Tο «Τρίτο Μάτι» του Matiz

O Leo Matiz γεννήθηκε στην Αρακατάκα της Κολομβίας το 1917. Από το 1933 άρχισε να δημοσιεύει τις σχεδιαστικές καρικατούρες του και το 1937 αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Μποκοτά. Το 1940 φεύγει για το Μεξικό, όπου δουλεύει για τον κινηματογράφο και συμμετέχει σε εικαστικές εκθέσεις. Εκεί συναντά τον μεγάλο ποιητή Pablo Neruda και τον διάσημο διευθυντή φωτογραφίας Gabriel Figeueroa. Το 1946 συνεργάζεται με το Reader’s Digest και μετά με το Life, το Norte και άλλα γνωστά περιοδικά της Αμερικής. Τον Απρίλιο του 1948 πληγώνεται κατά την διάρκεια δολοφονικής απόπειρας εναντίον του πολιτικού ηγέτη Gaitan και μια ώρα αργότερα γνωρίζει τον νεαρό τότε Φιντέλ Κάστρο. Είναι η χρονιά που το όνομά του ακούγεται παντού. Τα Ηνωμένα Έθνη του εμπιστεύονται τη θέση του επίσημου φωτογράφου στην Παλαιστίνη και τη Μέση Ανατολή.

Το 1952 ιδρύει στην Κολομβία την πρώτη γκαλερί τέχνης με συνεργάτες τους διάσημους εικαστικούς δασκάλους και φίλους του Jose Clemente Orozco, Diego Rivera και Frida Kahlo.

 Το 1952 διοργανώνει την πρώτη έκθεση του Fernando Botero. Από το 1958 μέχρι το 1985 ταξιδεύει, φωτογραφίζει και εκθέτει σ’ όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Το 1988 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Μποκοτά διοργάνωσε αναδρομική έκθεση του έργου του. Οι εκθέσεις έργων του στο Μιλάνο 1992, στην Ελβετία 1993, στη Νέα Υόρκη και τη Ρώμη 1994, στο Παρίσι, το Μιλάνο, τη Νέα Υόρκη, το Μπιαρίτς, τη Χάβρη και την Αθήνα το 1996, με την υποστήριξη της Εθνικής Ομοσπονδίας Καφεπαραγωγών της Κολομβίας, σφράγισε τη διεθνή αναγνώριση του. Από τότε και μέχρι τον θάνατό του, το 1998, πολλές επίσημες διακρίσεις και βραβεία καταξίωσαν τον Matiz, που θεωρείται πλέον ο εθνικός φωτογράφος της Κολομβίας.

Στο Μουσείο Μπενάκη

Το 2018, στο πλαίσιο του 10ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις), παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη η έκθεση «Ματίς -Γκάμπο: Οι χρονικογράφοι του Μακόντο». Στην έκθεση αυτή εκτέθηκαν ανάτυπα φωτογραφιών του Μatiz που είχαν θεματική σχέση με τα μυθοπλαστικά κείμενα του συντοπίτη του διάσημου συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Όταν το 1996 πρωτοείδα τις φωτογραφίες του Leo Matiz στην έκθεσή του στο «Βυζαντινό» του Hilton Athens αισθάνθηκα αμέσως αυτή τη δυνατή συγκίνηση που σου μεταδίδει η αληθινή τέχνη. Μετά τη γνωριμία μας, ακολούθησε επίσκεψη του στην γκαλερί του Art Studio EST, όπου ευγενικά μου πρόσφερε τα εξαιρετικά βιβλία – λευκώματά του, καθώς και υπογεγραμμένες φωτογραφίες του, που εκτίθενται σήμερα στη Σύγχρονη Πινακοθήκη Villa Ροδόπη στο Αργοστόλι. Τότε στην πολυεπίπεδη συζήτηση μας και στα σχόλια του διαπίστωσα για μια ακόμη φορά ότι η απλότητα, που βασίζεται στην συγκροτημένη αυτοπεποίθηση, και η συνολική εποπτική και σφαιρική γνώση προσέγγισης του αισθητικού αντικειμένου χαρακτηρίζει κάθε αυθεντική και σημαντική προσωπικότητα της τέχνης.

Προσωπικό εκφραστικό στυλ

Ο ίδιος ανέφερε: Ήθελα να γίνω συγγραφέας ή ζωγράφος αλλά έγινα φωτογράφος. Η φωτογραφία είναι ένα επάγγελμα όταν γίνεται από κάποιον τεχνίτη. Αλλά γίνεται τέχνη στα χέρια ενός καλλιτέχνη. Επειδή ακριβώς ήταν από φύση και συνείδηση καλλιτέχνης, οι φωτογραφίες του, κάθε είδους από το 1937 που ξεκίνησε να φωτογραφίζει συστηματικά, έχουν τη σφραγίδα του προσωπικού του εκφραστικού στυλ.

Ας δούμε, όμως, τις κυριότερες φάσεις του φωτογραφικού έργου του Leo Matiz, που διέσχισε τις ηπείρους και τη ζωή με την ατίθαση περιέργεια και ζωντάνια των ανθρώπων του μυθικού Μακόντο, που περιγράφει στo περίφημο μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» ο Μάρκες.

Από τους πρώτους φωτογράφους με έντονο κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό o Μatiz κοίταξε με τον φακό του τους λασπωμένους δρόμους της Κολομβίας και πέτυχε να εστιάσει με ισχυρό ρεαλισμό στη ζωή και τη γεωγραφία των μιγάδων της χώρας του. Στις φωτογραφίες του δεσπόζει η απλή αλήθεια της πατρίδας του, οι ψαράδες στις ακτές της Καραϊβικής, η ηρωική πόλη Καρθαγένα ντε Ιντίας, οι καθημερινές οικογενειακές στιγμές, οι διάχυτοι ρυθμοί της σάλσα. Η Βενεζουέλα, που έζησε κάποια χρόνια. Το αγαπημένο του Μεξικό, οι περιοχές της γης, που εξερεύνησε με το διαπεραστικό «τρίτο μάτι» του. Μορφές στη ρέμβη του λυκόφωτος ή κάτω από τα εκτυφλωτικά αστέρια του νυχτερινού ουρανού.

Τέχνη και ρεπορτάζ

Οι φωτογραφίες του με τους «καφετιέρος» αναδίδουν το άρωμα του καφέ στους λόφους των Άνδεων, τον ιδρώτα του μόχθου από τα χιλιάδες σκληρά εργαζόμενα χέρια της Λατινικής Αμερικής. Ενώνει την τέχνη του με το πολιτικό και κοινωνικό ρεπορτάζ και δημιουργεί ένα εκφραστικό στυλ, που έχει ζυμωθεί από μια κριτική ενατένιση του κόσμου και το σκληρό φως των τροπικών. Στη διαμόρφωση αυτού του στυλ συνέτειναν οι φωτογραφίες του Paul Strand και η οπτική αντίληψη του σουρεαλιστή σκηνοθέτη – κινηματογραφιστή Luis Bunuel. Ανάμεσα στη νατουραλιστική περιγραφή και τον ποιητικό ρεαλισμό τυπώνει ασπρόμαυρες συνθέσεις, που οι γκρίζες τονικότητες περιορίζονται στο ουσιώδες.

Από την πρωτεύουσα των Αζτέκων μέχρι το Κάιρο και το Ισραήλ συλλαμβάνει με την κάμερά του την ανθρώπινη μορφή στο περιβάλλον δράσης της. Όμως, κύριοι άξονες για τη διαγραφή των συνθέσεών του είναι τα χέρια και τα μάτια. Χέρια που κρατούν ένα βιβλίο, που οδηγούν τρακτέρ, που απλώνουν δίχτυα, που σμιλεύουν μια Σταύρωση, που αγκαλιάζουν ένα μωρό, που κινούν τις φοινικιές, που δένουν έναν σάκο καφέ, που κλαδεύουν ένα δέντρο. Χέρια Ινδιάνων λυράρηδων και χειροτεχνών. Τα χέρια του Marc Chagall, που ζωγραφίζει τα κοστούμια ενός μπαλέτου… Αμέτρητα χέρια και μάτια, που σπάνια σε κοιτούν κατ’ ευθείαν. Μάτια που ατενίζουν αινιγματικά αλλά και τρυφερά ατέρμονους ορίζοντες.

Ευρεία θεματογραφία

Η πολλαπλότητα της θεματογραφίας του μας εντυπωσιάζει με το εκτενές φάσμα που αποτυπώνει. Πορτρέτα, Παιδιά, Εργασία, Βιομηχανία, Αφηρημένες συνθέσεις, Τοπία, Προσωπικότητες, Συμβάντα της καθημερινής ζωής απαρτίζουν την φωτογραφική προσφορά του.

 Όλα αυτά σκιαγραφούν την καλλιτεχνική παρακαταθήκη της γήινης και θερμής προσωπικότητά του, που αποπνέει και διαχέει φωτογραφικά τον δυναμισμό της πανάρχαιας κουλτούρας του, που ενσυνείδητα και με αυστηρό επαγγελματισμό και μόχθο αποκρυστάλλωσε στα έργα του.

Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος, ζωγράφος, λογοτέχνης, θεωρητικός Τέχνης