Ο κορωνοϊός καλπάζει, οι οικονομίες βουλιάζουν

Η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρωτοφανή κρίση πανδημίας του κορωνοϊού. H αντιμετώπισή της απαιτεί μέτρα περιορισμού των κοινωνικών επαφών. Αυτό σημαίνει, σε ό,τι αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις, ένα ραγδαίο περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας, που εκδηλώνεται με την ταυτόχρονη μείωση της ζήτησης και της προσφοράς, οδηγώντας αναπόφευκτα σε ύφεση. Όπως επισημαίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η πανδημία του κορωνοϊού δοκιμάζει τις κοινωνικές και οικονομικές αντοχές όλου του πλανήτη και απαιτεί άλλο επίπεδο διεθνούς επιστημονικής, κοινωνικής και οικονομικής συνεργασίας από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα.

Οι συνθήκες είναι πραγματικά πρωτόγνωρες. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Τομέα Μακροοικονομικής Ανάλυσης του ΣΕΒ, στις συνήθεις οικονομικές κρίσεις η μακροοικονομική πολιτική στοχεύει στην ενίσχυση της ζήτησης. Στην παρούσα κρίση, παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα για την στήριξη της οικονομίας πρέπει εξίσου να ενισχύσουν την προσφορά, δεδομένου ότι επιχειρήσεις και εργαζόμενοι θα βρεθούν σε αδυναμία εκπλήρωσης των συμβατικών και οικονομικών τους υποχρεώσεων, καθώς οι κυβερνήσεις παίρνουν όλα τα απαραίτητα επιδημιολογικά μέτρα αντιμετώπισης μιας επείγουσας κατάστασης ιατρικού χαρακτήρα.

Του Σπύρου Σταθάκη

Υπό αυτή την έννοια, η τόνωση της ζήτησης από μόνη της δε θα οδηγήσει σε αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς. Αυτό συμβαίνει επειδή υπό τις παρούσες συνθήκες οι πολίτες δε μπορούν να καταναλώσουν, αφού τα καταστήματα είναι κλειστά, ενώ παράλληλα παραμένουν στο σπίτι τους, σύμφωνα με τις οδηγίες των δημόσιων αρχών, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού. Παράλληλα οι επιχειρήσεις αδυνατούν να συνεχίσουν την ομαλή τους λειτουργία μένοντας πρακτικά με πολύ λιγότερους ή και χωρίς καθόλου εργαζόμενους. Έτσι, η βέλτιστη επιλογή υπό τις σημερινές συνθήκες είναι η κρατική στήριξη να κατευθυνθεί εκεί όπου είναι απαραίτητη. Να μη μείνει εργαζόμενος χωρίς ένα ελάχιστο εισόδημα, να μην κλείσει επιχείρηση επειδή δεν μπορεί να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες, την ίδια στιγμή που οι υποχρεώσεις εργαζομένων και επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, άλλες επιχειρήσεις, κ.λ.π., αν και μειωμένες, θα συνεχίσουν να τρέχουν.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, η κρατική αρωγή είναι απαραίτητο να παρέχεται γενναιόδωρα για όσο καιρό διαρκέσει η «κοινωνική απομόνωση», το «κλείσιμο στις επιχειρήσεις» και ο περιορισμός στην ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων μεταξύ των χωρών. Ήδη, οι κυβερνήσεις, περιλαμβανομένης της ελληνικής, έχουν ανακοινώσει μια πληθώρα μέτρων στήριξης για εργαζόμενους και επιχειρήσεις. Σημαντικές παράμετροι στην χορήγηση της αρωγής είναι το μέγεθος και η ταχύτητα της δημοσιονομικής προώθησης πόρων στην οικονομία.

 Λόγω της μαζικότητας των περιπτώσεων της αρωγής, ιδίως σε οικονομίες όπως η ελληνική, όπου οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούν την πλειοψηφία των εργαζομένων, είναι απαραίτητο οι πόροι να διοχετευθούν άμεσα, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, ενδεχομένως και ανεξαρτήτως κριτηρίων αναγκαιότητας και σκοπιμότητας, σε όλους τους εργαζομένους και επιχειρήσεις. Αυτή η επιλογή δημιουργεί τον κίνδυνο της σπατάλης για κάποιους από τους έκτακτους πόρους, που θα διοχετευθούν στην οικονομία, όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες μεγαλύτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στο όφελος που θα προκύψει από την ταχεία ένεση ρευστότητας στην οικονομία, η οποία συρρικνώνεται ταχύτατα λόγω των έκτακτων συνθηκών της κρίσης.

Πώς αντιδρά η Ευρώπη

Η εξάπλωση του κορωνοϊού συνιστά σήμερα τη μεγαλύτερη πηγή κινδύνου για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία, αφού άμεσες είναι οι συνέπειες στη βιομηχανία μέσω διαταράξεων της εφοδιαστικής αλυσίδας, στο εμπόριο, στις μεταφορές, στον τουρισμό, αλλά και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι οικονομικές επιπτώσεις δεν μπορούν ακόμη να ποσοτικοποιηθούν με ακρίβεια, παρά μόνο να εκτιμηθούν με βάση διάφορα υποθετικά σενάρια. Οι αρνητικές επιπτώσεις οφείλονται τόσο στις διαταράξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και παραγωγής, λόγω των προληπτικών αλλά και των περιοριστικών μέτρων για την αποφυγή ευρύτερης διασποράς της πανδημίας, όσο και στη χειροτέρευση της εμπιστοσύνης. Στην περίπτωση δε που η εξάπλωση του κορωνοϊού ενταθεί χρονικά και γεωγραφικά, οι επιπτώσεις θα είναι ακόμη δυσμενέστερες.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ε.Ε.) εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη το 2020 θα επιβραδυνθεί κατά 2,5 π.μ. και θα διαμορφωθεί σε -1% περίπου. Σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ (Μάρτιος 2020), για την οικονομία της ζώνης του ευρώ προβλέπεται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2020 θα περιοριστεί στο 0,8%, από 1,1% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη (Δεκέμβριος 2019), υπό την προϋπόθεση μιας περιορισμένης εξάπλωσης του κορωνοϊού. Σε πιθανή ένταση της πανδημίας με μεγαλύτερη διασπορά στη ζώνη του ευρώ ή και με επιπλέον διαταραχές στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, εκτιμάται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2020 θα επιβραδυνθεί περαιτέρω κατά 0,6 έως 1,4 ποσοστιαίες μονάδες

Αυτό σημαίνει, απλά, ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ είναι πολύ πιθανόν να εισέλθει σε αρνητικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Άλλωστε, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε στους Ευρωπαίους ηγέτες, κατά τη Σύνοδο Κορυφής στις 17 Μαρτίου 2020, ότι αν τα μέτρα περιορισμού μετάδοσης του κορωνοϊού διαρκέσουν τρεις μήνες η ύφεση στην Ευρώπη μπορεί να φτάσει στο -5% το 2020. Ποια είναι, λοιπόν, η αντίδραση της ΕΕ και της ΕΚΤ, μπροστά σε αυτή την εφιαλτική προοπτική; Κατ’ αρχήν, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 750 δισ. ευρώ, παρέχει τη δυνατότητα αγοράς ελληνικών ομολόγων ύψους περίπου 12 δισ. ευρώ. Η απόφαση αυτή αποτελεί σημαντική πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση των μέτρων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της εξάπλωσης του κορωνοϊού, καθώς και για τη σταθεροποίηση των αγορών.

Δημοσιονομική ευελιξία

Από κει και πέρα, στο Eurogroup της 16 Μαρτίου 2020 αποφασίστηκε να δοθεί δημοσιονομική ευελιξία σε όλες τις χώρες, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας, εξαιρώντας τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των μέτρων που λαμβάνονται από τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ακολούθως, στο Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 23 Μαρτίου 2020 αποφασίστηκε η ενεργοποίηση, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε., της «ρήτρας γενικής διαφυγής» (general escape clause), η οποία παρέχει στα κράτη-μέλη τα δημοσιονομικά περιθώρια ώστε να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την υποστήριξη της δημόσιας υγείας, του συστήματος κοινωνικής προστασίας και της οικονομίας, αποκλίνοντας από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη πρόκληση για τη ζώνη του ευρώ σήμερα, που θέτει σε δεύτερη μοίρα όλα τα προηγούμενα, είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής, καθώς και η έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομία και κοινωνία από την εξάπλωση του κορωνοϊού.

Όπως τονίζει η ΤτΕ, αν και η μέχρι τώρα αντίδραση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), της Ευρωομάδας (Eurogroup) και ιδιαιτέρως των ίδιων των κρατών-μελών μπορεί να χαρακτηριστεί θετική, είναι σαφές ότι απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη συνεργασία και συντονισμός σε επιστημονικό αλλά και σε δημοσιονομικό/νομισματικό επίπεδο, όπου η ευελιξία και ο ρεαλισμός πρέπει να υπερισχύσουν. Επειδή οι δυνατότητες των κρατών-μελών δεν είναι οι ίδιες, η επίδειξη συνοχής, αλληλεγγύης και ευελιξίας στην αντιμετώπιση της πανδημίας και η παροχή διευκολύνσεων στα κράτη-μέλη που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη ή έχουν δημοσιονομικές δυσκολίες είναι καταλυτικής σημασίας για την καταξίωση της διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ στη συνείδηση των πολιτών αυτή την κρίσιμη περίοδο.Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία ειδικού ευρωομολόγου, προκειμένου να εξασφαλισθεί η σταθερή και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των πολιτικών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των ζημιών από την πανδημία του κορωνοϊού είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

Σε «καραντίνα» η ελληνική οικονομία

Αυτά σε επίπεδο Ευρώπης. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη χώρα μας, όπως σημειώνει και το ΕΒΕΠ σε σχετική ανάλυση, βιώνει σήμερα συνθήκες ενός πρωτόγνωρου «lockdown», που την κάνει να «αιμορραγεί» οικονομικά και την εξαντλεί κοινωνικά, κάθε μέρα που περνάει. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, οι συνθήκες απαιτούν μια «οικονομία πολέμου», καθώς η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς εξαιρετικών περιστάσεων και η οικονομία, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, υφίσταται κάθε μήνα ύφεση 2% του ΑΕΠ ή απώλειες 5 δισ. ευρώ.

Μέσα σε 15 ημέρες, η πανδημία «εξαπλώθηκε» σε περισσότερες από 800.000 επιχειρήσεις, 700.000 ελεύθερους επαγγελματίες και 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, το 90% του συνόλου της οικονομικής δραστηριότητας αδρανοποιήθηκε, οι εμπορικές συναλλαγές σχεδόν σταμάτησαν και η καθημερινή ζωή των Ελλήνων καθηλώθηκε σε περιορισμό κατ’ οίκον. Η κατάσταση στην πραγματική οικονομία που παλεύει με τον ιό και τον χρόνο, έχει επιδεινωθεί ραγδαία και συνεχίζει να επιδεινώνεται όλο και περισσότερο, για όλους. Η εξάπλωση του κορωνοϊού επηρεάζει καταλυτικά τις βραχυπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές και θέτει, προσωρινά, μεγάλα εμπόδια στην πορεία προς την κανονικότητα.

Επιβράδυνση

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί σημαντικά το 2020, δεδομένων των επιπτώσεων της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Οι επιπτώσεις αυτές προς το παρόν δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν με ακρίβεια, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα στοιχεία και η πανδημία είναι σε εξέλιξη. Ειδικότερα, σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα είναι μηδενικός το 2020, αντί 2,4% που ήταν η πιο πρόσφατη πρόβλεψη μετά την ενσωμάτωση των στοιχείων των Εθνικών Λογαριασμών για το δ΄ τρίμηνο του 2019 (6 Μαρτίου 2020).

Η προς τα κάτω αναθεώρηση της πρόβλεψης του ρυθμού ανάπτυξης κατά επιπλέον 2,4 ποσοστιαίες μονάδες οφείλεται στην ενσωμάτωση των επιπτώσεων από την εξάπλωση του κορωνοϊού. Με βάση τα τελευταία στοιχεία για την εξέλιξη της πανδημίας, η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι θα υπάρξει σημαντική αρνητική επίπτωση στην οικονομία τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2020, η οποία θα αντισταθμιστεί μερικώς τα δύο τελευταία τρίμηνα. Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης θα προέλθει κυρίως από διαταραχές στην πλευρά της ζήτησης, με μείωση της εξωτερικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών και της εγχώριας ζήτησης, αφού πλήττονται ιδιαιτέρως τομείς όπως οι μεταφορές, ο τουρισμός, το εμπόριο, η εστίαση και η ψυχαγωγία. Ουδείς σήμερα μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια την εξέλιξη της πανδημίας, ενώ οι επιπτώσεις της στις εθνικές οικονομίες θα εξαρτηθούν και από τα εθνικά και διεθνή δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα που λαμβάνονται. Το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος ενσωματώνει υποθέσεις για τα αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί.

Υψηλές δαπάνες

Επιπλέον, για το 2020 μέχρι προσφάτως η πρόβλεψη ήταν ότι θα επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός αναπτυξιακού και δημοσιονομικά ουδέτερου μίγματος πολιτικής με κύρια χαρακτηριστικά την ελάφρυνση του φορολογικού βάρους και την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Όμως, η εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού αφενός δημιουργεί νέες υψηλές δαπάνες για την αντιμετώπιση της νόσου, τη στήριξη των επιχειρήσεων και τη διαφύλαξη της απασχόλησης και αφετέρου έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και, κατά συνέπεια, στα κρατικά έσοδα. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί αρκετές ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κάτω από τον αρχικό στόχο 3,5% του ΑΕΠ, αν και αυτή τη στιγμή είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια.

Λόγω όμως της ευελιξίας που ενσωματώνεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης για έκτακτες συνθήκες, η διαμόρφωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος σε χαμηλότερα επίπεδα δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση ως παραβίαση του στόχου. Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοσιονομική πολιτική σήμερα, που μεταβάλλει ριζικά όλα τα μέχρι τώρα δεδομένα, είναι να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες που προσφέρονται ώστε να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των δαπανών για την αντιμετώπιση της νόσου του κορωνοϊού και να ελαχιστοποιήσει τις αρνητικές επιδράσεις στην πραγματική οικονομία, με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρξει η μικρότερη δυνατή επίπτωση στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Σε κάθε περίπτωση, η αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού και γενικότερα η προστασία της δημόσιας υγείας, μαζί με την αντιμετώπιση της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης, είναι σήμερα προτεραιότητες οι οποίες κινητοποιούν τις δυνάμεις του έθνους.

Το πακέτο μέτρων

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε το τέταρτο κατά σειρά πακέτο μέτρων στήριξης της Ελληνικής οικονομίας. Αναλυτικότερα, οι αναστολές φορολογικών υποχρεώσεων ξεπερνούν τα 2,1 δισ. ευρώ, η αναστολή και κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών 1,6 δισ. ευρώ, ενώ η αποζημίωση ειδικού σκοπού, είναι 1,4 δισ. ευρώ. Οι επιπρόσθετες δαπάνες για τη δημόσια υγεία και το Δώρο Πάσχα προς τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία διαμορφώνει τη συνολική ταμειακή επιβάρυνση των μέτρων στα 1,7 δισ. ευρώ για τον Μάρτιο και Απρίλιο, ενώ το δημοσιονομικό κόστος αυτών των μέτρων ξεπερνά τα 6,8 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 3,5% του ΑΕΠ της χώρας μας, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος σε άλλες χώρες δεν υπερβαίνει το 2% του ΑΕΠ. Η «επιστρεπτέα προκαταβολή» για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων έχει κόστος ύψους 1 δισ. ευρώ και πρόκειται για μία χαμηλότοκη κρατική χρηματοδότηση μικρομεσαίων, με περίοδο χάριτος, με πολύ χαμηλά επιτόκια και επιστροφή του κεφαλαίου συνολικά ή εν μέρει σε βάθος χρόνου.

Με στόχο την αντιστάθμιση της «τρύπας» των φορολογικών εσόδων κατά 468 εκατ. ευρώ, λόγω των μέτρων του «lockdown», παρέχεται έκπτωση 25% στις επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που, παρά το γεγονός ότι έχουν δικαίωμα να αναστείλουν φορολογικές υποχρεώσεις, θα τις πληρώσουν εμπρόθεσμα. Ωστόσο, η θέσπιση του μέτρου έκπτωσης για την εμπρόθεσμη πληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων δεν περιλαμβάνει όλους. Το μέτρο της έκπτωσης θα αφορά μόνο στις επιχειρήσεις που, είτε τέθηκαν εκτός λειτουργίας υποχρεωτικά, είτε έχουν πληγεί και τηρούν τη ρήτρα απασχόλησης. Όσες επιχειρήσεις δεν θα περιλαμβάνονται στις λίστες των ΚΑΔ του ΥΠ.ΟΙΚ. θα πρέπει να εξοφλήσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις κανονικά, στο σύνολό τους. Η ενεργοποίηση του μέτρου της έκπτωσης αφορά στις υποχρεώσεις που η προθεσμία τους λήγει έως και τις 30 Απριλίου. Στο μέτρο της έκπτωσης για τον ΦΠΑ που καταβάλλεται στο σύνολό του εμπρόθεσμα, το 25% θα συμψηφίζεται με μελλοντικούς φόρους, ενώ δεν περιλαμβάνονται ΦΜΥ και παρακρατούμενοι φόροι.