Κωνσταντίνος Μίχαλος: «Εθνική απειλή για τη χώρα»

Εδώ και πέντε χρόνια, λόγω της έξαρσης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, η Ελλάδα έχει επωμιστεί ένα δυσβάσταχτο φορτίο, το οποίο καθημερινά γίνεται όλο και πιο βαρύ, ιδιαίτερα για τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Σήμερα, οι αντοχές των τοπικών κοινωνιών έχουν πλέον εξαντληθεί. Οι ίδιοι άνθρωποι που έσπευσαν πρώτοι να βοηθήσουν στη διαχείριση των προσφυγικών ροών, που βοήθησαν να σωθούν ζωές στη θάλασσα, που κινητοποιήθηκαν εθελοντικά, που έδειξαν φιλοξενία και αλληλεγγύη, έχουν βρεθεί τώρα παγιδευμένοι και ανήμποροι να αντιδράσουν, απέναντι σε ένα πρόβλημα για το οποίο δεν ευθύνονται. Ένα πρόβλημα, το οποίο πλήττει άμεσα την οικονομική επιβίωση των νησιών, θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών και οδηγεί όλο και συχνότερα σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Η τεταμένη αυτή κατάσταση εξελίχθηκε σε άμεση εθνική απειλή για τη χώρα, μετά την απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν να ανοίξει τα σύνορα προς την Ελλάδα, για εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες. Τα όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στον Έβρο και στο Αιγαίο, προφανώς δεν σχετίζονται με το προσφυγικό ζήτημα, που ξεκίνησε από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν καταφύγιο από τον πόλεμο. Αποτελούν ξεκάθαρα μια μορφή υβριδικού πολέμου, με άμεση εμπλοκή της Τουρκίας, η οποία χρησιμοποιεί ως εργαλείο χιλιάδες ανθρώπους, για να εκβιάσει πολιτικά την Ευρώπη και να εκπληρώσει γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

Η αντίδραση της κυβέρνησης σε αυτή την υποκινούμενη «εισβολή» ήταν η ενδεδειγμένη και μέχρι στιγμής έχει φέρει αποτελέσματα. Με το άμεσο κλείσιμο των συνόρων και την επιτυχή αναχαίτιση εισόδου, αλλά και με τη διεθνοποίηση του ζητήματος και την εξασφάλιση ρητής στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα έδωσε ένα ηχηρό και σαφές μήνυμα ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα σύνορά της.

Ωστόσο, ακόμη κι αν η κατάσταση αυτή εκτονωθεί, είναι βέβαιο ότι οι ροές μεταναστών και προσφύγων θα συνεχιστούν στο επόμενο διάστημα. Είναι, επομένως, απαραίτητο –πέρα από τη συγκυριακή αποτροπή– να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις, τόσο από την πλευρά της Ελλάδας όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αντιμετώπιση του ζητήματος.

Είναι κατ’ αρχήν θέμα εθνικής ασφάλειας να παραμείνουν τα σύνορα της χώρας κλειστά και απαραβίαστα, με συνεχή επιτήρηση και ενεργό αποτροπή κάθε απόπειρας για παράνομη είσοδο. Ζήτημα άμεσης προτεραιότητας είναι η αποσυμφόρηση και η ανακούφιση των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, με τη δημιουργία κλειστών ελεγχόμενων δομών, οι οποίες θα λειτουργούν ως κέντρα καταγραφής, ταυτοποίησης και απόδοσης της απόφασης ασύλου, με αυστηρά καθορισμένα όρια παραμονής. Παράλληλα, θα πρέπει να προχωρήσει η δημιουργία κλειστών κέντρων σε περιοχές της χώρας, οι οποίες βρίσκονται σε απόσταση από τον οικιστικό ιστό.

Εξίσου απαραίτητη είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών χορήγησης ασύλου και των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται άσυλο. Χρειάζεται, παράλληλα, η ανάδειξη του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής σε οργανισμό με ισχυρές αρμοδιότητες, με επαρκή μέσα και προϋπολογισμό, αλλά και με συγκεκριμένους στόχους απόδοσης.

Είναι αυτονόητη η υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέχει στην Ελλάδα άμεση ενίσχυση σε πόρους και υλικοτεχνική υποδομή, τόσο για τη φύλαξη των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων, όσο και για τη διαχείριση των αιτήσεων ασύλου. Εξίσου αυτονόητη, ωστόσο, είναι και η ανάγκη για μια ενιαία μεταναστευτική πολιτική, η οποία δεν θα μετατοπίζει όλο το βάρος της διαχείρισης του προβλήματος στην Ελλάδα. Θα πρέπει οι χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δεσμευθούν για την υποδοχή μέρους των προσφύγων που έχουν εγκλωβιστεί στη χώρα μας, αλλά και να υιοθετηθεί μια ενιαία αποφασιστική στάση απέναντι στην Τουρκία, ώστε να πάψει τις απειλές και τους εκβιασμούς.

Κυρίως, η Ευρώπη πρέπει να αντιληφθεί ότι η Ελλάδα καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει τεράστιες προκλήσεις, όπως είναι το μεταναστευτικό αλλά και η επιδημία του κορωνοϊού, σε μια περίοδο όπου επιχειρεί να ξεπεράσει τη χειρότερη οικονομική κρίση της ιστορίας. Για να μπορέσει να διαχειριστεί αυτές τις απειλές, χωρίς να κλονιστεί η εύθραυστη ανάκαμψη που πέτυχε τα προηγούμενα χρόνια με τις θυσίες των πολιτών της, χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο και ευελιξία. Είναι τώρα η στιγμή οι Ευρωπαίοι εταίροι να αποδεχθούν το αίτημα για μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν πράγματι θεωρούν ότι η Ελλάδα αποτελεί την ασπίδα της Ευρώπης, πρέπει να πάψουν να κρατούν τα χέρια της δεμένα.