Η πανδημία πληγώνει βάναυσα την οικονομία

Οι πρώτες ενδείξεις από μία σειρά πρόδρομων δεικτών, για τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού στην ελληνική οικονομία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η χώρα εισέρχεται σε περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το ζήτημα είναι ότι αυτή τη στιγμή, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, ούτε το ύψος, αλλά ούτε και η χρονική διάρκεια της ύφεσης, λόγω των πρωτόγνωρων καταστάσεων που βιώνει όλος σχεδόν ο πλανήτης, ως αποτέλεσμα της υγειονομικής κρίσης.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Επίσης, δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς και το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η κυβερνητική δέσμη δημοσιονομικών μέτρων για τη στήριξη της οικονομίας σε βάθος χρόνου. Προς το παρόν πάντως, η επίδραση του lockdown στην οικονομική δραστηριότητα είναι ήδη εμφανής. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, ο δείκτης οικονομικού κλίματος επιδεινώθηκε έντονα τον Απρίλιο και υποχώρησε στις 99,3 μονάδες, έναντι 109,4 μονάδων τον προηγούμενο μήνα.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, αυτό ήταν αναμενόμενο λόγω των πρόσφατων εξελίξεων σχετικά με την πανδημία. Επιδείνωση των προσδοκιών καταγράφηκε σε όλους τους τομείς. Εντονότερη είναι η υποχώρηση στις Κατασκευές, στις Υπηρεσίες και στο Λιανικό Εμπόριο, με εξαίρεση τα Τρόφιμα – Ποτά όπου σημειώθηκε σημαντική άνοδος, ενώ ηπιότερη ήταν η υποχώρηση στη Βιομηχανία. Στην καταναλωτική εμπιστοσύνη η απαισιοδοξία κλιμακώθηκε έντονα, με πολύ περισσότερα νοικοκυριά να διατυπώνουν αρνητικές προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας και των οικονομικών των ίδιων στους επόμενους 12 μήνες.

Αβέβαιη εξέλιξη

Ειδικότερα, ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις -32,6 μονάδες τον Απρίλιο από -16,5 μονάδες έναν μήνα πριν, επιδείνωση που είναι η μεγαλύτερη διαχρονικά μεταξύ διαδοχικών μηνών. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι, καθώς η εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης παραμένει αβέβαιη, αλλά δεν διαφαίνεται στον άμεσο χρονικό ορίζοντα η ανακάλυψη θεραπειών και εμβολίου για την τελική αντιμετώπισή της, συντηρούνται ισχυρές αβεβαιότητες στην οικονομία. Η ελληνική οικονομία έχει λιγότερες εξαγωγές αγαθών και πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από τον εισερχόμενο τουρισμό της θερινής περιόδου, συνεπώς το ισχυρότερο πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να επέλθει χρονικά αργότερα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές.

Η ένταση και η διάρκεια των επιπτώσεων της πανδημίας στις προσδοκίες για την πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί και από τις παρεμβάσεις πολιτικής σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες θα έχουν και ισχυρό δημοσιονομικό αντίκτυπο. Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κρίση ενέχει δομικά και όχι μόνο συγκυριακά χαρακτηριστικά και ακόμα και όταν αυτή ομαλοποιηθεί σταδιακά, οι επιπτώσεις της αναμένεται να εκταθούν σε βάθος χρόνου σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με διαφοροποίηση της έντασης μεταξύ τους.

Την ίδια ώρα, τα τελευταία στοιχεία της έρευνας PMI υπέδειξαν τη σημαντικότερη μείωση της παραγωγής στον ελληνικό μεταποιητικό τομέα που έχει καταγραφεί από την αρχή διεξαγωγής της έρευνας εδώ και 21 έτη. Η έξαρση και κλιμάκωση της πανδημίας του κορωνοϊού σε όλη την Ευρώπη οδήγησε στην εκτεταμένη ακύρωση ή στην αναστολή παραγγελιών, καθώς η ζήτηση από το εσωτερικό και το εξωτερικό μειώθηκε κατακόρυφα με πρωτοφανής ρυθμούς. Κατά συνέπεια, οι εταιρίες απέλυσαν προσωπικό με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί στην ιστορία της έρευνας, καθώς η έλλειψη νέων εργασιών οδήγησε σε πλεονάζον διαθέσιμο προσωπικό.

Ειδικότερα, ο εποχικά προσαρμοσμένος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών της IHS Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα, έκλεισε στις 29,5 μονάδες στο ξεκίνημα του δεύτερου τριμήνου, αισθητά χαμηλότερα από τις 42,5 μονάδες του Μαρτίου. Η επιδείνωση των λειτουργικών συνθηκών ήταν η εντονότερη που έχει καταγραφεί από την αρχή συλλογής στοιχείων τον Μάιο του 1999, παρότι ενισχύθηκε ελαφρώς από την περαιτέρω επιμήκυνση του χρόνου παράδοσης προμηθειών (γεγονός που συνήθως υποδεικνύει βελτίωση της απόδοσης των κατασκευαστών).

Οι προβλέψεις της Κομισιόν

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές της οικονομικές προβλέψεις εκτιμά ότι η Ελλάδα θα υποστεί τις μεγαλύτερες οικονομικές συνέπειες στην ευρωζώνη από την υγειονομική κρίση. Αναλυτικότερα, η Κομισιόν προβλέπει ότι, η Ελλάδα θα παρουσιάσει ύφεση 9,7% φέτος, ενώ για την Ευρωζώνη προβλέπει ύφεση, κατά μέσο όρο, 7,7%. Το ποσοστό αυτό, είναι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών, πάνω από την Ιταλία (9,5%) αλλά και την Ισπανία (9,4%). Για το 2021, η Επιτροπή εκτιμά ότι θα υπάρχει ισχυρή ανάκαμψη με άνοδο του ΑΕΠ κατά 7,9%, έναντι 6,3% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη.

Μεγάλη θα είναι μέσα στο 2020 και η συρρίκνωση της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι προβλέψεις της Κομισιόν κάνουν λόγο για πτώση στις επενδύσεις 30% το 2020, με ισχυρή ανάκαμψη όμως κατά 33% το 2021. Η ανεργία θα ανέλθει στο 19,9%, στο υψηλότερο επίπεδο πανευρωπαϊκά, ενώ θα υποχωρήσει στο 16,8% το 2021. Σύμφωνα με την Επιτροπή, 160.000 θέσεις εργασίας θα μπορούσαν να χαθούν φέτος εξαιτίας της κρίσης.

Από την άλλη, το μέγεθος των δημοσιονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης ανέρχεται στο 6,9% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να φτάσει 6¼% του ΑΕΠ το 2020 και να μειωθεί σε περίπου 2% το 2021. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί σε περίπου 196% του ΑΕΠ το 2020 πριν μειωθεί σε περίπου 183% το 2021

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι, η ελληνική οικονομία αναμένεται να πληγεί σοβαρά από την πανδημία και τα αναγκαστικά μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της εξάπλωσής της. Ο αντίκτυπος της κρίσης αναμένεται να είναι μεγάλος λόγω της σημασίας του τομέα του τουρισμού και της υψηλής αναλογίας πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες. Παρά την ταχεία πολιτική αντίδραση, η ισχυρή συρρίκνωση της παραγωγής προβλέπεται πως θα έχει επιπτώσεις στην απασχόληση.

Οι επιπτώσεις του lockdown

Πιο αναλυτικά, η Κομισιόν σημειώνει ότι, οι κύριες επιπτώσεις του lockdown αναμένεται να φανούν το δεύτερο τρίμηνο και ο τουριστικός τομέας της Ελλάδας ενδέχεται να επηρεαστεί και στο τρίτο τρίμηνο, καθώς οι περιορισμοί στα ταξίδια αναμένεται να παραμείνουν σε ισχύ και η ξένη ζήτηση για ταξίδια στο εξωτερικό ενδέχεται να παραμείνει συγκρατημένη. Δεδομένου ότι πάνω από το 70% των τουριστικών εσόδων συγκεντρώνονται τους κύριους καλοκαιρινούς μήνες, τα εμπόδια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα έχουν μεγάλο αντίκτυπο στις συνολικές εξαγωγές υπηρεσιών το 2020.

Επίσης, λόγω της παγκόσμιας φύσης της κρίσης, οι εξαγωγές αναμένεται να υποστούν ισχυρές μειώσεις το 2020. Οι κύριες εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας αναμένεται να είναι μεταξύ των χωρών που πλήττονται περισσότερο, οδηγώντας σε μείωση της ζήτησης για ελληνικά αγαθά και υπηρεσίες, που ενισχύεται επίσης από το μεγάλο μερίδιο του τουρισμού και της ναυτιλίας στις εξαγωγές. Επίσης λόγω της μεγάλης έκθεσης της Ελλάδας στους ταξιδιωτικούς περιορισμούς υπάρχουν αρνητικοί κίνδυνοι. Ακόμη και μια σύντομη παράταση των περιορισμών πέρα από αυτό που αναμένεται, θα μπορούσε να έχει ισχυρή πτωτική επίδραση.

Οι εκτιμήσεις του ΥΠ.ΟΙΚ.

Από την μεριά του το ΥΠ.ΟΙΚ. στο Πρόγραμμα Σταθερότητας επισημαίνει ότι, λόγω της πολύ μεγάλης αβεβαιότητας που προκαλεί, σε παγκόσμιο επίπεδο, η πανδημία του κορωνοϊού, το Πρόγραμμα εμπεριέχει δύο σενάρια, το βασικό (ύφεση 4,7%) και το δυσμενές (ύφεση 7,9%), μετά τη λήψη μέτρων. Η οικοδόμηση των σεναρίων ξεκινά από ένα αρχικό σενάριο ύφεσης 10% (χωρίς μέτρα), το οποίο, μετά τη λήψη των μέτρων που έχουν έως τώρα σχεδιαστεί, καταλήγει στο βασικό σενάριο με ύφεση 4,7%. Το ύψος της ύφεσης είναι πράγματι δύσκολο να εκτιμηθεί σε διεθνές επίπεδο, άρα και στην Ελλάδα, εξ ου και η Κυβέρνηση προβλέπει έκταση από 4,7% μέχρι 7,9%, μετά τη λήψη των επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων.

Το κόστος των μέτρων

Η συνολική αξία των μέτρων, όπως έχουν αποτυπωθεί στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, ανέρχεται σε 17,35 δισ. ευρώ (10% του ΑΕΠ) και το συνολικό ταμειακό τους κόστος σε 11,5 δισ. ευρώ (6,5% του ΑΕΠ) σε επίπεδο έτους και 12,35 δισ. ευρώ για τους μήνες έως τον Ιούνιο, εάν ληφθεί υπόψη ότι επιστροφές φορολογικών και ασφαλιστικών αναστολών θα πραγματοποιηθούν από τον Αύγουστο και έπειτα. Το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων αγγίζει τα 10,35 δισ. ευρώ έως τον Ιούνιο και 9,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο έτους, εάν ληφθούν υπόψη οι επιστροφές ορισμένων ποσών αναστολών έως το τέλος του έτους. Το ταμειακό κόστος, το οποίο έχει άμεση σχέση με τα αποθέματα ταμειακών διαθεσίμων, είναι υψηλότερο και αγγίζει τα 12,35 δισ. ευρώ έως τον Ιούνιο.

Σύμφωνα με το ΥΠ.ΟΙΚ., τα δημοσιονομικά και ταμειακά μέτρα που περιέχει το σενάριο είναι αυτά που έχουν έως τώρα νομοθετηθεί και σχεδιαστεί αναλυτικά. Δεν περιέχουν το συνολικό δημοσιονομικό και ταμειακό κόστος των μέτρων που θα απαιτηθούν και θα εξειδικευτούν το επόμενο χρονικό διάστημα. Ενδεικτικά αναφέρονται: Επιδότηση βραχυχρόνιας εργασίας μέσω του Προγράμματος SURE. Χορήγηση δανείων μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Νέο πλαίσιο επιδότησης δανείων πρώτης κατοικίας. Νέες πολιτικές που θα εφαρμοστούν σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας τους επόμενους μήνες (τουρισμό, μεταφορές κ.λ.π.) και παρεμβάσεις ρευστότητας του Δημοσίου. Με την υλοποίηση των ανωτέρω πολιτικών, η συνολική αξία των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, και η οποία αφορά πραγματική ρευστότητα για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, ξεπερνά τα 24 δισ. ευρώ.

Οι κίνδυνοι

Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) πάντως, η επαλήθευση της κυβερνητικής πρόβλεψης για ανάκαμψη της οικονομίας κατά 5,1% το 2021, εξαρτάται τόσο από την εξέλιξη του επιδημιολογικού φαινομένου, όσο και από την προσδοκία ότι η ύφεση λόγω του κορωνοϊού δεν προκάλεσε δομικού χαρακτήρα αλλαγές στην ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα να είναι εφικτή η άμεση και πλήρης επανεκκίνησή της, μετά το πέρας της κρίσης. Επιπλέον, το ΕΔΣ επισημαίνει δύο κίνδυνους που δύνανται να επιβραδύνουν την μελλοντική ανάκαμψη της οικονομίας.

Ο πρώτος αφορά στον κίνδυνο της μη παροδικής μείωσης των αμοιβών της εργασίας, και κατά συνέπεια την αδυναμία της ιδιωτικής κατανάλωσης να επανέλθει άμεσα στα προ της κρίσης επίπεδα. Ο δεύτερος αφορά την ενδεχόμενη ένταση και κατεύθυνση των δημοσιονομικών μέτρων, υπό την έννοια ότι στις τρέχουσες εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις ο στόχος της «επανεκκίνησης» της οικονομίας είναι πρωτεύων σε συνάρτηση πάντα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες θα είναι καθοριστικές οι αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εξασφάλιση επαρκών πρόσθετων πόρων προς αντιμετώπιση των έντονων υφεσιακών επιδράσεων της κρίσης.

Οι επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά εργασίας

Όποιο και αν είναι πάντως το εύρος της οικονομικής ύφεσης στη χώρα μας, οι επιπτώσεις στην απασχόληση θα είναι σημαντικές. Σε σχετική ανάλυση του ΣΕΒ αναφέρεται μάλιστα ότι, οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν τον Μάρτιο του 2020 προαναγγέλλουν τη μεγαλύτερη αύξηση ανεργίας της δεκαετίας. Συγκεκριμένα, το ισοζύγιο των ροών εργασίας του Μαρτίου βρίσκεται στη μέγιστη αρνητική τιμή του από το 2001 έως σήμερα με μείον 41.903 θέσεις εργασίας, με την πραγματοποίηση 103.002 προσλήψεων και 144.905 αποχωρήσεων. Πρόκειται για πολλαπλάσιες χαμένες θέσεις εργασίας ακόμα και σε σχέση με την 2011-2013, όταν η πολυετής κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας βρισκόταν στην κορύφωσή της.

Μείωση στις προσλήψεις

Η μεγαλύτερη μείωση στο ισοζύγιο αφορά στις προσλήψεις: μειώθηκαν κατά 49% σε σχέση με τον Μάρτιο του 2019 (103.002 από 202.157), ενώ οι αποχωρήσεις μειώθηκαν κατά 8,7%, από 158.784 σε 144.905. Καθώς ο Μάρτιος σηματοδοτεί την προετοιμασία ενόψει της τουριστικής περιόδου, με τη δημιουργία μεγάλου αριθμού εποχικών θέσεων εργασίας, αναμένεται σημαντική αυξητική τάση της ανεργίας. Η μη πραγματοποίηση αυτών των προσλήψεων θα επιβαρύνει σημαντικά την ανεργία. Από τους δύο κλάδους προκύπτει αθροιστικά έλλειμμα στο ισοζύγιο εργασίας σχεδόν 43.000 θέσεων, όσες περίπου είναι και οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν στην ελληνική αγορά εργασίας τον Μάρτιο του 2020.

Στις υπηρεσίες εστίασης, η αναστολή της επιχειρηματικής λειτουργίας καθήλωσε τις προσλήψεις: ενώ τον Μάρτιο του 2019, το ισοζύγιο εργασίας ήταν θετικό κατά 6.010 θέσεις, τον Μάρτιο του 2020 ήταν αρνητικό κατά 21.919 θέσεις. Αντίστοιχα, στις υπηρεσίες παροχής καταλύματος, ήταν θετικό κατά 13.313 θέσεις το 2019, και αρνητικό κατά 1.878 θέσεις, τον Μάρτιο του 2020. Πάντως, οι παραγωγικές επιχειρήσεις στη βιομηχανία, τη μεταποίηση, την τεχνολογία, και άλλους κλάδους υψηλής και μέσης προστιθέμενης αξίας , διατήρησαν τον παραγωγικό ιστό και το ανθρώπινο δυναμικό τους. Σε αυτό βοήθησε το γεγονός πως δεν απασχολούν εποχικό προσωπικό, αλλά μόνιμο προσωπικό μεσαίας και υψηλής εξειδίκευσης πλήρους απασχόλησης. Ωστόσο, η διατήρηση του παραγωγικού ιστού συνέβαλε και στην προστασία των θέσεων εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης.

Και η ΓΕΣΒΕΕ σε δική της μελέτη προειδοποιεί ότι, καθώς διανύουμε τις πρώτες μέρες της σταδιακής επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας σημαντικοί περιορισμοί έχουν τεθεί στον τρόπο άσκησης της δραστηριότητας των επιχειρήσεων για την διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν μέσα σε ένα έκτακτο αλλά σε κάθε περίπτωση νέο ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας και σε μια αγορά στην οποία η υγειονομική κρίση έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμα της με την εκτεταμένη μείωση των εισοδημάτων, τα προβλήματα ρευστότητας και τη μεταφορά υποχρεώσεων για το μέλλον.

Περικοπές προσωπικού

Με βάση αυτά η επόμενη μέρα για την απασχόληση στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις φαίνεται πως θα συνεχίσει να διατηρεί τα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη διαμορφωθεί. Στο πλαίσιο αυτό 1 στις 8 (12,7%) μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δηλώνει πως το επόμενο διάστημα θα προχωρήσει σε μείωση προσωπικού. Εκτιμάται ότι κινδυνεύουν να χαθούν 150.000 θέσεις μισθωτής εργασίας, ενώ εάν συνυπολογίσουμε και το εύρημα ότι 1 στις 7 επιχειρήσεις δηλώνουν πως ενδέχεται να διακόψουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, τότε ο κίνδυνος απώλειας των συνολικών θέσεων απασχόλησης (αυτοαπασχολούμενοι, εργοδότες και εργαζόμενοι) εκτιμάται στις 250.000.

Μια επιπλέον αρνητική διάσταση είναι ο περιορισμός δημιουργίας θέσεων εργασίας. Με βάση τα στοιχεία της έρευνας μόλις το 3,4% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσαν ότι θα προχωρήσουν σε προσλήψεις προσωπικού το επόμενο διάστημα. Το στοιχείο αυτό, που ακολουθεί την συμπεριφορά που έχει ήδη εκδηλωθεί, δημιουργεί υπαρκτό κίνδυνο περαιτέρω αύξησης της ανεργίας εάν αναλογιστούμε ότι το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Αυγούστου κατά τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια είναι το καλύτερο για την απασχόληση. Κατά μέσο όρο το διάστημα αυτό δημιουργούνται επιπλέον 270.000 θέσεις εργασίας κυρίως λόγω του τουρισμού.

Εκτίναξη της ανεργίας

Το ενδεχόμενο εκτίναξης της ανεργίας σε ποσοστά αντίστοιχα με εκείνα που είχαν καταγραφεί κατά την πιο βαθιά περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και μάλιστα σε πολύ σύντομο χρόνο είναι πολύ πιθανό. Δημιουργούνται έτσι προϋποθέσεις για εκτεταμένη φτωχοποίηση του εργατικού δυναμικού της χώρας και διεύρυνσης των ανισοτήτων. Με βάση αυτά –εκτός από την διεύρυνση των μέτρων ενίσχυσης ρευστότητας των επιχειρήσεων και κάλυψης της απώλειας των εισοδημάτων– πρέπει να διερευνηθεί μια συμπληρωματική δέσμη μέτρων με στόχο την ανάσχεση των δυσμενέστερων επιπτώσεων από την υγειονομική κρίση.