Βαρύ το οικονομικό πλήγμα από τον κορωνοϊό

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, και αυτό είναι το πρωτεύον. Έχει όμως και σοβαρό οικονομικό κόστος. Η Ελλάδα μέχρι στιγμής τα πηγαίνει πάρα πολύ καλά σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση της πανδημίας, σε σημείο που να θεωρείται από τα ξένα ΜΜΕ παράδειγμα προς μίμηση για το πώς μπορεί να περιοριστεί δραστικά η εξάπλωση του ιού. Την ίδια ώρα, όμως, φαίνεται ότι είναι από τις πιο ευάλωτες χώρες της Ευρώπης σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις.     Του Σπύρου Σταθάκη    

Είναι ενδεικτικό ότι σε πρόσφατη μελέτη της Oxford Economics αξιολογούνται ως αρνητικοί παράγοντες που μεγεθύνουν την επίπτωση της κρίσης του κορωνοϊού στην ελληνική οικονομία μεταξύ άλλων ο γερασμένος πληθυσμός, η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό, το μεγάλο μερίδιο των αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών, και το σχετικά μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων. Έχουμε σε παγκόσμιο επίπεδο ένα απευθείας ισχυρό πλήγμα στη συνολική ζήτηση όσο και στη συνολική προσφορά στην οικονομία, που οδηγεί την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Για την ελληνική οικονομία, λοιπόν, η ύφεση είναι αναπόφευκτη και αναμένεται πολύ βαθιά.

Όπως αναφέρει στην πρόσφατη έκθεσή του για την ελληνική οικονομία και το ΙΟΒΕ, ησημερινή συγκυρία βρίσκει την ελληνική οικονομία, μετά από μια δεκαετία προκλήσεων και σκληρής προσαρμογής, εκ νέου σε μια πολύ έντονη κρίση, αυτή τη φορά με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά. Η υγειονομική κρίση που προκαλεί παγκοσμίως ο νέος ιός COVID-19 και τα μέτρα αντιμετώπισής της προκαλούν αδυναμία πολλών ανθρώπων να μετακινηθούν και άρα να καταναλώσουν και να εργαστούν.Η ραγδαία εξάπλωση του κορωνοϊούέχει ήδη μεταβάλει σημαντικά και θα συνεχίσει να επηρεάζει τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα τα δεδομένα όχι μόνο για την ελληνική αλλά και για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.

Πρωτοφανή μέτρα

Η διάρκεια και η έντασή τους, στο τρέχον και ενδεχομένως στα επόμενα έτη, προς το παρόν δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, επομένως και οι συνέπειές τους σε διάφορα επίπεδα (δημόσια υγεία, κοινωνικές σχέσεις, εκπαίδευση, διακρατικές σχέσεις, παραγωγική δραστηριότητα, δημόσια οικονομικά, τραπεζικό σύστημα κ.ά.) Ειδικά σε ό,τι αφορά τους οικονομικές επιπτώσεις τους πανδημίας, το γεγονός ότι εξαπλώνεται με ταχύ ρυθμό, ιδίως σε ευρωπαϊκές χώρες και τους ΗΠΑ, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα υψηλή θνησιμότητα σε σχέση με παρόμοιους ιούς, έχει οδηγήσει στη λήψη πρωτοφανών προστατευτικών μέτρων, τα οποία έχουν δημιουργήσει σημαντικά προσκόμματα στην ομαλή λειτουργία των χωρών και ασκούν ισχυρές, πρωτοφανείς μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πιέσεις τους οικονομίες τους.

Οι δυσοίωνες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία

Μέσα σε αυτό το πρωτόγνωρο διεθνές περιβάλλον καλείται να πορευτεί η χώρα μας. Και τα πράγματα δυστυχώς στο οικονομικό πεδίο δεν είναι καθόλου ευχάριστα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ΣΕΒ στο τελευταίο οικονομικό δελτίο, αρχικά η ελληνική κυβέρνηση αρχικά έκανε λόγο (3/4/2020) για μέχρι και -4% ύφεση το 2020 χωρίς τη λήψη μέτρων, που μπορεί να περιορισθεί σε -2%, με τη λήψη μέτρων. Οι αρχικές αυτές προβλέψεις έχουν ήδη αναθεωρηθεί επί τα χείρω, καθώς βραχυπρόθεσμοι δείκτες δείχνουν όξυνση της ύφεσης στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με το ΥΠΟΙΚ, η ύφεση τώρα για το 2020 εκτιμάται ότι θα είναι μεταξύ -5% και -10%, όσο και στην Ευρωζώνη. Έρχεται ωστόσο το ΔΝΤ και ανεβάζει την ύφεση στην Ελλάδα σε -10%, με τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη σε -7,5%.

Αναλυτικότερα, το ΔΝΤ (World Economic Outlook,14/04/2020) προβλέπει ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά -3% το 2020 και θα ανακάμψει το 2021 σημειώνοντας αύξηση +5,8%. Οι απώλειες από την παγκόσμια οικονομία εκτιμάται ότι θα είναι της τάξης των 9 τρισ. δολαρίων, καθιστώντας την κρίση του 2020 συγκρίσιμη με την μεγάλη ύφεση του 1930. Για την Ελλάδα το ΔΝΤ προβλέπει ύφεση κατά -10% το 2020, αύξηση της ανεργίας σε 22,3% από 16,4% (Ιαν. 2020) και διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε 6,5% του ΑΕΠ από 2,1% το 2019.

Το ΔΝΤ εκτιμά πως η χώρα μας θα έχει το 2020 την σοβαρότερη επιδείνωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, θα παρουσιάσει την μεγαλύτερη ύφεση, την μεγαλύτερη ανεργία, τις μεγαλύτερες αποπληθωριστικές πιέσεις, αλλά και την μεγαλύτερη επιδείνωση σε επίπεδο εμπορικού ισοζυγίου στο σύνολο της Ευρωζώνης. Επιπλέον προβλέπει ότι τους επόμενους μήνες θα χαθούν τουλάχιστον 300.000 θέσεις Εργασίας. Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό «μέτωπο», η επιδημική κρίση το οποίο θα εκτινάξει το δημόσιο χρέος στο 200,8% του ΑΕΠ το 2020, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα θα φτάσει στο 9% του ΑΕΠ.

Ειδικότερα, το Ταμείο προβλέπει ότι από το 184,8% του ΑΕΠ το 2018 διαμορφώνεται στο 179,2% το 2019 και ακολουθεί η έκρηξη στο 200,8%. Το ΔΝΤ αναμένει περιορισμένη αποκλιμάκωση στο 194,8% του ΑΕΠ το 2021. Σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης το πλεόνασμα 0,4% του ΑΕΠ το 2019, το 2020 θα μετατραπεί σε έλλειμμα 9% του ΑΕΠ, το οποίο θα περιοριστεί στο 7,9% του ΑΕΠ το 2021. Σε επίπεδο πρωτογενούς αποτελέσματος από πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ το 2019, αναμένεται πρωτογενές έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ το 2020 και 4,4% του ΑΕΠ το 2021. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ταμείου, τα κρατικά έσοδα φέτος θα είναι 2,5 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερα από πέρσι, δηλαδή θα χαθούν πάνω από 4,5 δισ. ευρώ, ενώ οι αυξημένες ανάγκες των μέτρων στήριξης θα «φουσκώσουν» τις δαπάνες κατά περίπου 12,5 δισ. ευρώ πάνω από τα περσινά επίπεδα.

Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ

Αν και, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η ελληνική οικονομία θα επανέλθει σε τροχιά ανάκαμψης, με επέκταση 5,1% το 2021, η ανεργία θα παραμείνει υψηλή, στο επίπεδο του 19%, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα περιοριστεί στο 3,4% του ΑΕΠ. Σημειώνεται ότι η μείωση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε -7,5%, με σημαντικές απώλειες στην Ιταλία (-9,1%), την Ισπανία (-8%), τη Γαλλία (-7,2%) και τη Γερμανία (-7%). Η βασική υπόθεση του ΔΝΤ για τις προβλέψεις αυτές είναι ότι η πανδημία θα εξασθενίσει κατά το 2ο εξάμηνο του 2020, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων.

Παράλληλα, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για μεγαλύτερη ύφεση είναι υπαρκτοί, καθώς η πορεία της πανδημίας του κορωνοϊού παραμένει αβέβαιη. Συγκεκριμένα, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για τη διάρκεια της πανδημίας, για τον μακροοικονομικό της αντίκτυπο και τις πιέσεις που τελικά θα ασκήσει στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις αγορές εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, εκτιμάται ότι τα μέτρα που έχει ανακοινώσει και εφαρμόζει η ελληνική κυβέρνηση θα προφυλάξουν την ελληνική οικονομία σε κάποιον βαθμό από την πραγματοποίηση των ακραίων εκτιμήσεων του ΔΝΤ, παρόλο που η αβεβαιότητα όσον αφορά στις προβλέψεις είναι εξαιρετικά μεγάλη λόγω της ιδιαιτερότητας του φαινομένου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα πρέπει να λάβει.

Τα σενάρια της ύφεσης

Από την πλευρά του το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι η ύφεση σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα είναι βαθιά, από ελάχιστο 5% και προς το 10%. Συνεπώς, ένα σημαντικό κόστος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά για φέτος δεν μπορεί να αποφευχθεί όσο και αν ο δανεισμός θα εξομαλύνει την κατάσταση. Συνολικά, η ύφεση θα δοκιμάσει την κερδοφορία των επιχειρήσεων, τα τραπεζικά δάνεια και τη δημοσιονομική ισορροπία, που είναι, άλλωστε, συγκοινωνούντα δοχεία. Θα χρειαστούν σωστές αποφάσεις και στα τρία επίπεδα. Επιπλέον, πολύ μεγάλο μέρος της θερινής περιόδου αναμένεται να χαθεί, αλλά πιέσεις μπορεί να υπάρξουν και μελλοντικά.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το βασικό σενάριο που επεξεργάστηκαν οι αναλυτές του ΙΟΒΕ και λαμβάνοντας υπόψη κάθε διαθέσιμο στοιχείο, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα κυμανθεί στο 5%.Σε αυτό το σενάριο η ελληνική οικονομία θα έχει αρνητικό πληθωρισμό 2%, η ανεργία θα αυξηθεί κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, στο 19,3%, οι επενδύσεις θα μειωθούν κατά 17% η ιδιωτική κατανάλωση θα μειωθεί 4% ενώ η δημόσια κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 4,5%. Η παραδοχή σε αυτό το σενάριο είναι ότι στη χώρα μας θα έχουμε τα περισσότερα έκτακτα μέτρα ως τα μέσα Μαΐου και σταδιακά από το τέλος του και μετά θα υπάρξει άρση μέτρων που θα αφορούν μεταφορές ανθρώπων, κυρίως αεροπορικές. Επίσης σε αυτό το σενάριο η ύφεση στην Ευρωζώνη θα είναι λίγο πιο κάτω απ’ το 7%.

Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο η ύφεση στη χώρα μπορεί να φθάσει το 9%, η ανεργία θα αυξηθεί πάνω απ’ το 21%, ο αρνητικός πληθωρισμός θα φθάσει το 3,5%. Επίσης η μείωση στις επενδύσεις θα φθάσει το 30%, η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα είναι 8% ενώ η δημόσια κατανάλωση θα αυξηθεί 7,5%. Η βασική παραδοχή του δυσμενούς σεναρίου ότι το πρόβλημα της πανδημίας θα παραμείνει και το καλοκαίρι ή θα σταματήσει και θα επανέλθει πάλι απ’ το φθινόπωρο, ενώ η ύφεση στην Ευρωζώνη θα φθάσει το 9%. Το ΙΟΒΕ παραδέχεται πάντως πως είναι πολλοί οι καθοριστικοί παράγοντες για τις προβλέψεις που γίνονται. Οι παράγοντες αυτοί είναι: Πόσο θα κρατήσει το υγειονομικό πρόβλημα όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Το εάν η ύφεση στην Ευρωζώνη θα διαρκέσει ένα, δύο, τρία τρίμηνα. Το τελικό ύψος των μέτρων που σε έναν βαθμό θα αντισταθμίσουν την αρχική ύφεση μεταφέροντας κάποιο χρέος στο μέλλον. Και, τέλος, η τιμή του πετρελαίου, που φαίνεται προς το παρόν να λειτουργεί ευνοϊκά λόγω της μεγάλης πτώσης της.

Το μεγάλο «αγκάθι» του τουρισμού

Σε κλαδικό επίπεδο, τις σοβαρότερες επιπτώσεις αναμένεται να έχει ο τουρισμός, ο οποίος πλέον βιώνει μια πρωτόγνωρη και αχαρτογράφητη πραγματικότητα. Όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι είναι και το βασικό «κανάλι» μετάδοσης της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. Και αυτό γιατί ο τουριστικός τομέας και ειδικότερα οι διεθνείς ταξιδιωτικές εισπράξεις αντιμετωπίζουν τα πρώτα και σημαντικότερα πλήγματα από τη διεθνή εξάπλωση του κορωνοϊού. Πρέπει λοιπόν να ληφθεί υπ’ όψιν ότι καμμία χώρα στην Ευρωζώνη, εκτός της Κύπρου, δεν εξαρτάται περισσότερο από τον τουρισμό όσο η Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, ο τουριστικός κλάδος αντιπροσώπευε το ήμισυ της οικονομικής ανάπτυξης το 2018, περισσότερο από το 20% του ΑΕΠ (90% σε ορισμένες περιοχές του νότιου Αιγαίου) και το ένα τέταρτο των θέσεων εργασίας της χώρας. Τώρα αναμένεται μεγάλη ύφεση το 2ο και 3ο τρίμηνο, όπου συγκεντρώνονται το 25% και το 60% των εισπράξεων από τον εξωτερικό τουρισμό αντιστοίχως, με τις απώλειες να είναι 100% το 2ο τρίμηνο και 50% το 3ο τρίμηνο, οδηγώντας σε κατάρρευση των τουριστικών εισπράξεων από €18 δισ. το 2019 σε 8 δισ. ευρώ, ή σε 10 δισ. ευρώ, με κάποια μετακύλιση του τουριστικού προϊόντος προς το φθινόπωρο.

Τι λένε οι αριθμοί

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του ΙΤΕΠ για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ), μεταξύ των ξενοδοχείων συνεχούς λειτουργίας το 64,9 % θεωρεί πιθανή ή πολύ πιθανή την χρεοκοπία (46,6 % πιθανή, 18,3 % πολύ πιθανή). Το αντίστοιχο ποσοστό για τα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας είναι 51,8 % (40,5 % πιθανή, 11, 3 % πολύ πιθανή). Επιπλέον, το 95% των ξενοδοχείων συνεχούς λειτουργίας βλέπει μείωση του τζίρου κατά Μ.Ο. 56,3%. Αντίστοιχα το 94,2% των ξενοδοχείων εποχικής λειτουργίας βλέπει μείωση του τζίρου κατά Μ.Ο. 56,1%. Με αναγωγή στον συνολικό ξενοδοχειακό πληθυσμό, η απώλεια ξενοδοχειακού τζίρου για το 2020 εκτιμάται 1,2 δισ. ευρώ για τα ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας και 3, 26 δισ. ευρώ για τα εποχικής. Η συνολική εκτιμώμενη απώλεια φτάνει στα 4,46 δισ. ευρώ.

Το 57,3% των ξενοδοχείων συνεχούς λειτουργίας εκτιμούν μείωση της απασχόλησης κατά 40%. Αντίστοιχα, το 65,4% εποχικής λειτουργίας βλέπει πτώση της απασχόλησης κατά 41,5%. Με αναγωγή στο συνολικό πληθυσμό των ξενοδοχείων εκτιμάται πως κινδυνεύουν άμεσα 45,142 θέσεις εργασίας. Τέλος, το 71,1% των ξενοδοχείων συνεχούς λειτουργίας δηλώνει ότι έχει ανάγκη για χρηματοδότηση, η οποία ανέρχεται κατά ΜΟ στο 31,1 % του τζίρου τους. Αντίστοιχα 66,6% των ξενοδοχείων εποχικής λειτουργίας δηλώνουν ανάγκες χρηματοδότησης στο 31,4%. Με αναγωγή εκτιμάται πως οι ανάγκες χρηματοδότησης φτάνουν τα 497.653.702 ευρώγια τα συνεχούς λειτουργίας και 1.289.610.380 ευρώ για τα εποχικής. Συνολικά η ανάγκη χρηματοδότησης διαμορφώνεται στα 1.787.264.082 ευρώ.

Από την πλευρά του το ΚΕΠΕ εκτιμά ότι για κάθε 1 δισ. ευρώ απώλειας διεθνών ταξιδιωτικών εισπράξεων, προκαλείται μία συνολική (άμεση και έμμεση):

  • Μείωση του ΑΕΠ της οικονομίας κατά περίπου 1,076 δισ. ευρώ.
  • Μείωση της απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 26.403 απασχολούμενους.
  • Επιβάρυνση του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κατά περίπου €675,52 εκατ., εκ των οποίων πάνω από τα 2/3 οφείλονται σε απώλειες εισπράξεων από υπηρεσίες διαμονής και εστίασης.

Αυτό μεταφράζεται ποσοστιαία ως εξής:

  • Μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά περίπου 0,57%.
  • Μείωση της απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 0,61%.
  • Αύξηση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κατά περίπου 38,9%.

Οι επιπτώσεις

Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, το ύψος της πραγματικής επίπτωσης της εξάπλωσης του νέου κορωνοϊού στις ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας είναι ακόμα πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί. Η ανάλογη διεθνής εμπειρία της εξάπλωσης του ιού SARS το 2003 δείχνει ότι μία μείωση των διεθνών ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά περίπου 8% δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη. Στη βάση ενός τέτοιου σεναρίου, εκτιμάται ότι η μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων θα προκαλέσει:

  • Επιβράδυνση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας (ΑΕΠ) κατά περίπου 0,83 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Συρρίκνωση της συνολικής απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 38.284 θέσεις εργασίας ή κατά περίπου 0,88 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Αύξηση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κατά περίπου 56,4 ποσοστιαίες μονάδες.