Βασίλης Σωτηρόπουλος: Συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης

Είναι πολύ συνηθισμένο, δυστυχώς, το φαινόμενο να έχεις κερδίσει μια υπόθεση στο δικαστήριο και να μην εφαρμόζεται. Η λεγόμενη «εκτέλεση» της απόφασης είναι ένα από τα στοιχήματα που καλούμαστε να κερδίσουμε οι δικηγόροι μετά την νίκη μας, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Πρόσφατα μάλιστα αποποινικοποιήθηκε η άρνηση εφαρμογής δικαστικής απόφασης (άρθρο 169Α ΠΚ), εκτός από κάποιες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, με αποτέλεσμα πολλές σχετικές μηνύσεις να οδηγούνται στο αρχείο. Κι ενώ στο ιδιωτικό δίκαιο το θέμα είναι ρυθμισμένο εξαντλητικά, το κράτος πολύ συχνά είναι ο πρώτος παραβάτης των δικαστικών αποφάσεων. Αυτό οδήγησε τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 2001 να περιλάβει στο ίδιο το Σύνταγμα την υποχρέωση της Διοίκησης να σέβεται τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Επειδή όμως κι αυτό δεν έφτανε, θεσπίστηκε μια ολόκληρη νέα δικαστική διαδικασία για την συμμόρφωση του Δημοσίου σε περιπτώσεις που αυτή δεν επέρχεται οικειοθελώς.

Σε κάθε διοικητικό δικαστήριο ιδρύεται ένα Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης της Διοίκησης στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης! Αυτό ισχύει ήδη από το μακρινό 2002 και τον Ν.3068. Αν η υπόθεση αφορά έλλειψη συμμόρφωσης προς αστικό ή ποινικό δικαστήριο, αρμόδιο είναι το Τριμελές Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Το αρμόδιο Τριμελές Συμβούλιο, εάν μετά από αίτηση του δικηγόρου του ενδιαφερομένου πολίτη διαπιστώσει καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση να εκθέσει μέσα σε έναν μήνα τις απόψεις της και να υποβάλει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Ακολούθως, αν μετά τη σχετική έρευνα, διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Η προθεσμία αυτή, αν κατά την κρίση του συμβουλίου συντρέχει σπουδαίος λόγος, μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά. Στην πράξη, ορίζεται μία δικάσιμος και καλούνται ο πολίτης διά του δικηγόρου του και το δημόσιο όργανο διά του νομικού παραστάτη του να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους στο Τριμελές Συμβούλιο.

Το Τριμελές Συμβούλιο μπορεί να ορίσει έναν δικαστή με βαθμό τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχο, ως εντεταλμένο για να διατυπώνει και αυτεπαγγέλτως γνώμη και να παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ως προς τον ενδεικνυόμενο τρόπο συμμόρφωσης προς την απόφαση, στην Αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση. Η υπόχρεη προς συμμόρφωση διοικητική Αρχή μπορεί πάντοτε να ζητεί από τον εντεταλμένο δικαστή οδηγίες για τον προσήκοντα τρόπο συμμόρφωσης προς την απόφαση. Αν η Αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη απόφαση, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του θιγομένου, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η Διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, μπορεί μετά από επανάληψη της ίδιας διαδικασίας να επιβληθεί από το Τριμελές Συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση. Η απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου, με την οποία προσδιορίζεται το χρηματικό ποσό ως κύρωση σε βάρος της Διοίκησης, εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση.

Το ποσό καταλογίζεται στο Υπουργείο, τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στο οποίο υπάγεται η Αρχή που δεν συμμορφώθηκε. Για την κάλυψη της κατά το άρθρο αυτό δαπάνης εγγράφεται κατ’ έτος ειδική πίστωση στον κρατικό προϋπολογισμό και τον προϋπολογισμό των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Σε περίπτωση που δεν έχει εγγραφεί σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό ή η εγγεγραμμένη είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί, τηρείται η κατά τις οικείες διατάξεις διαδικασία εγγραφής ή μεταφοράς πίστωσης. Σε περίπτωση καταψηφιστικής απόφασης με αντικείμενο χρηματική παροχή, η αίτηση της πρώτης παραγράφου υποβάλλεται μόνο όταν η αναγκαστική εκτέλεση που επιχείρησε ο δικαιούχος απέβη άκαρπη ή είναι φανερό ότι θα απέβαινε άκαρπη.

O Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι Δικηγόρος