Κωνσταντίνος Μίχαλος: Η κρίση να δώσει το έναυσμα

Η παγκόσμια πανδημία του κορωνοϊού βρήκε το εθνικό σύστημα υγείας της Ελλάδας αποδυναμωμένο μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης και σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής. Μέχρι τώρα, παρά τις ελλείψεις σε σημαντικούς τομείς, φαίνεται να αντέχει το βάρος της διαχείρισης της κρίσης. Αυτό οφείλεται αφενός στην έγκαιρη λήψη μέτρων από πλευράς της Πολιτείας, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η μετάδοση του ιού και να εξαπλωθούν χρονικά τα σοβαρά κρούσματα. Είναι σημαντική, επίσης, η προσπάθεια που έγινε και γίνεται, με τη συνδρομή και του ιδιωτικού τομέα, για την ενίσχυση του συστήματος κυρίως σε ό,τι αφορά τις μονάδες εντατικής θεραπείας. Και βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να μην επισημάνει την κρίσιμη συμβολή του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, που από την πρώτη στιγμή βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μάχης καλύπτοντας αρκετά από τα κενά του συστήματος, με περίσσευμα γενναιότητας και αφοσίωσης στο καθήκον.

Αυτό που, ωστόσο, αναδεικνύεται στην παρούσα φάση είναι η αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό δημόσιο σύστημα υγείας, ικανό να αντεπεξέρχεται σε έκτακτες καταστάσεις, αλλά και να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες σε μόνιμη βάση. Είναι σημαντικό, η προσπάθεια που έχει γίνει ως τώρα, να λειτουργήσει ως παρακαταθήκη, όχι μόνο για να είμαστε προετοιμασμένοι εν όψει μιας επόμενης κρίσης, αλλά και για να διασφαλιστεί το δικαίωμα των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης. Πρέπει να αποτελέσει το έναυσμα για να προχωρήσουν όλες οι κατάλληλες παρεμβάσεις και να επιταχυνθούν οι απαραίτητες αλλαγές, που θα καταστήσουν το εθνικό σύστημα υγείας βιώσιμο οικονομικά, αλλά και περισσότερο ευέλικτο και προσανατολισμένο στην εμπειρία και την εξυπηρέτηση του ασθενή.

Κύριο μέλημα, στο πλαίσιο αυτό, οφείλει να είναι η ανάπτυξη ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, το οποίο θα συμβάλει στην αποδοτικότερη και πιο ορθολογική λειτουργία ολόκληρου συστήματος υγείας, παρέχοντας καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες με μικρότερο κόστος. Η προσπάθεια αναβάθμισης της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας περνά απαραίτητα μέσα από την ενίσχυση και την αποτελεσματική εφαρμογή του θεσμού του οικογενειακού γιατρού, ο οποίος θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης, όσο και σε αυτό της θεραπείας.  

Επιτακτική είναι, επίσης, η ανάγκη για ενίσχυση του συστήματος όσον αφορά τη νοσοκομειακή περίθαλψη, με έμφαση στην αύξηση των μόνιμα διαθέσιμων κλινών και στην ενίσχυση των ΜΕΘ, ώστε η Ελλάδα να φθάσει στα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Χρειάζεται, επίσης, επένδυση στην επαρκή στελέχωση των νοσοκομείων, αλλά και διαδικασίες αξιολόγησης της λειτουργίας τους στη βάση ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων, διαφανείς και απόλυτα αξιοκρατικές διαδικασίες επιλογής διοικήσεων και διεύρυνση των δυνατοτήτων συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα.

Το δημόσιο σύστημα υγείας της χώρας διαθέτει ένα εξαιρετικό έμψυχο δυναμικό, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια λειτουργεί ως αντίβαρο στις περικοπές και στις ελλείψεις. Οι Έλληνες εμπιστεύονται το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των δημόσιων νοσοκομείων της χώρας και αυτή η εμπιστοσύνη δικαιώνεται απόλυτα, στη διάρκεια της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης που βιώνουμε.

Είναι τώρα καθήκον της Πολιτείας να αξιοποιήσει αυτή την εμπειρία, για να προχωρήσει στη μακρόπνοη, συνολική αναβάθμιση και θωράκιση του ΕΣΥ. Να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα και τη γνώση που έχει αντληθεί αυτό το διάστημα, να επιστρατεύσει νέα εργαλεία και να επιταχύνει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, ώστε να διαμορφώσει ένα σύστημα το οποίο θα λειτουργεί αποδοτικά προς όφελος όλων. Όπως τόνισε και ο πρωθυπουργός στο πρόσφατο διάγγελμά του, είναι στο χέρι μας η ανάγκη του σήμερα να θεμελιώσει την αναγέννηση του αύριο. Ο κρίσιμος τομέας της υγείας είναι ένα πεδίο στο οποίο η προτροπή αυτή μπορεί και πρέπει να βρει εφαρμογή.