Vincent Van Gogh: Οι κοφτές πινελιές μιας καθαρής ματιάς…

Ο Vincent Van Gogh (1853-1890) αφομοιώνοντας δημιουργικά τα ερεθίσματα των προηγούμενων ετών αποτέλεσε προπομπό των καλλιτεχνικών εξελίξεων της τέχνης του 20ού αιώνα. Στόχος του να εκφράσει αυτά που αισθανόταν, εγείροντας συναισθήματα σε όσους έβλεπαν τα έργα του.
Δεν τον ενδιέφερε η «στερεοσκοπική πραγματικότητα», όπως συνήθιζε να ονομάζει τη φωτογραφική αναπαράσταση της φύσης.
Το έργο των ιμπρεσιονιστών και του πουαντιγισμού του Σερά, η τεχνική με τις κοφτές πινελιές καθαρού χρώματος και με τις κουκίδες, στα δικά του χέρια μετασχηματίστηκε. Ζωγράφιζε συχνά κάτω από μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και ο κάθε πίνακας μαρτυρούσε την εκάστοτε ψυχική του διάθεση.Γεννημένος στην Ολλανδία από πατέρα πάστορα, ασχολήθηκε με το εμπόριο τέχνης αρχικά, το οποίο εγκατέλειψε, όπως άλλωστε και τις θεολογικές σπουδές του και την ιδέα να γίνει ιεροκήρυκας. Έτσι, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ζωγραφική. Ερωτεύτηκε παράφορα την πρώτη ξαδέρφη του Κι Βος. Αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας έγινε η αιτία να τον διώξει από το σπίτι ο πατέρας του.

Ο νευρικός κλονισμός

Μετά από έναν νευρικό κλονισμό ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου βρισκόταν ο αδερφός του ο Τεό, που αν και φτωχός πάντοτε τον συνέδραμε οικονομικά. Η αλληλογραφία με τον αδερφό του ίσως αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες της διεθνούς λογοτεχνίας.
Συγκατοικούσε με τον Πολ Γκογκέν, με τον οποίο ο Βαν Γκογκ ανέπτυξε στενή φιλία. Όταν όμως ο Γκογκέν θέλησε να μετακομίσει το 1888, ο Βαν Γκογκ τον ακολούθησε κρατώντας ένα ξυράφι. Εκείνος διανυκτέρευσε σε ένα ξενοδοχείο και ο Βαν Γκογκ μέσα στο παραλήρημά του όσο βρισκόταν στο σπίτι έκοψε το αριστερό του αυτί.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο λόγος που φαίνεται ο Βαν Γκογκ να έκανε κάτι τέτοιο στον εαυτό του ήταν ο γάμος του αδελφού του! Το τύλιξε με μία πετσέτα και το πήγε στον τοπικό οίκο ανοχής, ενώ το δώρισε στην αγαπημένη του γυναίκα της νύχτας εκεί.
Το 1889 νοσηλεύτηκε σε φρενοκομείο με την θέλησή του. Αργότερα μετακόμισε στο χωριό Οβερσίρ-Ουάζ. Εκεί ζωγράφισε 70 πίνακες σε 70 ημέρες, ενώ φέρεται να αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος στις 27 Ιουλίου 1889 και κατέληξε δύο ημέρες μετά, σε ηλικία 37 ετών. Μάλιστα πουλήθηκε στις 19 Ιουνίου του 2019 σε δημοπρασία από τον οίκο δημοπρασιών Drouot το περίστροφο με το οποίο αυτοτραυματίστηκε και κατέληξε. Η τιμή εκτίμησης ήταν 40.000 με 60.000 ευρώ. Κατοχυρώθηκε σε ιδιώτη που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του, στην τιμή των 130.000 ευρώ και μαζί με τους φόρους 162.500 ευρώ.

Πίνακες με μυθική αξία

Ο Πισαρό είχε πει «Αισθάνθηκα ότι ο Βενσάν ή θα γινόταν τρελός ή θα άφηνε πολύ πίσω του τους ιμπρεσιονιστές. Δεν υποπτεύθηκα όμως ότι και τα δύο μου προαισθήματα θα έβγαιναν αληθινά!» Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες, που η σημερινή τους αξία είναι μυθική. Όσο ζούσε, όμως, κατάφερε να πουλήσει μόλις έναν πίνακα!
Κύρια χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του ήταν το πολύ δυνατό σχέδιο, η ιδιάζουσα απόδοση της προοπτικής, η ένταση των χρωμάτων αλλά και η βιαιότητα στην εκτέλεση. Θαύμαζε και δέχθηκε επιρροές από τα γιαπωνέζικα χαρακτικά και επιθυμούσε τα δικά του έργα να κάνουν την ίδια εντύπωση με εκείνα.
Οι προσωπογραφίες του Βαν Γκογκ μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν μεθοδολογικά με τις γελοιογραφίες, που ήταν είδος κατεξοχήν εξπρεσιονιστικό. Ο γελοιογράφος χρησιμοποιεί το στοιχείο της ομοιότητας αλλά παραποιημένο, ώστε να εκφράσει τα συναισθήματά του για το πρόσωπο που έχει επιλέξει. Ωστόσο η ιδέα μιας σοβαρής γελοιογραφίας ήταν ιδιαίτερα ρηξικέλευθη.

Έργα πρότυπο

Ο Βαν Γκογκ έμεινε πιστός στις απόψεις του ζωγραφίζοντας με αυτόν τον τρόπο, καθώς θεωρούσε πως τα αισθήματά μας για τα πράγματα είναι αυτά που συνθέτουν εν τέλει τον τρόπο με τον οποίο τα βλέπουμε. Στην προσωπογραφία του γιατρού Gachet “Le docteur Paul Gachet” ξεκίνησε προσπαθώντας να επιτύχει μια συμβατή ομοιότητα, αλλά στην πορεία άλλαξε τα χρώματα και το περιβάλλον φόντο, ώστε να εκφραστεί καλύτερα.
Ο Βαν Γκογκ διέγνωσε και ανέδειξε γρήγορα την ομορφιά που κρύβουν το θερισμένο στάχυ και τα σπαρμένα χωράφια. Έτσι, δημιούργησε μια σειρά πινάκων με την ίδια θεματολογία. Το κίτρινο χρώμα κυριαρχεί και είτε αντικατοπτρίζει την πίστη του ζωγράφου στους κυκλικούς ρυθμούς της φύσης, είτε οφειλόταν στην ξανθοψία την οποία είχε αναπτύξει προς το τέλος της ζωής του. Οι πίνακες αυτοί αποπνέουν γαλήνη και ηρεμία, αλλά σταθερά οι πινελιές παραμένουν δυνατές και βίαιες.
Τα έργα του καλλιτέχνη αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και πρότυπα για την δημιουργία δύο κινημάτων του 20ού αιώνα: του εξπρεσιονισμού που εμφανίστηκε στην Γερμανία και του φοβισμού που παρουσιάστηκε στην Γαλλία. Τα δύο αυτά κινήματα αλληλοδιαπλέκονταν. Κοινό τους σημείο αναφοράς ήταν το συγκινησιακό στοιχείο, σε συνδυασμό με την εκούσια χρήση έντονων χρωμάτων και την παραμόρφωση των μορφών.

Γράφει η δρ Μαράη Γεωργούση