Κωνσταντίνος Μίχαλος: Η μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα

Η πανδημία ήταν η αφορμή για την Ευρώπη να «ξυπνήσει» και να λάβει στρατηγικές αποφάσεις για το μέλλον της οικονομίας της, μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει Το πρόγραμμα χρηματοδότησης Next Generation EU, ύψους 750 δισ. ευρώ, θα αποτελέσει στα επόμενα χρόνια στρατηγικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας και την προώθηση μιας βιώσιμης και ανθεκτικής ανάπτυξης.

Μέσω του προγράμματος η Ελλάδα εξασφαλίζει πόρους 32 δισ. ευρώ μέχρι το 2024, ενώ με το ΕΣΠΑ 2021-2027 θα λάβει επιπλέον περίπου 20 δισ. Αυτό σημαίνει ότι στα επόμενα λίγα χρόνια θα έχει προς αξιοποίηση 50 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί περίπου στο 27% του ΑΕΠ της. Πρόκειται για τη μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας, όχι μόνο να ανακάμψει από την κρίση, αλλά να αλλάξει συνολικά πορεία. Για να αποκτήσει επιτέλους ένα εξωστρεφές και ανταγωνιστικό παραγωγικό μοντέλο, το οποίο θα εξασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη και καλύτερο βιοτικό επίπεδο για τους πολίτες.

Αυτή η ευκαιρία πρέπει να αξιοποιηθεί σωστά και το πρώτο βήμα για να γίνει αυτό είναι να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος. Η Ελλάδα διαχειρίστηκε και στο παρελθόν σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους, μέσα από τέσσερα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα οποία, αν και χρηματοδότησαν ορισμένα σημαντικά έργα, τροφοδότησαν κυρίως την κατανάλωση χωρίς να αφήσουν το ανάλογο αναπτυξιακό αποτύπωμα. Σήμερα, δεν έχουμε την πολυτέλεια για αποσπασματικά έργα και δράσεις, ούτε για χωρίς σχέδιο επιδοτήσεις. Δεν έχουμε το περιθώριο για την ατελείωτη γραφειοκρατία, την πολυπλοκότητα και τις καθυστερήσεις, που χαρακτήρισαν προηγούμενες προγραμματικές περιόδους.

Η διαχείριση των πόρων της νέας περιόδου θα πρέπει να ακολουθήσει μια κεντρική φιλοσοφία και αρχιτεκτονική, η οποία θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Θα απαιτήσει τεχνοκρατική επάρκεια και αποτελεσματική, αυστηρή εποπτεία, αλλά πάνω από όλα εθνική συνεννόηση και συνεργασία.

Βασικό μέλημα κατά την κατάρτιση του σχεδίου διαχείρισης θα πρέπει να είναι η υπέρβαση συγκεκριμένων δομικών προβλημάτων, όπως είναι η κατακερματισμένη παραγωγική βάση της χώρας η οποία στηρίζεται σε πολυάριθμες μικρές μονάδες, ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους και της οικονομίας, αλλά και το χαμηλό επίπεδο στην έρευνα και στην τεχνολογία, στοιχεία απαραίτητα για να στηριχθεί η παραγωγή καινοτόμων, διαφοροποιημένων προϊόντων.

Σε αυτή τη λογική είναι κατ’ αρχήν σημαντικό να αναδειχθεί σε κεντρικό πυλώνα του σχεδίου η δημιουργία μιας νέας παραγωγικής δομής, η οποία θα στηρίζεται σε επιχειρήσεις μεγαλύτερου μέσου μεγέθους, με προοπτικές βιωσιμότητας και ανάπτυξης. Ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί με τη θέσπιση κινήτρων για τη συγχώνευση μικρών επιχειρηματικών μονάδων, να δημιουργηθούν νέες μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες θα επωφεληθούν οικονομίες κλίμακας, θα αποκτήσουν πρόσβαση στην καινοτομία, να μπορέσουν να προσελκύσουν εξειδικευμένο προσωπικό, να ενισχύσουν την εξωστρέφεια και τη διαπραγματευτική τους θέση.

Εξίσου σημαντική προτεραιότητα είναι η περαιτέρω επιτάχυνση της ψηφιακής ωρίμανσης του κράτους και της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη δημιουργία της ψηφιακής Δημόσιας Διοίκησης, ώστε όλες οι συναλλαγές μεταξύ πολιτών και επιχειρήσεων και κράτους να γίνονται ψηφιακά, η ανάπτυξη της ψηφιακής εκπαίδευσης κ.ά. Πόροι θα πρέπει, επίσης, να κατευθυνθούν στην ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων και κινήτρων για επενδύσεις ψηφιακής αναβάθμισης από τις επιχειρήσεις, στη δημιουργία δικτύων συμβουλευτικής υποστήριξης και καθοδήγησης για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και στην ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και με σύγχρονα προγράμματα διά βίου μάθησης για επιχειρηματίες και εργαζόμενους.

Παράλληλα, το σχέδιο θα πρέπει να στοχεύει στην ανάδειξη της Ελλάδας σε περιφερειακό κέντρο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα της χώρας στον τομέα αυτό. Πρόκειται για έναν στόχο που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ενίσχυση του τριγώνου της γνώσης, την υποστήριξη ικανών ερευνητικών ομάδων σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της χώρας, τη δημιουργία κόμβων καινοτομίας και την παροχή κινήτρων για την προσέλκυση επενδύσεων από μεγάλες εταιρίες του εξωτερικού.

Επίσης, θα πρέπει να διαμορφωθούν στοχευμένα κίνητρα και χρηματοδοτικά εργαλεία για την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρηματικών ιδεών και για την ενθάρρυνση επενδύσεων σε υψηλή τεχνολογία, σε καινοτόμες λύσεις και εφαρμογές, με έμφαση σε δυναμικούς κλάδους όπως η μεταποίηση, η πράσινη ενέργεια, οι μεταφορές και η εφοδιαστική αλυσίδα, ο αγροδιατροφικός τομέας και ο τουρισμός, με την ανάδειξη εναλλακτικών μορφών.

Τέλος, η κυβέρνηση θα πρέπει να αξιοποιήσει το δημοσιονομικό χώρο που δημιουργείται στα επόμενα χρόνια, για να προωθήσει και να ολοκληρώσει ταχύτερα τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στη φορολογία και στο ασφαλιστικό σύστημα, στην εκπαίδευση, στο σύστημα υγείας, στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης κ.ά.

Αυτή τη φορά, η Ευρώπη φαίνεται να αναλαμβάνει τις ευθύνες της, κάνοντας αυτό που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Είναι ώρα και η Ελλάδα να κάνει το ίδιο, αξιοποιώντας με όραμα και αποτελεσματικότητα μέχρι και το τελευταίο ευρώ από τους πόρους που εξασφάλισε. Οι ανάγκες είναι πολλές. Ωστόσο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η λογική του «μοιράζουμε χρήματα» ανήκει στο παρελθόν. Αυτό που καλούμαστε όλοι να κάνουμε, πολιτεία, αυτοδιοίκηση, φορείς, επιχειρήσεις και κοινωνία, είναι να δούμε πώς θα διαχειριστούμε αυτό το εργαλείο με ορίζοντα όχι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αλλά τις επόμενες γενιές. Αν θέλουμε να αλλάξουμε επιτέλους την πορεία και τη μοίρα της χώρας μας, τώρα είναι η μεγάλη μας ευκαιρία να κάνουμε ένα άλμα μπροστά.