Βασίλης Κορκίδης: «Η επιτυχία της Πράσινης Συμφωνίας στην Ε.Ε. έγκειται στους μικρομεσαίους»

Η στρατηγική για τη συνδυασμένη καταπολέμηση των περιβαλλοντικών πιέσεων με νέους τρόπους ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ο νέος νόμος της Πράσινης Συμφωνίας θα είναι επιτυχής εάν δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις ΜμΕ, που αντιπροσωπεύουν το 99,8% όλων των επιχειρήσεων στην Ε.Ε. και είναι απαραίτητες για την κοινωνία μας. Οι περιβαλλοντικές προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν με τη δημιουργία ενός κοινωνικού μετασχηματισμού που καθιστά την Ε.Ε. κατάλληλη για τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει σημαντικές επενδύσεις σε R&D, τις δεξιότητες και την ψηφιοποίηση, νέες υποδομές, μια εσωτερική αγορά με ένα ιδιαίτερα ενοποιημένο ενεργειακό δίκτυο και ισχυρότερη ηγετική θέση στην κλιματική αλλαγή παγκοσμίως. Οι ειδικές εκτιμήσεις επιπτώσεων για τις ΜμΕ θα πρέπει να εγγυώνται ότι η Ε.Ε. δεν θα αναπτυχθεί προς λάθος κατεύθυνση. Οι ΜμΕ είναι λοιπόν καθοριστικές για την επιτυχία της πράσινης διαπραγμάτευσης, δεδομένου του ρόλου τους στην οικονομία και την κοινωνία της Ε.Ε. και της σημαντικής συμβολής τους στη βιωσιμότητα. Εάν εξετάσουμε τη δραστηριότητά τους θα βρούμε το αποτύπωμά τους στον οικολογικό κλάδο, στην ενεργειακή απόδοση, στους τομείς των κτιρίων και των μεταφορών καθώς και σε τομείς όπως η συντήρηση και η επισκευή. Αυτό είναι ένα από τα κύρια βασικά μηνύματα που υπογράμμισαν οι εκπρόσωποι των ευρωπαίων μικρομεσαίων στη παρουσίαση των θέσεων τους στην Ε.Ε. για την πράσινη διαπραγμάτευση. Το γενικό υπόμνημα συνοδεύεται από 4 θέσεις που ασχολούνται με τις πρώτες επερχόμενες πρωτοβουλίες: το Κλίμα, τη Βιομηχανική Στρατηγική, το Σχέδιο Δράσης για Νέα Κυκλική Οικονομία και τη Στρατηγική «Farm to Fork».

Η μετάβαση σε μια πιο πράσινη Ευρώπη δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια μιας νύχτας και πολλές ΜμΕ εξακολουθούν να βρίσκουν την υιοθέτηση των πιο βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων προκλητική. Προτείνεται, λοιπόν, η πράσινη διαπραγμάτευση να θεσπίσει ένα εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ότι η μετάβαση σε πιο οικολογικά επιχειρηματικά μοντέλα αποτελεί πραγματική ευκαιρία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Στην πράξη η πράσινη διαπραγμάτευση θα πρέπει να είναι η στρατηγική που θα εγγυάται ότι η Ευρώπη αντιδρά στην αλλαγή του κλίματος και ταυτόχρονα παραμένει ανταγωνιστική και ελκυστική σε όλο τον κόσμο. Αυτό πρέπει να γίνει μέσω ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα τονώσει τις μαζικές επενδύσεις σε έρευνα με βάση την τεχνολογική ουδετερότητα, καθώς και σε εναλλακτικές υποδομές, δεξιότητες και ψηφιοποίηση. Πρέπει, όμως, να εξασφαλίσει μία μακροπρόθεσμη βεβαιότητα για τις επιχειρήσεις και να μην τις επιβαρύνει, προκειμένου να καταστεί επιτυχής η μετάβασή τους. Πρέπει επίσης να διευκολυνθεί εκ των προτέρων η πρόσβαση των ΜμΕ σε χρηματοδότηση για τις υψηλού κόστους «πράσινες» επενδύσεις.

Ως τελευταίο σημείο επισημαίνεται πως όταν επιδιώκεται η βιωσιμότητα, η ανταγωνιστικότητα θα πρέπει να εξασφαλίζεται με τρεις κύριους στόχους:

1) Να αξιολογείται ειδικά ο αντίκτυπος στις νέες ΜμΕ από τις οδηγίες και νομοθεσίες.

2) Πρέπει να εφαρμοστεί ένα ιδιαίτερα ενοποιημένο ενεργειακό δίκτυο εντός της Ε.Ε. που να ενισχύει την εσωτερική αγορά.

3) Η «διπλωματία του κλίματος» της Ε.Ε. πρέπει να εντατικοποιηθεί για την επίτευξη της εφαρμογής της συμφωνίας του Παρισιού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ακολουθήσουν τον οδικό χάρτη του νέου ευρωπαϊκού νόμου, αφού είναι άλλωστε δεσμευτικός για όλα τα κράτη – μέλη, αλλά είναι βέβαιο πως χρειάζονται τρόπο και χρόνο για να φθάσουν στο στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.