2018. Η συμπερίληψη των πυρηνικών μονάδων στον σχεδιασμό της «πράσινης» ανάκαμψης μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Η τάση προς μικρότερους, αρθρωτούς αντιδραστήρες θα βοηθήσει επίσης, αν και η εφαρμογή αυτού του μοντέλου σε μεγάλη κλίμακα μπορεί να απέχει κάπως χρονικά. Οι ανησυχίες των ανθρώπων για την ασφάλεια, τα απόβλητα και –κάποια στιγμή– τον παροπλισμό των μονάδων είναι κατανοητές – ακόμη και αν η σύγκριση των θανάτων ανά τεραβατώρα δείχνει ότι άλλες μορφές ενέργειας είναι πολύ πιο θανατηφόρες, εάν ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των βιομηχανικών ατυχημάτων. Υπάρχει, επίσης, ένα ιδιαίτερα περιπεπλεγμένο γεωπολιτικό «επίπεδο» στην υπόθεση, καθώς η Κίνα και η Ρωσία χρησιμοποιούν με ενθουσιασμό τα επιδοτούμενα projects στον κλάδο ως διπλωματικά «εργαλεία». Προς το παρόν, ωστόσο, η πυρηνική ενέργεια πρέπει να αποτελεί διαθέσιμη επιλογή στο τραπέζι. Το κόστος σε επίπεδο ρύπων από την παραγκωνισμό της θα αποδειχθεί απλώς δυσανάλογα μεγάλο και δυσάρεστο.