Βασίλης Κορκίδης: «Τα Επιμελητήρια οφείλουν και μπορούν να σταθούν δίπλα στους ανθρώπους που επιχειρούν»

Τα Επιμελητήρια ως θεσμικός εκφραστής της επιχειρηματικής κοινότητας και του 100% των επιχειρήσεων, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, μπορούν να συμμετέχουν απόλυτα αντιπροσωπευτικά με το σύνολο των εργοδοτών και αυταπασχολουμένων του ΓΕ.ΜΗ. στο κοινωνικό και οικονομικό διάλογο. Η κυβέρνηση θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά το παλαιό και πάγιο αίτημά μας, ώστε τα 59 Επιμελητήρια της χώρας ως πρωτοβάθμια, με τα 13 Επιμελητηριακά Περιφερειακά Συμβούλια ως δευτεροβάθμια και τη ΚΕΕΕ ως τριτοβάθμιο όργανο, να αναγνωριστούν εκτός από επίσημοι σύμβουλοι του κράτους και ισότιμοι κοινωνικοί εταίροι.

Θεωρώ επιβεβλημένο να υπογραμμίσω ότι ο σωματειακός χαρακτήρας των Επιμελητηρίων τα διαφοροποιεί από τον ιδρυματικό χαρακτήρα άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κάτι που επιβάλλει και την καθιέρωση της αναγνωρισμένης διοικητικής και διαχειριστικής τους αυτοτέλειας. Και αυτό, γιατί τα Επιμελητήρια διοικούνται από αιρετές, από τις επιχειρήσεις – μέλη τους, διοικήσεις, χωρίς να επιβαρύνουν καθόλου τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ, αντίθετα, τα ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, διοικούμενα από διορισμένες από την κεντρική εξουσία διοικήσεις, βρίσκονται σε πλήρη εξάρτηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, με αρμοδιότητες που απευθύνονται σε όλους τους πολίτες. Η διοικητική και διαχειριστική αυτοτέλεια άλλων φορέων, είναι αναγνωρισμένα χαρακτηριστικά γενικά από τη νομοθεσία, αλλά προκειμένου περί Επιμελητηρίων, υπάρχουν διάφορες νομοθετικές αγκυλώσεις στις ρυθμίσεις της οργάνωσης και λειτουργίας αυτών, που δεν υπάρχουν στις άλλες αντίστοιχες μορφές νομικών προσώπων, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τη λειτουργία του θεσμού από πλευράς διοικητικής και διαχειριστικής αυτοτέλειας και αυτοδυναμίας, με στοιχεία κρατισμού, μετατρέποντάς τα σε υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ως εκ τούτου, απαιτούνται βελτιώσεις στην κατεύθυνση εναρμόνισης του νομικού καθεστώτος των Επιμελητηρίων. Το ΕΒΕΠ, στο πλαίσιο των θέσεων που έχει υποβάλει και στο παρελθόν με προτάσεις η ΚΕΕ για την επιμελητηριακή νομοθεσία, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι τα Επιμελητήρια δεν υπάγονται στον δημόσιο τομέα, όπως ισχύει σήμερα, ούτε ανήκουν στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και συνεπώς δεν εμπίπτουν και δεν πρέπει να εμπίπτουν. Περαιτέρω θα πρέπει να ενισχυθεί το κοινωνικό αποτύπωμα των Επιμελητηρίων, με τη δυνατότητα επιχορήγησης κοινωφελών δράσεων και πρωτοβουλιών στην επιμελητηριακή τους περιφέρεια. Όσον αφορά στην αναμόρφωση του Γ.Ε.ΜΗ., υπάρχει ήδη σχετικό Σ/Ν επί του οποίου το Ε.Β.Ε.Π. υπέβαλε τις παρατηρήσεις του και το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί, διατηρώντας αρκετές από τις προτεινόμενες διατάξεις, που έχουν ήδη συμφωνηθεί στον δημόσιο διάλογο. Το Γ.Ε.ΜΗ. πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κύρια υπηρεσία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον επιμελητηριακό θεσμό.

Η κυβέρνηση, λαμβάνοντας υπόψη τις καθιερωμένες και ιστορικά επιτυχημένες αξίες της διοικητικής και διαχειριστικής αυτοτέλειας των Επιμελητηρίων, ως αυτοδύναμων θεσμικών οργάνων, πρέπει να προχωρήσει στην άρση των εμποδίων, τα οποία ουσιαστικά δυσχεραίνουν την επιμελητηριακή δραστηριότητα, που είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την επιχειρηματική ανάπτυξη και κατ’ επέκταση την εθνική. Πρέπει να ξεπεράσουμε τα αδικαιολόγητα ασφυκτικά ελεγχόμενα διοικητικά πλαίσια της κεντρικής εξουσίας και κάθε γραφειοκρατική, δυσκίνητη και μειωμένης αποτελεσματικότητας λειτουργία, που κάθε άλλο παρά διευκολύνει την απαραίτητη και απαιτούμενη ευελιξία των επιμελητηρίων. Πιστεύω ότι, με την απαραίτητη υπευθυνότητα και ενεργοποίηση απ’ όλες τις πλευρές, ο επιμελητηριακός θεσμός μπορεί να αναδειχθεί σε πολύτιμο εργαλείο, όχι μόνο για τις ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά και συνολικά για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, στη βάση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας.

Τα Επιμελητήρια, εκτός από κέντρα εξυπηρέτησης των επιχειρηματιών, μπορούν να γίνουν «κέντρα ψηφιακών γνώσεων» με «δομές στήριξης των επιχειρήσεων» που θα μας οδηγήσουν με ασφάλεια στην ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων, στην ψηφιακή οικονομία και σε μία βιώσιμη ανάπτυξη, αντίστοιχη των οικονομικά ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών. Τα Επιμελητήρια της χώρας προσφέρουν δημόσιες υπηρεσίες στον ιδιωτικό τομέα με χρήματα των επιχειρήσεων, χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, γι’ αυτό πρέπει να αξιοποιηθούν ακόμη περισσότερο.

Με βάση όλα τα παραπάνω εκτιμώ ότι τόσο η εθνική μας οικονομία όσο και η πολιτεία έχουν ανάγκη από έναν αξιόπιστο συνεργάτη – «εργαλείο» στήριξης της αγοράς που θα ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και θα στηρίζεται στο δίπτυχο «βιώσιμες επιχειρήσεις – υγιή Επιμελητήρια». Το μοντέλο των Επιμελητηρίων, της παροχής δηλαδή πολλαπλών υπηρεσιών του Δημοσίου, χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικά δημοσιονομικό ή επιχειρηματικό κόστος, εάν δεν το είχαμε, στην παρούσα οικονομική κατάσταση, θα το γεννούσαν οι ανάγκες της ίδιας της αγοράς. Τέλος, βούλησή μας στο ΕΒΕΠ είναι να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που επιχειρούν και οι επιχειρήσεις – μέλη μας να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του Επιμελητηρίου.

Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος ΕΒΕΠ & ΠΕΣΑ