«Σαρώνει» τις οικονομίες παγκοσμίως ο κορωνοϊός

Μπορεί ίσως σε κάποιους να ακούγεται υπερβολικό, αλλά είναι γεγονός ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε πόλεμο με έναν τρομερό κοινό εχθρό: τον κορωνοϊό. Έναν εχθρό που απειλεί τη δημόσια υγεία, την κοινωνία, την οικονομία, και ιδίως το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας. Και όπως επισημαίνει σε πρόσφατο άρθρο του στην γερμανική εφημερίδα Ηandelsblatt ο δοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, εάν μέρος αυτού του παραγωγικού δυναμικού απαξιωθεί, σε περίπτωση πτωχεύσεων επιχειρήσεων, τότε ένα σοβαρό, αλλά βραχυχρόνιο, οικονομικό πρόβλημα θα εξελιχθεί σε μακροχρόνιο!

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Προς το παρόν παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιο πώς θα εξελιχθεί η πανδημία και κατά συνέπεια πόσο θα διαρκέσουν τα μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς της και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Ασφαλείς προβλέψεις δεν μπορούν να γίνουν ακόμη, παρά μόνο εκτιμήσεις βάσει σεναρίων που εξαρτώνται από υποθέσεις. Σύμφωνα όμως με τον διοικητή της ΤτΕ, αυτός ο κλυδωνισμός είναι χειρότερος από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την κρίση δημόσιου χρέους του 2010.

Κι αυτό γιατί αποτελεί έναν εξωτερικό, συμμετρικό, κοινό κλυδωνισμό που επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη, από την πλευρά της ζήτησης, από την πλευρά της προσφοράς (συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού) και από την πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε μεγάλο βαθμό, αυτός ο τριπλός κλυδωνισμός οφείλεται στο ότι οι οικονομίες υπόκεινται στα περιοριστικά μέτρα που έχουν επιβάλει οι κυβερνήσεις με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας. Χωρίς αυτά τα μέτρα, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες στην οικονομία θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες και θα κατέστρεφαν τον πληθυσμό και τον κοινωνικό ιστό.

Υπάρχουν και πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις, όπως αυτή του ΔΝΤ, καθώς εκτιμά ότι η πανδημία που σαρώνει τον κόσμο θα μετατρέψει την οικονομική ανάπτυξη παγκοσμίως σε «έντονα αρνητική» το 2020, προκαλώντας την χειρότερη ύφεση από την Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, ενώ μια μικρή ανάκαμψη αναμένεται το 2021. Σύμφωνα με το Ταμείο, περισσότερες από 170 χώρες θα βιώσουν μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος το 2020. Παράλληλα σημειώνει ότι οι κυβερνήσεις είχαν ήδη αναλάβει μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας 8 τρισ. δολαρίων, αλλά πιθανότατα θα χρειαστούν περισσότερα.

Από την πλευρά του ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO) προειδοποίησε ότι η πανδημία του κορωνοϊού μπορεί να καταστρέψει έως και περίπου 25 εκατ. θέσεις εργασίας παγκοσμίως, εάν οι κυβερνήσεις δεν ενεργήσουν τάχιστα για να προστατεύσουν τους εργαζόμενους από τις συνέπειες της νόσου. Σύμφωνα με σχετική ανάλυση του ILO, και με βάση διάφορα σενάρια για την εξέλιξη της πανδημίας, θα σημειωθεί αύξηση της ανεργίας διεθνώς μεταξύ 5,3 εκατομμυρίων και 24,7 εκατομμυρίων.

Για λόγους σύγκρισης, η παγκόσμια οικονομική κρίση 2008-9 αύξησε την ανεργία σε παγκόσμιο επίπεδο κατά 22 εκατομμύρια. Επίσης και η υποαπασχόληση αναμένεται να αυξηθεί σε μεγάλη κλίμακα, καθώς οι οικονομικές συνέπειες της επιδημίας του ιού μεταφράζονται σε μειώσεις των ωρών εργασίας και των μισθών. Οι μειώσεις στην απασχόληση συνεπάγονται επίσης μεγάλες απώλειες εισοδήματος για τους εργαζόμενους. Η μελέτη εκτιμά ότι αυτά θα κυμανθούν μεταξύ 860 δισεκατομμυρίων δολαρίων και 3,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έως το τέλος του 2020. Αυτό θα μεταφραστεί σε μείωση της κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν οι προοπτικές για τις επιχειρήσεις και τις οικονομίες.

Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η ελληνική οικονομία

Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην 3η εβδομάδα αναγκαστικών περιορισμών αποφυγής συγχρωτισμού για το μετριασμό της διάδοσης της πανδημίας του κορωνοϊού και την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Σύμφωνα με το πρόσφατο Δελτίο για την Ελληνική Οικονομία του Τμήματος Μακροοικονομικής Ανάλυσης του ΣΕΒ, το κόστος για την οικονομία είναι τεράστιο, καθώς διαρρηγνύονται οι παραδοσιακές σχέσεις κατανάλωσης και παραγωγής, και πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να αναστείλουν την οικονομική τους δραστηριότητα.

Δέσμες μέτρων

Η κυβέρνηση από τη μεριά της έχει εισαγάγει δέσμες μέτρων. Αποκλειστικός σκοπός είναι η στήριξη των επιχειρήσεων που αναστέλλεται πλήρως ή εν μέρει η λειτουργία τους, και η διατήρηση της απασχόλησης των εργαζομένων τους. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, η αποζημίωση ειδικού σκοπού των €800 αφορά 1,7 εκατ. εργαζομένους (81% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα). Τα μέτρα ανακούφισης/διευκόλυνσης των επιχειρήσεων καλύπτουν περίπου 800.000 επιχειρήσεις (76% του συνόλου). Καλύπτονται, επίσης, 700.000 ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων (ή 75% του συνόλου).

Αυτό είναι συνοπτικά το πλαίσιο στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, για όσο διαρκεί η κρίση, λόγω των αναγκαστικών μέτρων αντιμετώπισης του κορωνοϊού. Το όλο πρόγραμμα θα απαιτήσει ταμειακά πρόσθετες δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 6,8 δισ. ευρώ, ή 3,5% του ΑΕΠ, όπως το ΑΕΠ προβλεπόταν πριν την κρίση. Η ταμειακή αυτή επιβάρυνση δεν σημαίνει απαραίτητα και ισόποση δημοσιονομική επιβάρυνση. Σύμφωνα πάντως με τον ΣΕΒ, οι πληρωμές του Δημοσίου για αποζημιώσεις ειδικού σκοπού, για ασφαλιστικές υποχρεώσεις ατόμων που αμείβονται τοιουτοτρόπως, και όλες οι δαπάνες στον τομέα της υγείας και πολιτικής προστασίας, είναι βεβαίως δαπάνες, που αυξάνουν προσωρινά το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Με άλλα λόγια, το έλλειμμα φέτος φαίνεται να αυξάνει κατά τεκμήριο κατά 3,5 δισ. ευρώ τον μήνα περίπου (50% x €6,8 δισ. ευρώ) λόγω των μέτρων, και κατά 2,5 δισ. ευρώ τον μήνα (υπολογίζεται μια μείωση των μηνιαίων εσόδων, που συνήθως είναι 6,5 δισ. ευρώ, κατά 40% περίπου) λόγω της μείωσης των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων από την απώλεια οικονομικής δραστηριότητας. Δηλαδή η επιβάρυνση του προϋπολογισμού φαίνεται να είναι γύρω στα 6 δισ. ευρώ το μήνα ή περίπου 3% του παλαιού ΑΕΠ. Συνεπώς, η επιβάρυνση του ετήσιου ελλείμματος είναι 6 π.μ. του ΑΕΠ για 2 μήνες, 9 π.μ. του ΑΕΠ, για 3 μήνες, κ.ο.κ.

Η επιβάρυνση αυτή μπορεί να καλυφθεί ισόποσα από κάποιο συνδυασμό έκτακτου δανεισμού, και ανάληψης πόρων από τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους, που ανέρχονται σε 37 δισ. ευρώ. Ο ΣΕΒ σημειώνει ότι τα 16 δισ. ευρώ από αυτά είναι το απόθεμα που η χρήση του απαιτεί συναίνεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), καθώς τηρείται ως εξασφάλιση εξυπηρέτησης του υπέρογκου ελληνικού χρέους που είναι στην κατοχή του ESM. Τα υπόλοιπα είναι το εθνικό απόθεμα που με βάση τους προηγηθέντες υπολογισμούς είναι διαθέσιμο να χρηματοδοτήσει, εάν χρειασθεί, τον προϋπολογισμό για 3 μήνες περίπου. Βεβαίως, υπάρχουν και άλλα κονδύλια (ΕΣΠΑ, νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, κ.λ.π.) που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επείγουσες περιπτώσεις, επεκτείνοντας το παραπάνω διάστημα, ενδεχομένως, σε 6 μήνες.

Σε σχετική έκθεση και της γαλλικής τράπεζας Société Générale (SocGen) αναφέρεται για την Ελλάδα ειδικά, ότι οι πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης λόγω της πανδημίας θα ανέλθουν στα 6,3 δισ. ευρώ με τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες για φέτος να εκτοξεύονται από το 1,3 δισ. ευρώ (ή το 0,7% του ΑΕΠ) στα 7,6 δισ. ευρώ ή το 4,4% του ΑΕΠ. Συμπεριλαμβανομένου του κόστους διάσωσης/ανακεφαλαιοποίησης, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας διαμορφώνονται φέτος στα 10,2 δισ. ευρώ ή το 5,9% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, καθώς τα περισσότερα από τα δημοσιονομικά μέτρα είναι προσωρινά, το 2021 και δεδομένης της ισχυρής ανάκαμψης που αναμένεται στην οικονομία οι ανάγκες χρηματοδότησης θα μειωθούν έντονα, όπως και το έλλειμμα. Οι ανάγκες χρηματοδότησης πάντως είναι πιθανό να παραμείνουν πολύ πάνω από τα επίπεδα πριν από την κρίση λόγω του κορωνοϊού τουλάχιστον μέχρι το 2023. Σε ό,τι αφορά το έλλειμμα του προϋπολογισμού, αναμένεται να φτάσει φέτος στο 5,3% του ΑΕΠ, έναντι πλεονάσματος 1,3% του ΑΕΠ το 2019. Το ελληνικό χρέος θα αυξηθεί φέτος στο 194,2% του ΑΕΠ από 175,2% το 2019, ενώ το 2021 θα κινηθεί στο 182,4% του ΑΕΠ, το 2022 στο 180,4% και το 2023 θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2019 και στο 175,7% του ΑΕΠ.

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του ΑΕΠ, το ίδιο το ΥΠ.ΟΙΚ. παραδέχεται πλέον ότι η ύφεση το 2020 θα είναι βαθύτερη, απ’ ότι υπολογιζόταν αρχικά. Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ύφεση της Ευρώπης είναι από 5% έως 10%. Επιπλέον, για κάθε μήνα που είναι κλειστή η οικονομία στοιχίζει στη χώρα το 2,5% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της HSBC, η ελληνική οικονομία θα παρουσιάσει φέτος ύφεση έως και 6%, αλλά θα ακολουθήσει ανάκαμψη 5,8% το 2021. Η ύφεση στο β’ τρίμηνο θα αγγίξει το 10,3%, ενώ στο γ’ τρίμηνο θα φτάσει το 8,8%. Ο κλάδος που θα επηρεαστεί το περισσότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, είναι ο τουρισμός, ενώ έντονες διαταραχές θα βιώσουν η ναυτιλία και ο μεταποιητικός τομέας.

Τα έσοδα από τον τουρισμό

Ειδικότερα, τα έσοδα από τον τουρισμό αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 10% του ΑΕΠ και ο κλάδος συνολικά συμβάλει στο 20% σχεδόν της οικονομίας και τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται σε διψήφια ποσοστά. Μία μείωση λοιπόν των αφίξεων των τουριστών κατά 50% θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από το ΑΕΠ τουλάχιστον 5%. Από την πλευρά της στη δική της ανάλυση η ιταλική τράπεζα UniCredit επισημαίνει ότι η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τον τουρισμό και των κλάδων που σχετίζονται με αυτόν (οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 35% του ΑΕΠ και το 20% του εργατικού δυναμικού) την καθιστούν πιο ευάλωτη από ότι πολλές άλλες χώρες της Ευρωζώνης εξαιτίας της αρνητικής επίπτωσης των περιορισμών στις μετακινήσεις και τα ταξίδια.

Ο ρόλος του κράτους στη αντιμετώπισητης παρούσας κρίσης

Και επειδή μιλάμε για στήριξη της οικονομίας με κρατικό χρήμα, το ΚΕΠΕ προχώρησε σε νέα μελέτη του εύρους των επιδράσεων που μπορεί να έχει μία τόνωση της ζήτησης μέσω κρατικών δαπανών στην ελληνική οικονομία. Ειδικότερα, αναλύθηκαν οι επιπτώσεις που θα έχει η αύξηση των κρατικών καταναλωτικών δαπανών στο ΑΕΠ, την απασχόληση και το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας. Όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, καθώς σημαντικό τμήμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας έχει ανασταλεί προκαλώντας σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο παραγόμενο προϊόν και το ύψος της απασχόλησης, ο δημόσιος τομέας αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κύριο μοχλό ανάσχεσης των αρνητικών επιδράσεων που προκαλούνται από την εξάπλωση του κορωνοϊού.

Τα ευρήματα της μελέτης

Συνοπτικά, τα κύρια ευρήματα της μελέτης του ΚΕΠΕ έχουν ως εξής: Για κάθε 1 εκατ. ευρώ αύξησης των κρατικών δαπανών, προκαλείται μία συνολική (άμεση και έμμεση):

  • Αύξηση του ΑΕΠ της οικονομίας κατά περίπου 1,487 δισ. ευρώ.
  • Αύξηση της απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 33,524 απασχολούμενους.
  • Επιβάρυνση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 0,359 εκατ. ευρώ.
  • Με βάση αυτά τα δεδομένα, εάν υποτεθεί μια αύξηση της κρατικής καταναλωτικής δαπάνης για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορωνοϊού στην ελληνική οικονομία κατά 5 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 2,7% του ΑΕΠ, το ΚΕΠΕ εκτιμά ότι θα προκαλέσει μία συνολική (άμεση και έμμεση): Αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 3,97 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Αύξηση της συνολικής απασχόλησης στην οικονομία κατά περίπου 167,62 χιλιάδες θέσεις εργασίας ή κατά περίπου 3,90 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Αύξηση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών και Υπηρεσιών κατά περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Οι θετικές επιδράσεις μίας αύξησης των κρατικών δαπανών στο ΑΕΠ και την απασχόληση αφορούν κυρίως τους τομείς «Δημόσια Διοίκηση», «Εκπαίδευση», «Ανθρώπινη Υγεία», «Αγροτικός Τομέας», «Διαχείριση Ακίνητης Περιουσίας», «Παραγωγή Τροφίμων», «Διαμονή και Εστίαση» και «Λιανικό Εμπόριο» , ενώ το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας θα επιβαρυνθεί κυρίως λόγω της αύξησης των εισαγωγών βιομηχανικών προϊόντων.

Από την μελέτη του ΚΕΠΕ, λοιπόν, προκύπτει ότι οι μοναδιαίες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις των κρατικών δαπανών στην ελληνική οικονομία είναι ισχυρότερες από αυτές του τουριστικού τομέα. Συνεπώς, στο μέτρο που θα εξασφαλιστεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος που απαιτείται για την άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και, ταυτόχρονα, θα ασκηθούν οι κατάλληλες αναδιανεμητικές πολιτικές, είναι εφικτό να αντισταθμιστεί σημαντικό μέρος των αρνητικών επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία. Από την άλλη πλευρά, οι αρνητικές επιπτώσεις στον εξωτερικό τομέα της χώρας δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν, ενώ είναι εύλογο να αναμένουμε αρνητικές επιπτώσεις τόσο στις εξαγωγές όσο και στην επενδυτική δραστηριότητα, οι οποίες αναπόφευκτα θα έχουν με τη σειρά τους αντίστοιχες επιπτώσεις στο ΑΕΠ και την απασχόληση.

Σε κάθε περίπτωση, και όπως εκτιμά ο ΣΕΒ, εάν η κυβέρνηση σχεδιάζει να προβεί σε δανεισμό, η τωρινή συγκυρία είναι ευνοϊκή, δεδομένου του χαμηλού ύψους των επιτοκίων, σε αντίθεση με κάποια άλλη μελλοντική φάση, όταν περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη προσφύγουν στις αγορές, ωθώντας τα επιτόκια σε υψηλότερα επίπεδα. Επίσης, αξίζει τον κόπο να επιχειρήσει η ελληνική κυβέρνηση να επαναδιαπραγματευθεί μια μετακύλιση των πληρωμών του χρέους προς το μέλλον, ώστε να αξιοποιηθεί ο αντίστοιχος δημοσιονομικός χώρος. Όσον αφορά σε μέτρα τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, θα πρέπει να εξετασθεί, συμπληρωματικά, η αύξηση των πιστωτικών γραμμών στους ενήμερους πελάτες των τραπεζών, με το κράτος να αναλαμβάνει την εξυπηρέτησή ή την εγγύησή τους, για σύντομο χρονικό διάστημα. Τέλος, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον μπορεί να βοηθήσει τυχόν σημαντική αύξηση, και επιμήκυνση του χρόνου καταβολής του επιδόματος ανεργίας για εργαζόμενους που θα βρεθούν στον δρόμο εάν κλείσουν οι επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται.