Μπρα ντε φερ Σημίτη – καραμανλικών για την προεδρική εκλογή

Πολλοί αναρωτήθηκαν –και εύλογα– γιατί ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης επιτέθηκε μέσα από τις σελίδες των «Νέων» στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή. Όχι μόνο για την επίθεση αλλά και για το θέμα βάσει του οποίου έγινε η σκληρή κριτική και επίσης για το χρονικό περιθώριο που έγινε αυτή.

Του Σωτήρη Πίκουλα

Όλα δείχνουν ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο στο πολιτικό χρονολόγιο, πόσω μάλιστα αν στο βάθος παίζονται παιχνίδια γύρω από την εξουσία και τις μεγάλες θέσεις. Ο Κώστας Σημίτης, όπως λένε πολλοί που τον γνωρίζουν, δεν έκανε μία φθηνή προσπάθεια τόνωσης της υστεροφημίας του ως πρωθυπουργός όταν επιτέθηκε στον Κώστα Καραμανλή. Έδειξε ότι είναι παρών σε μία διαδικασία που μόλις ξεκίνησε και τα αποτελέσματα αυτής θα κρίνουν τους πολιτικούς συσχετισμούς των επόμενων ημερών και μηνών.

Ο Κώστας Σημίτης ανέπτυξε μία προσωπική διαδρομή αφού άφησε τα πρωθυπουργικά γραφεία, η οποία είχε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Άφησε τα εσωκομματικά και επικεντρώθηκε σε μία πορεία συγκλίσεων με την κυβέρνηση Σαμαρά και σήμερα με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στην κυβέρνηση Σαμαρά είχε ως κύριο συνομιλητή τον Γιάννη Στουρνάρα αλλά και συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες με προεξάρχοντα τον Βαγγέλη Βενιζέλο, με τον οποίον έχουν ίδια αφετηρία σκέψης, ιδεολογίας, αλλά και ίδιο κύκλο επαφών.

Στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ο ίδιος διατηρεί βασικές επαφές τόσο μέσω του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, του Άκη Σκέρτσου αλλά και πολλών άλλων. Θα έλεγε κανείς ότι τα πολιτικά παιδιά του Κώστα Σημίτη αποτελούν πόλους εξουσίας τους οποίους εμπιστεύεται με κλειστά μάτια ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Με τέτοιες συμμαχίες, λοιπόν, είναι λογικό να αισθάνεται άνετος και σίγουρος ότι μπορεί έστω και σαν απόμαχος της πολιτικής σκηνής να ελέγχει και να επηρεάζει την πολιτική εξουσία. Το πρόβλημά του δεν είναι η κυβέρνηση της Δεξιάς, αφού έχει αναφερθεί με εγκωμιαστικά σχόλια τόσο για την κυβέρνηση Σαμαρά όσο και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το πρόβλημά του είναι ο αντίθετος πόλος εξουσίας που θέλει να αποκτήσει λόγο και θέση ξανά στην πολιτική πυραμίδα. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Κώστα Καραμανλή.

Η εξίσωση της προεδρικής εκλογής συνδέεται άμεσα με τις πρόσφατες παρεμβάσεις του Κώστα Σημίτη. Θυμίζουμε ότι σε προηγούμενο άρθρο της «Α» είχαμε αναφερθεί, βάσει πληροφοριών, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει και να πετύχει με την επιλογή του ένα μίνιμουμ συναίνεσης με τις πολιτικές δυνάμεις αλλά και να προσδώσει ένα άνοιγμα στην ευρύτερη Κεντροαριστερά, δίνοντας πόντους στο κόμμα που παραδοσιακά την πρέσβευε. Το ΠΑΣΟΚ και νυν ΚΙΝ.ΑΛΛ. Θέλει να έχει σύμμαχο την Φώφη Γεννηματά σε αυτό και κατά πολλούς η συναίνεση στην προεδρική εκλογή είναι το αντίδωρο για την συναίνεση της Φώφης για τον εκλογικό νόμο. Θυμίζουμε ότι το αναλογικό σύστημα εκλογών συμφέρει το ΚΙΝ.ΑΛΛ και αυτό κάνει το αντίτιμο ακόμα πιο ισχυρό για χάρη της Φώφης.

Από την πλευρά των καραμανλικών τα πράγματα ακόμα δεν είναι ξεκάθαρα. Σύμφωνα με κάποιους ο Καραμανλής δεν θέλει να εμπλακεί και έχει κρατήσει μία αμφίσημη στάση. Πολλοί λένε ότι οι εξελίξεις που θα δρομολογηθούν θα ευνοήσουν διά της τεθλασμένης τον Προκόπη Παυλόπουλο, νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στενό φίλο και συνοδοιπόρο του Κώστα Καραμανλή.

Το δίλλημα του Μαξίμου

Η κόντρα Σημίτη – Καραμανλή, όμως, είναι ευρύτερη. Επηρεάζει και την αξιωματική αντιπολίτευση που σε αυτήν την διαμάχη έσπευσε να παγιδεύσει τον πρωθυπουργό με δύο προτάσεις. Η μία αφορά στις διαρροές ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να στηριχτεί για Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Γιώργος Παπανδρέου –ιδεολογικός αντίπαλος του Κώστα Σημίτη, προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ– και η δεύτερη είναι η παγιωμένη θέση του κόμματος να στηρίξει ανοικτά τον Προκόπη Παυλόπουλο και σίγουρα τον Κώστα Καραμανλή, εφόσον το επιθυμούσε.

Ωστόσο, στη νέα εποχή που μπαίνει η Ελλάδα με τα ελληνοτουρκικά να βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο το πρόσωπο που θα γίνει Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας αποκτάει βαρύνουσα σημασία. Θα επικρατήσει η στρατηγική του Ελσίνκι ή η στρατηγική της κουμπαριάς με τον Ερντογάν; Το δίλημμα βρίσκεται πλέον στην πλευρά του Μαξίμου. Με ποιον πόλο εξουσίας θα συστρατευτεί; Με έναν ομογάλακτο δεξιό μεγαλοπαράγοντα που τα βρήκε σε πολλά με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με έναν ιδεολογικό αντίπαλο που η πορεία της μετεξέλιξης της Κεντροαριστεράς τον έφερε πολύ κοντά; Και εάν επιλέξει τον πρώτο, θα επηρεαστεί η πορεία της κυβέρνησης και του κυβερνητικού έργου; Και αν επιλέξει τον δεύτερο, θα έχει αντίκτυπο στο κόμμα ή στην ευρύτερη Κεντροδεξιά;