Αρκεί το “μπαζούκας” της Κομισιόν για την αντιμετώπιση της κρίσης;

Έχει γίνει πλέον κατανοητό ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της σημερινής κρίσης διαφέρουν από τις αντίστοιχες της προηγούμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Όπως επισημαίνει σε σχετική μελέτη και το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, η κρίση επηρεάζει αρνητικά τόσο την πλευρά της προσφοράς όσο και την πλευρά της ζήτησης, δημιουργώντας ένα ντόμινο καταιγιστικών εξελίξεων.

Του Σπύρου Σταθάκη

Η διαφορά σχετίζεται με την προέλευση της και αυτό διότι η κρίση του κορωνοϊού δεν ξεκίνησε από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην πραγματική οικονομία. Αντίθετα, οι σημερινοί κραδασμοί προέκυψαν λόγω του κορωνοϊού από την πραγματική οικονομία και υπάρχει ο φόβος της μετακύλισης στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Από και και πέρα, ο βαθμός επίδρασης της πανδημίας στην κάθε οικονομία της ευρωζώνης εξαρτάται από την παραγωγική δομή της οικονομίας και τον τρόπο διαμόρφωσης της προστιθέμενης αξίας.

Ειδικά στην Ευρώπη, ο κορωνοϊός δοκιμάζει τα συστήματα υγείας και πρόνοιας, τις κοινωνίες και τις οικονομίες, καθώς και τον τρόπο ζωής και εργασίας. Ειδικά η παύση της παραγωγικής δραστηριότητας στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, αναμένεται να έχει ισχυρό, αρνητικό αντίκτυπο σχεδόν σε όλους τους κλάδους, συρρικνώνοντας σημαντικά την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία τους και κατά συνέπεια μειώνοντας την απασχόληση. Η κρίση είναι πρωτοφανής όχι μόνο κατά το ότι προκλήθηκε από μία υγειονομική κρίση, αλλά κυρίως για τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά και την ένταση των επιπτώσεών της στην οικονομική δραστηριότητα, στην παραγωγή, στη ζήτηση και στην απασχόληση.

Η ηχηρή απάντηση της Κομισιόν και το δημοσιονομικό “μπαζούκας”!

Με δεδομένες λοιπόν τις μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας εξαιρετικού χαρακτήρα προς τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση, μέσω του Ταμείου Ανάπτυξης, ύψους 750 δισ. ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, εάν γίνει αποδεκτή, η πρόταση αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανάκαμψη, άλλωστε, θα χρειαστεί ισχυρή πολιτική κατεύθυνση.

Τι περιλαμβάνει λοιπόν η πρόταση της Κομισιόν. Τη δημιουργία ενός νέου μέσου ανάκαμψης, Next Generation EU, που θα ενταχθεί σε έναν ισχυρό, σύγχρονο και ανανεωμένο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ. Το Next Generation EU με ποσό 750 δισ. ευρώ, καθώς και στοχευμένες ενισχύσεις στον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ε.Ε. για την περίοδο 2021-2027, θα αυξήσουν τη συνολική δημοσιονομική δύναμη παρέμβασης του προϋπολογισμού της ΕΕ σε 1,85 τρισ. ευρώ.

Αναλυτικότερα, το Next Generation EU θα συγκεντρώσει χρήματα με την προσωρινή αύξηση του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων στο 2,00% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ, δίνοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την ισχυρή πιστοληπτική αξιολόγησή της για να δανειστεί 750 δισ. ευρώ στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτή η πρόσθετη χρηματοδότηση θα διοχετεύεται μέσω προγραμμάτων της Ε.Ε. και θα επιστραφεί σε μεγάλο χρονικό διάστημα μέσω των μελλοντικών προϋπολογισμών της Ε.Ε. – όχι πριν από το 2028 και όχι μετά το 2058. Για να επιτευχθεί αυτό με δίκαιο τρόπο και από κοινού, η Επιτροπή προτείνει ορισμένους νέους ίδιους πόρους.

Επιπλέον, με σκοπό να διατεθούν το συντομότερο δυνατόν κονδύλια για την αντιμετώπιση των πιο πιεστικών αναγκών, η Επιτροπή προτείνει να τροποποιηθεί το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2014-2020, ώστε να διατεθεί επιπλέον χρηματοδότηση ποσού 11,5 δισ. ευρώ ήδη το 2020.Τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν για το Next Generation EU θα επενδυθούν μέσω τριών πυλώνων:

1. Στήριξη προς τα κράτη μέλη για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις:

Ένας νέος Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ύψους 560 δισ. ευρώ, θα προσφέρει χρηματοδοτική στήριξη για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις, μεταξύ άλλων σε σχέση με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και την ανθεκτικότητα των εθνικών οικονομιών, συνδέοντάς τις με τις προτεραιότητες της Ε.Ε. Ο μηχανισμός αυτός θα ενσωματωθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Θα διαθέτει μηχανισμό επιχορηγήσεων ύψους έως και 310 δισ. ευρώ και θα μπορεί να χορηγεί δάνεια ύψους έως και 250 δισ. ευρώ.Η στήριξη θα είναι διαθέσιμη για όλα τα κράτη μέλη, αλλά θα επικεντρώνεται σε εκείνα που πλήττονται περισσότερο και όπου οι ανάγκες ανθεκτικότητας είναι οι μεγαλύτερες.

Συμπληρωματικό ποσό ύψους 55 δισ. ευρώ στο πλαίσιο των σημερινών προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής από τώρα έως το 2022 βάσει της νέας πρωτοβουλίας REACT-EU που θα κατανεμηθεί με βάση τη σοβαρότητα των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων της κρίσης, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της ανεργίας των νέων και της σχετικής ευημερίας των κρατών μελών. Μια πρόταση ενίσχυσης του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης με ποσό ύψους έως 40 δισ. ευρώ, για να βοηθήσει τα κράτη μέλη στην επιτάχυνση της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα. Ενίσχυση με ποσό ύψους 15 δισ. ευρώ του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης με στόχο τη στήριξη των αγροτικών περιοχών στην πραγματοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών που είναι αναγκαίες σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πράσινη συμφωνία και στην επίτευξη των φιλόδοξων στόχων σύμφωνα με τη νέα στρατηγική για τη βιοποικιλότητα και τη στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο».

2. Επανεκκίνηση της οικονομίας της ΕΕ με την παροχή κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις:

Ένα νέο Μέσο Στήριξης της Φερεγγυότητας θα κινητοποιήσει ιδιωτικούς πόρους με στόχο την επείγουσα στήριξη βιώσιμων ευρωπαϊκών εταιρειών στους τομείς, τις περιφέρειες και τις χώρες που πλήττονται περισσότερο.Μπορεί να τεθεί σε λειτουργία από το 2020 και θα έχει προϋπολογισμό 31 δισ. ευρώ, με στόχο την αποδέσμευση 300 δισ. ευρώ για τη στήριξη της φερεγγυότητας εταιρειών από όλους τους οικονομικούς τομείς και την προετοιμασία τους για ένα καθαρότερο, ψηφιακό και ανθεκτικό μέλλον. Αναβάθμιση του Invest EU, του εμβληματικού επενδυτικού προγράμματος της Ευρώπης, σε ύψος 15,3 δισ. ευρώ, για την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων σε έργα ανά την Ένωση.

Ένας νέος Μηχανισμός Στρατηγικών Επενδύσεων ενσωματωμένος στο Invest EU για τη δημιουργία επενδύσεων ύψους έως 150 δισ. ευρώ για την προώθηση της ανθεκτικότητας στρατηγικών τομέων, ιδίως εκείνων που συνδέονται με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, και βασικών αξιακών αλυσίδων στην εσωτερική αγορά, χάρη στη συνεισφορά ύψους 15 δισ. ευρώ από το Next Generation EU.

3. Αξιοποίηση των διδαγμάτων από την κρίση:

Ένα νέο πρόγραμμα για την υγεία, το EU4Health, με σκοπό την ενίσχυση της υγειονομικής ασφάλειας και την προετοιμασία για μελλοντικές κρίσεις στον τομέα της υγείας, με προϋπολογισμό ύψους 9,4 δισ. ευρώ. Ενίσχυση με ποσό ύψους 2 δισ. ευρώ του rescEU, του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης, ο οποίος θα επεκταθεί και θα ενισχυθεί για να δώσει στην Ένωση τη δυνατότητα να προετοιμάζεται και να ανταποκρίνεται σε μελλοντικές κρίσεις. Ποσό ύψους 94,4 δισ. ευρώ για το πρόγραμμα «Ορίζων Ευρώπη», το οποίο θα ενισχυθεί για τη χρηματοδότηση ζωτικής σημασίας έρευνας στον τομέα της υγείας, της ανθεκτικότητας και της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Στήριξη των ανά τον κόσμο εταίρων της Ευρώπης με επιπλέον ποσό ύψους 16,5 δισ. ευρώ για την εξωτερική δράση, συμπεριλαμβανομένης της ανθρωπιστικής βοήθειας. Τα άλλα προγράμματα της ΕΕ θα ενισχυθούν ώστε το μελλοντικό δημοσιονομικό πλαίσιο να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις ανάγκες ανάκαμψης και τις στρατηγικές προτεραιότητες. Θα ενισχυθούν και άλλα μέσα ώστε να βελτιωθεί η ευελιξία του προϋπολογισμού της Ε.Ε. και η ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις ανάγκες.

Τα οφέλη για την Ελλάδα από το Ταμείο Ανάπτυξης

Η πρόταση της Κομισιόν προκάλεσε την ικανοποίηση της κυβέρνησης στην Αθήνα, καθώς εκτιμάται ότι χαρακτηρίζεται από επαρκή βαθμό φιλοδοξίας, ευελιξία, αλληλεγγύη και αναγνώριση της ισχυρής οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Ταυτόχρονα, χαρακτηρίζεται από τον απαραίτητο οικονομικό ρεαλισμό, και θέτει τις βάσεις για τη διαμόρφωση ενός κατάλληλου μείγματος νομισματικής, δημοσιονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Αλλά και ο τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδης Τσακαλώτος, σημείωσε ότι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ταμείο Ανάπτυξης αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη, ιδιαίτερα δε που αναδεικνύει μια αίσθηση του επείγοντος και σπάει κάποια ταμπού.

Σύμφωνα με σχετικό σημείωμα του ΥΠ.ΟΙΚ., το προτεινόμενο πλαίσιο οικονομικής ανάκαμψης “Next Generation EU” χαρακτηρίζεται από: Μια πολύ σημαντική δημοσιονομική παρέμβαση, συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ, για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το ποσό που αναλογεί στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα ανέλθει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου στα 32 δισ. ευρώ. Μια σωστή, υπό τις παρούσες οικονομικές περιστάσεις, κατανομή μεταξύ επιχορηγήσεων (500 δισ. ευρώ) και δανείων (250 δισ. ευρώ). Για την Ελλάδα, οι προτεινόμενες επιχορηγήσεις εκτιμώνται στην περιοχή των 22,5 δισ. ευρώ και τα δάνεια στην περιοχή των 9,5 δισ. ευρώ.

Την κατάλληλη, υπό τις σημερινές οικονομικές περιστάσεις, μέθοδο χρηματοδότησης, δηλαδή μακροχρόνιο δανεισμό σε επίπεδο Ένωσης. Τον κατάλληλο, υπό τις παρούσες περιστάσεις, εμπροσθοβαρή χαρακτήρα. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει για την προσεχή τετραετία (2021-2024) επιχορηγήσεις που εκτιμώνται στην περιοχή του 3% του ΑΕΠ ετησίως. Παράλληλα, προβλέπει σημαντικές επιχορηγήσεις για τις χώρες των οποίων οι οικονομίες είναι πιο ευάλωτες στη συμμετρική κρίση του κορωνοϊού. Επιπλέον, η εξυπηρέτηση και αποπληρωμή του κοινού δανεισμού, εκτείνεται σε σημαντικό βάθος χρόνου, αρχής γενομένης από το 2028, έως και το 2058.

Όπως αναφέρεται και στο κείμενο της πρότασης της Κομισιόν, στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα χηρηγηθεί το ποσό των των 43,5 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του σχεδίου που παρουσίασε για το Ταμείο Ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το καθαρό όφελος για την Ελλάδα με βάση την πρόταση αυτή ανέρχεται σε 33,4 δισ. ευρώ, καθώς η συνεισφορά της για την αποπληρωμή των 750 δισ. ευρώ που θα δανεισθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις αγορές, προβλέπεται στα 10,1 δισ. ευρώ. Το ποσό των 43,5 δισ. ευρώ αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό 5,8% των 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΑΕΠ της ΕΕ ανέρχεται σε 1,3%. Το καθαρό ποσό των 33,4 δις. ευρώ αντιστοιχεί στο 17,8% του ελληνικού ΑΕΠ.

Από κει και πέρα, από φέτος τον Οκτώβριο θα είναι δυνατή η υποβολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των πρώτων εθνικών σχεδίων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα εθνικά σχέδια θα πρέπει να παρουσιάζουν τη μεταρρυθμιστική και επενδυτική ατζέντα των χωρών για τα επόμενα τέσσερα χρόνια έως το 2024. Η υποβολή τους, πέραν των πρώτων σχεδίων που θα είναι δυνατή από φέτος για να επιταχυνθεί η παροχή στήριξης, θα γίνεται έως τις 31 Απριλίου του 2021 και του 2022.

Οι επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να δίνουν έμφαση στα προβλήματα που έχουν εντοπιστεί στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και ιδιαίτερα σε αυτά που αφορούν στη μετάβαση σε μία πράσινη και ψηφιακή οικονομία. Η Κομισιόν θα αξιολογεί τα σχέδια με βάση διαφανή κριτήρια και θα αποφασίζει για τη χρηματοδοτική βοήθεια που θα δοθεί στη χώρα – μέλος (με τη μορφή επιχορήγησης και, εφόσον ζητηθεί, δανείου). Οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια θα εκταμιεύονται σε δόσεις με την ολοκλήρωση κάποιων ορόσημων και στόχων που θα καθορίζονται από τις χώρες – μέλη στα σχέδιά τους.

Η επίπτωση της πρότασης της κομισιόν στην ευρωπαϊκή οικονομία

Σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Citigroup, το πιο σημαντικό στοιχείο του πακέτου δημοσιονομικής επέκτασης της Κομισιόν δεν είναι το ποσό αλλά η ίδια η ιδέα. Επίσης, αυτές οι δημοσιονομικές μεταφορές/επιχορηγήσεις και τα δάνεια θα χρηματοδοτηθούν από χρέος που θα φέρει σχεδόν μηδενικά επιτόκια. Άλλο σημαντικό όφελος είναι ότι μέρος του χρέους θα εκδοθεί σε πολύ μεγάλες λήξεις (2038, έως και 30έτη;) και με σημαντική πιθανότητα οι λήξεις να μετακυληθούν (roll over) όταν έρθει η ώρα, υποθέτοντας ότι η Ε.Ε. βλέπει όφελος καθιστώντας αυτά τα προσωρινά μέσα μόνιμα. Όσον αφορά τα δάνεια προς τα κράτη μέλη, το θετικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα back-to-back δάνεια θα εξοφληθούν σταδιακά σε διάστημα 20 ετών.

Η πρόταση της Κομισιόν αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο το μέγεθος παραμένει μικρό. Σύμφωνα με την Citigroup, λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη απώλεια 7,5% του ΑΕΠ της Ε.Ε. για το 2020 (και την πιθανότητα ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν θα επιστρέψει στο επίπεδο του τέλους του 2019 πριν από το τέλος του 2021 σε πολλές χώρες), καθώς και το εκτιμώμενο εύρος των 720 δισ ευρώ με 1,2 τρισ. ευρώ των ζημιών στα ίδια κεφάλαια που θα έχουν οι ευρωπαϊκές εταιρείες μόνο το 2020, παράλληλα με ένα συνδυασμένο νέο επενδυτικό χάσμα το 2020-2021 τουλάχιστον 1,5 τρισ. ευρώ, το συνολικό ποσό των 1,85 τρισ. ευρώ που έχει τεθεί στο τραπέζι δεν φαίνεται επαρκές ως προς το μέγεθος.

Πάντως, οι τεχνοκράτες της Επιτροπής στο κείμενο της πρότασης εκτιμούν ότι, το Ταμείο Ανάκαμψης είναι πιθανό να έχει ένα μόνιμο θετικό αποτέλεσμα στο πραγματικό ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ. Οι επενδύσεις που θα κινητοποιηθούν αναμένεται να αυξήσουν τα επίπεδα του πραγματικού ΑΕΠ της ΕΕ κατά περίπου 1,75% το 2021 και το 2022, ποσοστό που θα αυξηθεί στο 2,25% έως το 2024. Ακόμη και μετά από δέκα χρόνια, τα επίπεδα του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα είναι τουλάχιστον κατά 1% υψηλότερα σε σύγκριση με το βασικό σενάριο. Οι χώρες με χαμηλότερο από τον μέσο όρο κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα έχουν τη μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα, με τα επίπεδα του ΑΕΠ να κινούνται 4,5% υψηλότερα από το βασικό σενάριο έως το 2024 για τις χώρες της κατηγορίας αυτής που έχουν χαμηλότερο χρέος και στο 4,25% για τις χώρες, όπως η Ελλάδα, με υψηλότερο χρέος.

Εκτιμάται, επίσης, ότι θα δημιουργηθούν έως δύο εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας συνολικά στην ΕΕ με τη χρήση των πόρων του Ταμείου μεσοπρόθεσμα. Τα επίπεδα απασχόλησης στην περίοδο 2021-2024 αναμένεται να είναι κατά 1% υψηλότερα κατά μέσο όρο σε σχέση με το βασικό σενάριο. Το Ταμείο Ανάκαμψης εκτιμάται ότι δεν θα αυξήσει το βάρος του χρέους σημαντικά στην Ε.Ε. Τα ποσοστά του χρέους ως προς το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθούν στην ομάδα χωρών με υψηλότερο χρέος κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες και για τη ομάδα χωρών με χαμηλότερο χρέος κατά 3,25 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2024.