Κωνσταντίνος Μίχαλος: Καταπολεμώντας τη διαφθορά

Σήμερα η Ελλάδα προσπαθεί να κλείσει τις πληγές μιας βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Πρόκειται για μια προσπάθεια που περνά μέσα από την ενίσχυση εικόνας της διεθνώς, μέσα από την ανάπτυξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση νέων παραγωγικών επενδύσεων, αλλά και μέσα από την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η εδραίωση της διαφάνειας στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αποτελεί μείζον ζητούμενο. Η διαφθορά, ως σύμπτωμα βαθιά ριζωμένων παθογενειών στην οικονομία, στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία, είναι ένα φαινόμενο που στοιχίζει ακριβά: υπονομεύοντας το κράτος δικαίου και την κοινωνική δικαιοσύνη, προκαλώντας διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, δημιουργώντας σοβαρές στρεβλώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον και στον ανταγωνισμό, πλήττοντας την αξιοπιστία της χώρας και αποτρέποντας επενδύσεις.

Τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια ότι έγιναν αρκετά θετικά βήματα, με στόχο τον περιορισμό της διαφθοράς, κυρίως όσον αφορά την καταπολέμηση των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών και των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αλλά και την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση.

Ωστόσο, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου, έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουμε. Σύμφωνα με την ετήσια κατάταξη της Διεθνούς Διαφάνειας, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ζητήματα κρατικής διαφθοράς. Επίσης, στις διεθνείς κατατάξεις για την ανταγωνιστικότητα, η χώρα μας σημειώνει σταθερά χαμηλές επιδόσεις στους δείκτες που αφορούν τις επιδόσεις στη μάχη κατά της διαφθοράς, στην ποιότητα του νομοθετικού έργου, στην απονομή της δικαιοσύνης.

Χρειάζεται, επομένως, να εντείνουμε τις προσπάθειές μας. Πρέπει, κατ’ αρχήν, να αντιμετωπίσουμε δραστικά μια από τις κυριότερες πηγές της διαφθοράς, που είναι η πολυνομία και η κακονομία. Χρειαζόμαστε ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας της νομοθετικής διαδικασίας, ώστε να δοθεί τέλος στην ασάφεια, στην ατέλεια, στην αντιφατικότητα και στα κάθε είδους «παράθυρα» για παράνομες συναλλαγές και διακριτική μεταχείριση.

Χρειαζόμαστε, επίσης, δραστικές παρεμβάσεις για την αναβάθμιση και την επιτάχυνση της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης, αλλά και για τη διαμόρφωση ενός πιο «έξυπνου» κράτους, με ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, για την ελαχιστοποίηση της επαφής δημοσίων υπαλλήλων και πολιτών/επιχειρήσεων. Παράλληλα, απαιτείται κινητοποίηση και εκ μέρους του επιχειρηματικού κόσμου, για την υιοθέτηση πολιτικών και πρακτικών εναντίων της διαφθοράς, με αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας για προσωπικό και προμηθευτές, αλλά και με επένδυση στη διαμόρφωση κουλτούρας εταιρικής ακεραιότητας.

Εξίσου σημαντικό ζητούμενο, είναι και η ενδυνάμωση του νομικού πλαισίου της χώρας για την καταγγελία φαινομένων διαφθοράς, από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι γνωρίζουν αξιόποινες πράξεις που τελούνται στο περιβάλλον τους, επιλέγουν ωστόσο να σιωπούν, από φόβο για ενδεχόμενες συνέπειες. Συνέπειες που μπορούν να αφορούν τη δουλειά τους, αλλά συχνά και την ίδια την προσωπική τους ασφάλεια. Ο θεσμός του whistleblowing αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς ως σημαντικό εργαλείο στην πρόληψη και τον εντοπισμό της διαφθοράς, παρέχοντας προστασία σε όσους επιλέγουν να σπάσουν τη σιωπή τους. Στην Ελλάδα, παρ’ όλο που ορισμένες μεγάλες εταιρίες εφαρμόζουν πρακτικές whistleblowing στις εσωτερικές τους διαδικασίες, δεν υπάρχει ακόμη συμπαγές νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείριση αυτών των ατόμων. Χρειάζεται, λοιπόν, να καθοριστούν μέσω της νομοθεσίας ασφαλείς δίαυλοι για την υποβολή αναφορών, αλλά και αποτελεσματικές δικλείδες προστασίας από τον εκφοβισμό και τα ενδεχόμενα αντίποινα. Οι πολίτες που αποφασίζουν να σπάσουν τη σιωπή και να φέρουν στο φως καταχρηστικές πρακτικές, λειτουργούν ουσιαστικά ως σύμμαχοι της διαφάνειας και αρωγοί της δικαιοσύνης. Και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ανάλογα, τόσο από το νόμο, όσο και από την κοινωνία.

Έχουμε ευθύνη, μέσω της Παιδείας, να καλλιεργήσουμε μια νέα αντίληψη για το δημόσιο συμφέρον, για την έννοια του ενεργού πολίτη. Μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής στη διαφθορά, στην οποία υπόλογος κοινωνικά θα είναι ο παραβάτης και όχι αυτός που τον καταγγέλλει, ως «προδότης». Η διαφθορά μπορεί να έχει βαθιές ρίζες, αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να την αποδεχθούμε ως «κακό της μοίρας μας». Όσες κι αν είναι οι δυσκολίες, η μάχη για περισσότερη διαφάνεια και λογοδοσία, είναι μια μάχη που αξίζει και πρέπει να δοθεί.