Κορωνοϊός και ακτιβιστικά hedge funds: Η ώρα των πιστωτών

Στην εποχή του κορωνοϊού, ακόμη και τα πιο επιθετικά hedge fund αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τις μόνιμες εκκλήσεις τους προς τις εταιρείες να επιταχύνουν τις πληρωμές μερισμάτων και τις αγορές ιδίων μετοχών. Η τρέχουσα εποχή, ωστόσο, θα μπορούσε να ανοίξει δρόμο για ένα νέο είδος επενδυτικού ακτιβισμού.

Ο Covid-19 μετατοπίζει την ισορροπία ισχύος μεταξύ δανειζόμενων και δανειστών. Οι πιστωτές ζητούν περισσότερα φθάνοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων: στις ΗΠΑ, τα ομόλογα που υποστηρίζονται από εξασφαλίσεις αυξάνονται.

Τον περασμένο μήνα η εταιρία διαχείρισης κρουαζιερόπλοιων –με πιστοληπτική ικανότητα επενδυτικής βαθμίδας– Carnival εξέδωσε ομόλογα ύψους 4 δισ. δολαρίων, με απόδοση 11,5% για τρία χρόνια –με όρους δηλαδή που αρμόζουν σε ομόλογα junk–- υποστηριζόμενα από πλοία και περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 28 δισ. δολ.

Στην Ευρώπη, η κατασκευάστρια σπορ αυτοκινήτων McLaren αρχίζει ήδη διαπραγματεύσεις με τους κατόχους ομολόγων της όσον αφορά στην παροχή εξασφαλίσεων για νέα χρηματοδότηση λόγω έκτακτης ανάγκης.

Στην Ασία, οι τάσεις είναι παρόμοιες. Οι αναδιαρθρώσεις αυξάνονται και η ποιότητα των συμβάσεων –ή αλλιώς το επίπεδο προστασίας των επενδυτών όσον αφορά στα ομόλογα– βελτιώνεται, μετά την επιδείνωση που σημείωνε για μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας.

Η εταιρία εξορύξεων Geo Energy Resources, με έδρα τη Σιγκαπούρη, ζητά από τους πιστωτές να παραιτηθούν από ορισμένες ρήτρες. Η Dr Peng Telecom & Media της Κίνας εξασφάλισε επέκταση ενάμιση έτους στα ομόλογά της που έληγαν ή λήγουν αργότερα εντός του 2020, με αντάλλαγμα να πληρώσει στους επενδυτές πάνω από 2 εκατοστιαίες μονάδες περισσότερο, μαζί με την επιστροφή του κεφαλαίου σε δόσεις.

Η κατάλληλη στιγμή για την άσκηση πίεσης

Τα παραπάνω είναι μόνον η αρχή – θα ακολουθήσουν πολύ περισσότερα σε αυτό τον τομέα. Όσοι επενδύουν στην κεφαλαιακή διάρθρωση των εταιριών έχουν τώρα περισσότερες ευκαιρίες να πιέσουν για λειτουργική αποδοτικότητα και ισχυρότερη εταιρική διακυβέρνηση, καθώς και να θέσουν τους οφειλέτες προ των ευθυνών τους, ζητώντας τους «λογαριασμό».

Σε αντίθεση με τους ακτιβιστέςμ οι οποίοι επενδύουν σε εταιρικά μετοχικά μερίδια, οι πιστωτές αγαπούν τις εταιρίες που «κάθονται» επάνω σε σεβαστά ποσά μετρητών και επιθυμούν να διατηρήσουν τις εταιρίες ζωντανές, ενισχύοντας την αξία τους.

Ο Gregory Nini, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Drexel, αναφέρει ότι οι εταιρίες πρέπει να κρατούν τους δανειστές τους ευχαριστημένους, ειδικά αυτή την περίοδο, σημειώνοντας ότι «οι υφιστάμενοι πιστωτές έχουν αρκετά μεγάλη δύναμη».

Η έρευνά του διαπίστωσε ότι, κατά μέσο όρο, οι επιχειρήσεις βελτιώνουν τη λειτουργικότητα και την απόδοσή τους μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις.

Συνήθως δεν είναι πρόθυμες να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στο βέλτιστο επίπεδο μέχρι να πιεστούν να το κάνουν. Η παρέμβαση των πιστωτών μπορεί να αποτελεί ακτιβισμό – σε τελική ανάλυση, ωστόσο, δεν ζητούν επιστροφές κεφαλαίου «εδώ και τώρα» και επιθυμούν να προστατεύσουν τις αξιώσεις τους. Η διαχείριση μετρητών είναι το φόρτε τους και φυσικά δεν θέλουν να δουν τις εταιρίες να αποτυγχάνουν και να χρεοκοπούν.

Η γενναιοδωρία μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 προσφέρει ένα μάθημα σχετικά με τη σημερινή κατάσταση. Στις ΗΠΑ, πάνω από το 80% της αγοράς μοχλευμένων δανείων είναι βασισμένη σε ιδιαίτερα λιτές συμβάσεις ή δεν περιλαμβάνουν καθόλου απαιτήσεις χρηματοοικονομικής συντήρησης, σύμφωνα με την Moody’s.

Τα «μαξιλάρια» χρέους ή οι μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις, που απορροφούν πρώτες τις όποιες απώλειες, μειώθηκαν στο 18% το 2019 από 33% πριν από την κρίση. Δεδομένου ότι υπάρχουν ήδη «βουνά» τέτοιου χρέους, η ανάκαμψη από την καταστροφή του Covid-19 θα είναι πολύ πιο αργή, σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου αξιολόγησης.

Ο Nini σημειώνει ότι μια μεγάλη ανησυχία αυτή τη στιγμή, λαμβανομένων υπόψη των όρων τους οποίους υπέγραψαν οι επενδυτές τα τελευταία χρόνια, είναι ότι οι εταιρίες θα μπορούν να «στραβοπατούν» (και θα το κάνουν) μέχρι να τους επιβληθούν διαπραγματεύσεις.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος, καθώς οι χρεοκοπίες επί μοχλευμένου δανεισμού αυξάνονται απότομα, είναι ότι για τους πιστωτές παρουσιάζεται μια ευκαιρία. Δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με τις ανταλλαγές χρέους με χρέος, με τη μετατόπιση των εξασφαλίσεων εκτός του ελέγχου τους ή ενδεχομένως με τον κίνδυνο να καταλήξουν σε μειονεκτική θέση ως προς τον όγκο των κεφαλαίων τους.

Ειδικά σε περιόδους όπως η τωρινή, ακόμα κι αν «συμπονούν» τις εταιρίες και προσφέρουν waivers, οι δανειστές μπορούν να συνάψουν αυστηρούς όρους σχετικά με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και τις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων. Είναι μια αρχή.

Το μάθημα του 2008

Ακόμη ένα χρήσιμο συμπέρασμα μετά το 2008: μην κωλυσιεργείτε, παραπέμποντας τα ζητήματα συνεχώς στο μέλλον.

Καθώς οι εταιρίες έδιναν τη μάχη της επιβίωσης, έχασαν την ευκαιρία να θωρακίσουν έναντι κρίσεων την κεφαλαιακή τους διάρθρωση, στηριζόμενες κυρίως σε εξωδικαστικές ανταλλαγές χρεών και παρόμοιες λύσεις, αντί για διαδικασίες πτώχευσης και αναδιαρθρώσεις.

Οι αναλυτές της Moody’s, εξετάζοντας στοιχεία των τελευταίων τριών δεκαετιών, σημειώνουν ότι σε περισσότερες από το 40% των περιπτώσεων, τέτοιες ανταλλαγές δεν σώζουν προβληματικές εταιρίες από μια νέα αθέτηση υποχρεώσεων/χρεοκοπία.

Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές αποδέχονταν όρους που δεν τους εξασφάλιζαν πραγματικά έναντι μελλοντικών δυσκολίων, δεδομένου ότι η ρευστότητα ήταν άφθονη και τα επιτόκια χαμηλά. Τώρα, η πορεία της κάθε εταιρικής ανάκαμψης θα πρέπει να παλέψει με την «κληρονομιά» τέτοιων χρεών. Κανείς δεν είχε συνυπολογίσει το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας πανδημίας.

Το πότε οι επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να προχωρήσουν μπροστά, ξεπερνώντας τον εφάπαξ αντίκτυπο του κορωνοϊού, είναι κάτι που όλοι προσπαθούν να μαντέψουν και κανένας δεν γνωρίζει. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι οι εταιρίες πρέπει να αρχίσουν να προετοιμάζονται για τη νέα πραγματικότητα.