Βασίλης Σωτηρόπουλος: Η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών παραβιάζει το δίκαιο της Ε.Ε.

Στις 5 Νοεμβρίου 2019 το Δικαστήριο της Ε.Ε. δέχθηκε την προσφυγή που είχε ασκήσει η Κομισιόν κατά της Πολωνίας και διαπίστωσε ότι το κράτος μέλος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από το δίκαιο της Ένωσης, αφενός μεν, καθορίζοντας διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τις γυναίκες και τους άνδρες που υπηρετούν ως δικαστικοί λειτουργοί, και αφετέρου μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, εξουσιοδοτώντας παράλληλα τον υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών αυτών.

Με πολωνικό νόμο της 12.7.2017 μειώθηκε το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων και των εισαγγελικών λειτουργών, καθώς και το όριο ηλικίας πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα 60 έτη για τις γυναίκες και στα 65 έτη για τους άνδρες, ενώ προγενέστερα τα όρια αυτά ηλικίας είχαν καθορισθεί στα 67 έτη για αμφότερα τα φύλα. Επιπλέον, με τον νόμο αυτόν εξουσιοδοτήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης να παρατείνει το χρονικό διάστημα ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων πέραν των νέων ως άνω καθορισθέντων ορίων ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, τα οποία διαφέρουν αναλόγως του φύλου. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι κανόνες αυτοί αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης, άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο επισήμανε κατ’ αρχάς ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται στους εν λόγω δικαστικούς λειτουργούς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 157 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ε.Ε., κατά το οποίο κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία. Τα επίμαχα συνταξιοδοτικά καθεστώτα εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2006/54, οι οποίες αφορούν στην ίση μεταχείριση στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ίδιος νόμος εισήγαγε προϋποθέσεις που ενέχουν άμεσα διακρίσεις λόγω φύλου, ιδίως όσον αφορά στον χρόνο κατά τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τύχουν των πλεονεκτημάτων που προβλέπουν τα οικεία συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Τέλος, απέρριψε το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι οι ως άνω προβλεπόμενες διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών δικαστικών λειτουργών όσον αφορά στο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως συνιστούν μέτρο θετικής δράσεως. Πράγματι, οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν στη σταδιοδρομία τους οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι βοηθώντας τις γυναίκες αυτές στην επαγγελματική ζωή τους και επιλύοντας τα προβλήματα που αυτές μπορεί να αντιμετωπίζουν κατά την επαγγελματική σταδιοδρομία τους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη νομοθεσία αντιβαίνει στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στην οδηγία 2006/54.

Πώς, όμως, παρεμβαίνει η Ε.Ε. σε ένα θέμα που αφορά στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, όπως είναι η ηλικία συνταξιοδότησης των δικαστών; Το Δικαστήριο επισήμανε συναφώς ότι τα πολωνικά τακτικά δικαστήρια ενδέχεται να κληθούν να αποφανθούν επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης, οπότε πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την προστασία αυτή. Προκειμένου, όμως, να διασφαλισθεί ότι τα δικαστήρια αυτά δύνανται να παρέχουν τέτοια προστασία, η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας τους έχει πρωταρχική σημασία. Η ανεξαρτησία αυτή επιτάσσει, κατά πάγια νομολογία, να ασκεί το οικείο δικαιοδοτικό όργανο τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία και αμερόληπτα. Το Δικαστήριο επισήμανε συναφώς ότι το γεγονός ότι ένα όργανο όπως ο υπουργός Δικαιοσύνης διαθέτει την εξουσία να αποφασίζει να επιτρέψει ή όχι μια παράταση της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας πέραν του κανονικού ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν αρκεί, βεβαίως, αφ’ εαυτού, για να γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών. Ωστόσο, διαπίστωσε ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και οι όροι της διαδικασίας για την έκδοση τέτοιων αποφάσεων μπορούν, εν προκειμένω, να προκαλέσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των οικείων δικαστών από εξωτερικά στοιχεία και ως προς την ουδετερότητά τους. Πράγματι, αφενός τα κριτήρια βάσει των οποίων καλείται ο υπουργός να λάβει την απόφασή του είναι ιδιαιτέρως αόριστα και μη επαληθεύσιμα, ενώ η απόφαση αυτή δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη και δεν είναι δεκτική ένδικης προσφυγής, αφετέρου η διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι δικαστές ενδέχεται να αναμένουν την απόφαση του υπουργού εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του τελευταίου.

O Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος