Βασίλης Κορκίδης: Η ελληνική κοινωνία προσπαθεί να φτάσει νωρίτερα στην επόμενη μέρα

Η επέλαση του κορωνοϊού βρήκε την οικονομία της χώρας στην πλέον κρίσιμη φάση, που τα πρώτα σημάδια ανάκαμψής, χάρη στις επίπονες προσπάθειές μας, μετά από μια δεκαετή περίοδο κρίσης, ήταν ορατά. Στην παρούσα φάση ίσως θα ήταν παρακινδυνευμένο να επιχειρηθεί μια πρώτη αποτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων που θα προκαλέσει η περίοδος της πανδημίας στην ελληνική οικονομία. Δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσο πίσω έχουμε γυρίσει και ενδεχομένως θα γυρίσουμε, αλλά οι άνθρωποι της αγοράς αισθανόμαστε ότι οι μέχρι σήμερα χειρισμοί της Κυβέρνησης προσπαθούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις και να μην επιτρέψουν στον άγνωστο λογαριασμό του αόρατου πολέμου να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις του ΥΠΟΙΚ υπολογίζεται πως οι μηνιαίες απώλειες μας ανέρχονται σε 2% του ΑΕΠ, ενώ σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ σε ετήσια βάση οι απώλειες εκτιμώνται από 5 έως 8% του ΑΕΠ, παράλληλα στις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι απώλειες φθάνουν μηνιαίως το 3-5% και σε ετήσια βάση το 8-11%. Έτσι εάν για παράδειγμα προβάλουμε σήμερα τα παραπάνω ποσοστά, η Ελλάδα θα είχε απώλειες 15 δισ. ευρώ, η Ευρώπη 1,5 τρισ. ευρώ και η Παγκόσμια οικονομία 15 τρισ. δολάρια. Ενδεχομένως λοιπόν το μέγεθος και η ευελιξία της ελληνικής οικονομίας να αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα στη παρούσα συγκυρία, αφού λιγότερα χάνονται και γρηγορότερα ανακτώνται, σε αντίθεση με τις οικονομίες που πολλά χάνονται και δύσκολα ανακάμπτουν.

Τα συνεκτικά μέτρα στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης, ύψους 10+14 δισ. ευρώ, κυρίως με ιδίους πόρους, σχεδόν για όλα τα νοικοκυριά, επιχειρήσεις, εργαζόμενους και ανέργους, θα τα χαρακτηρίζαμε ως «ακαριαία μέτρα» αναστολής, στήριξης και ανακούφισης, που είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί να επαναληφθούν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Στο «ελληνικό πακέτο» μέτρων έρχεται να προστεθεί πλέον και το ευρωπαϊκό πακέτο, μετά και τις αποφάσεις του Eurogroup, που φιλοδοξεί να επανεκκινήσει την οικονομία της ΕΕ-27 μέσω ΕΚΤ, ESM και EBD.

Ξεχωρίζοντας τις μεμονωμένες ενέργειες στήριξης της ΕΕ, αναγνωρίζουμε ως θετικό για τη χώρα μας την απόφαση της ΕΚΤ να δέχεται πλέον τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρο, γεγονός που μπορεί να μειώσει το κόστος του χρήματος και να δώσει επιπλέον ρευστότητα 10 δις ευρώ που μέχρι σήμερα δεν ήταν διαθέσιμη για την Ελλάδα. Επίσης ελληνική επιτυχία και ανάχωμα για τη πραγματική οικονομία είναι η έγκριση της Επιροπής Ανταγωνισμού της ΕΕ, η δημιουργία του Ταμείου εγγυοδοσίας με 2 δισ. ευρώ που μπορεί να μοχλευτούν μέσω τραπεζών σε 7-8 δισ. ευρώ, καθώς και η «επιστρεπτέα προκαταβολή» με άμεση ρευστότητα ύψους 1 δις ευρώ στην αγορά.

Πρέπει λοιπόν να αναγνωρίσουμε ότι τα αντανακλαστικά της ελληνικής κυβέρνησης, που ορθώς έβαλε σε προτεραιότητα τη δημόσια υγεία από την οικονομία, λαμβάνοντας εγκαίρως τα ενδεδειγμένα μέτρα, για τον περιορισμό της πανδημίας αναγνωρίζονται παγκοσμίως ως τα πλέον αποτελεσματικά. Αυτό ίσως να είναι και το κλειδί που θα περάσουμε νωρίτερα στην επόμενη μέρα και θα ανακάμψουμε ταχύτερα, τόσο ως κοινωνία όσο και ως οικονομία.

Το Επιμελητήριο μας στο μεγαλύτερο λιμάνι της Χώρας παρακολουθεί προσεκτικά από τη πρώτη μέρα το πρωτόγνωρο οικονομικό φαινόμενο που διαδραματίζεται, προκειμένου συμβουλευτικά με τη πάροδο του χρόνου να παρεμβαίνουμε στις αποφάσεις της κυβέρνησης, αναφορικά με τις επιπτώσεις του «lockdown» στο σύνολο των πληττόμενων επιχειρήσεων. Χάρη στην άμεση και συνεχή επικοινωνία με τις επιχειρήσεις, εντοπίσαμε τους κλάδους που έχουν πληγεί άμεσα και έμμεσα, λιγότερο ή περισσότερο από την πανδημία και που συνέχισαν όλο αυτό το διάστημα να λειτουργούν με σοβαρές απώλειες. Οι επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο χώρο των τροφίμων και φαρμάκων, αντιμετωπίζουν σήμερα ίσως τις πιο σημαντικές προκλήσεις και δυσκολίες από τη μεγάλη κρίση, αλλά όσο διατηρούν τη λειτουργία τους, έχουν ένα μικρό προβάδισμα στην επανεκκίνηση της επόμενης μέρας. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός, ότι το πρώτο τρίμηνο του έτους, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, οι εγγραφές επιχειρήσεων στο ΕΒΕΠ ανέρχονται σε 261, ενώ οι λύσεις και διακοπές λειτουργίας σε μόλις 70. Αναλυτικότερα και κυρίως μέσω της ΥΜΣ του Επιμελητηρίου είχαμε 77 ιδρύσεις τον Ιανουάριο, 94 τον Φεβρουάριο και 90 τον Μάρτιο παρά τη λήψη μέτρων για τον περιορισμό της πανδημίας. Επίσης είναι αισιόδοξο το γεγονός ότι στο λιμάνι του Πειραιά, το διάστημα αυτό, ο μέσος όρος στις εξαγωγές παρουσίασε αύξηση της τάξης του +10%. Με την επανεκκίνηση της Κίνας λόγω της αποδρομής του κορωνοϊού και της σταδιακής ενεργοποίησης των Κινεζικών εξαγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων το λιμάνι του Πειραιά ευελπιστεί στην ανάσχεση της πτώσης στην κίνηση, καθώς αυτή κυμάνθηκε στο -22% κατά μέσο όρο σε σχέση με το πρώτο δίμηνο του έτους για τον περασμένο μήνα αναφορικά με το εισαγωγικό εμπόριο.

Συνοψίζοντας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πραγματικότητα πως την επόμενη μέρα σίγουρα θα υπάρχουν «μεγάλα αγκάθια» που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τη γραμμή επανεκκίνησης, ποια θα είναι η κατάσταση στην αγορά, με τι καταναλωτική δύναμη, πόσοι πελάτες και προμηθευτές θα συνεχίσουν τη δραστηριότητα τους, με ποιο τρόπο θα γίνονται οι εμπορικές συναλλαγές, πόση ρευστότητα θα χρειαστεί, σε πόσο χρόνο και σε τι κόστος θα αντικατασταθούν εμπορεύματα, αλλά και πόσες οφειλές και επιταγές τελικά θα πληρωθούν. Ας ελπίσουμε πάντως ότι θα επανεκκινήσουμε την επόμενη μέρα σε μια διαφορετική βάση, αφού όλοι έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει πως η επιστροφή μας στην «υγιή» καθημερινότητα δεν είναι εύκολη, ενώ τίποτα στην κοινωνία και οικονομία δεν θα είναι το ίδιο με πριν.