Κωνσταντίνος Μίχαλος: «Το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό»

Τους τελευταίους μήνες, οι επιδόσεις των ελληνικών ομολόγων στις αγορές έχουν υπερβεί ακόμη και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, οδηγώντας στη μείωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου κατά 60% περίπου σε σχέση με τον Ιούλιο του 2019. Πρόσφατα, μάλιστα, η απόδοση του 10ετους σημείωσε σημαντικό ρεκόρ, πέφτοντας για πρώτη φορά κάτω από το 1%.

Το θεαματικό αυτό ράλι σαφώς αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς αποτυπώνει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και επιτρέπει τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων δημιουργούν, επίσης, ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη μείωση του κόστους δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων, που αντλούν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.

Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι η αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού κράτους δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στο εγχώριο χρηματοδοτικό περιβάλλον. Το κόστος των επιτοκίων για τις ελληνικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα για τις Μικρομεσαίες –οι οποίες εξαρτώνται παραδοσιακά από τον τραπεζικό δανεισμό– παραμένει εξαιρετικά υψηλό, σε σχέση με αυτό που ισχύει για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό δημιουργεί τεράστια εμπόδια στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας, αποτρέποντας νέες επενδύσεις και αντισταθμίζοντας τα οφέλη ανταγωνιστικότητας που προκύπτουν από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο πρόβλημα, το οποίο καθυστερεί την εξομάλυνση του τραπεζικού συστήματος. Παρά τη μείωση που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, το ύψος των «κόκκινων» δανείων αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 40% του συνόλου των πιστώσεων, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ξεπερνά το 3,5%.

Σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί θετική εξέλιξη η εφαρμογή του προγράμματος παροχής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, γνωστού και ως σχεδίου «Ηρακλής». Λειτουργώντας συμπληρωματικά στη στρατηγική της κάθε τράπεζας, το σχέδιο αυτό μπορεί να συμβάλει στη δραστική μείωση των κόκκινων δανείων και να επιταχύνει σημαντικά την προσπάθεια επιστροφής στην κανονικότητα. Ωστόσο, εξαιτίας του μεγέθους του προβλήματος, δεν είναι από μόνο του αρκετό. Θα απαιτηθούν συμπληρωματικές πρωτοβουλίες και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων, προκειμένου ο δείκτης να μειωθεί με ταχύτερους ρυθμούς.

Θα πρέπει, παράλληλα και οι τράπεζες να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στις ανάγκες της εποχής, εστιάζοντας στην επέκταση των δραστηριοτήτων τους, στην ανάπτυξη νέων λύσεων και προϊόντων υψηλής αξίας και στην αξιοποίηση καινοτόμων προγραμμάτων και εργαλείων για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή χρειάζεται να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο επενδυτικό άλμα, προκειμένου να εξασφαλίσει ταχύτερους και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης στα επόμενα χρόνια. Όσο καθυστερεί η εξυγίανση των χαρτοφυλακίων των τραπεζών και διατηρούνται οι αρνητικές συνθήκες χρηματοδότησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις, το άλμα αυτό δύσκολα θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί. Χρειάζεται εντατικοποίηση των προσπαθειών, με στόχο την ταχύτερη αποκατάσταση ενός υγιούς και ευνοϊκού για την ανάπτυξη χρηματοδοτικού περιβάλλοντος.