Κωνσταντίνος Μίχαλος: Τουρισμός και ανταγωνιστικότητα

Τα τελευταία χρόνια, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο τουρισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας. Είναι ο κλάδος που ακόμα και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες δεν έπαψε να στηρίζει την οικονομία και την απασχόληση στον τόπο. Δεν έπαψε να δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισοδήματα ιδιαίτερα στην περιφέρεια και να συμπαρασύρει στην ανάπτυξη πολλούς ακόμη κλάδους της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, η δυναμική αυτή δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να προκαλεί εφησυχασμό. Στόχος της χώρας δεν είναι μόνο η αύξηση των αφίξεων, αλλά και των εσόδων που παράγονται από τον τουρισμό. Η Ελλάδα οφείλει να παρέχει ένα ανταγωνιστικό τουριστικό προϊόν, με όρους ποιότητας – τιμής, μέσα από την ανάπτυξη διαφοροποιημένων υπηρεσιών. Στο μέτωπο αυτό θα πρέπει να εστιάσουν οι προσπάθειες στο επόμενο διάστημα.

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η Ελλάδα υπερτερεί στις αξιολογήσεις των τουριστών σε σχέση με ανταγωνίστριες χώρες της νότιας Ευρώπης, σε μια σειρά από κρίσιμες διαστάσεις της τουριστικής εμπειρίας. Συγκεκριμένα, προσφέρει πολύ υψηλή ικανοποίηση όσον αφορά τον φιλόξενο χαρακτήρα και τη φιλικότητα των κατοίκων της, τη διαμονή, την αίσθηση ασφάλειας, τη γαστρονομία και την ομορφιά των τοπίων.

Υστερεί, ωστόσο, σημαντικά έναντι των ανταγωνιστριών χωρών σε αρκετά άλλα κριτήρια όπως είναι η λειτουργία των προορισμών –καθαριότητα, σήμανση, άναρχη πολεοδομία–, η ποιότητα της τουριστικής πληροφόρησης, οι μεταφορές και η ευκολία πρόσβασης στα αεροδρόμια, οι οδικές υποδομές, η προσφερόμενη εμπειρία στους αρχαιολογικούς χώρους, η διαθεσιμότητα επιλογών ψυχαγωγίας για όλη την οικογένεια, καθώς και το φάσμα των αγοραστικών επιλογών. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο ότι, παρά την υψηλή βαθμολογία που λαμβάνει ως προς την ικανοποίηση των επισκεπτών, η Ελλάδα μειονεκτεί έναντι των ανταγωνιστών της, ως προς τη διάθεση των επισκεπτών να επαναλάβουν το ταξίδι τους.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν με στόχο την αύξηση της ποιοτικής διαφοροποίησης και της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Η ελληνική φιλοξενία ήταν και παραμένει το ισχυρότερο πλεονέκτημα της χώρας μας, το οποίο επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την εμπειρία και τις αποφάσεις των επισκεπτών. Χρειάζεται, ωστόσο, μεγαλύτερη επένδυση στην ανάπτυξη ειδικών και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως είναι ο γαστρονομικός, αλλά και ο θρησκευτικός, ο αγροτικός, ο τουρισμός υγείας και ευεξίας, για την παροχή περισσότερων, καινοτόμων εμπειριών. Χρειάζεται αναβάθμιση της παρουσίασης των πολιτιστικών πόρων της χώρας, με αξιοποίηση σύγχρονων μέσων, ώστε να γίνονται πιο ενδιαφέροντες για τον επισκέπτη, αλλά και η βελτίωση της τουριστικής πληροφόρησης με ενίσχυση των κέντρων πληροφόρησης, αλλά κυρίως με την ανάπτυξη ποιοτικών ψηφιακών εφαρμογών κινητής τηλεφωνίας.

Χρειάζονται νέες επενδύσεις, οι οποίες θα αναβαθμίσουν συνολικά το τουριστικό προϊόν της χώρας και θα δημιουργήσουν δυναμική ανάπτυξης, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επιταχυνθεί το σχέδιο για την αξιοποίηση ακινήτων του δημοσίου και να επιδιωχθεί η ανάπτυξη νέων σημαντικών υποδομών, στο πλαίσιο στρατηγικών συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα.

Χρειάζεται ενίσχυση της μικρομεσαίας τουριστικής επιχείρησης με σκοπό τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά και προγράμματα και κίνητρα για την επιμόρφωση και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Και βέβαια, πέρα από τα επιμέρους μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, η τουριστική ανάπτυξη προϋποθέτει πάνω από όλα ένα σταθερό και βιώσιμο επιχειρηματικό περιβάλλον: με ανταγωνιστικό και σταθερό φορολογικό σύστημα, με βιώσιμες συνθήκες χρηματοδότησης και κίνητρα για νέες επενδύσεις, με λιγότερη γραφειοκρατία και καλύτερη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Τώρα, περισσότερο από ποτέ, η τουριστική ανάπτυξη του τόπου χρειάζεται σχέδιο, σοβαρότητα και προσοχή τόσο από την Πολιτεία, όσο και από την αυτοδιοίκηση, τους φορείς, τις επιχειρήσεις και τις τοπικές κοινωνίες.