Βασίλης Σωτηρόπουλος: Προστασία των καταγγελλόντων (whistleblowers) από την Ε.Ε.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε στις 16 Απριλίου τη νέα Οδηγία για την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ ξεκινάει πλέον ένα μεγάλο νέο κεφάλαιο στη δίωξη των αδικημάτων με ιδιαίτερα προνόμια για τους καταγγέλλοντες που έχουν πληροφορίες «από μέσα». Ο αγγλικός όρος είναι whistleblower και κατά λέξη σημαίνει «αυτός που φυσάει τη σφυρίχτρα», δηλαδή αυτός που ενεργοποιεί έναν συναγερμό. Στο ελληνικό δίκαιο υπάρχουν διατάξεις για την προστασία των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος», ύστερα από πίεση της τρόικας αλλά και τις Διεθνούς Διαφάνειας. Η μέχρι τώρα προστασία προβλέπει απλώς την απαγόρευση πρόσβασης στα στοιχεία του μάρτυρα, εάν ο μάρτυρας χαρακτηριστεί «δημοσίου συμφέροντος» από αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς, σε περιπτώσεις που έχει στοιχεία για υποθέσεις δωροδοκίας στον δημόσιο τομέα.

Τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να διευρύνει αυτή την προστασία, έτσι ώστε να μην αφορά μόνο στη δωροδοκία. Η νέα Οδηγία αφορά σε προστασία των καταγγελλόντων σε ευρύ φάσμα παραβάσεων που αφορούν από τη διαδικασία για τις δημόσιες συμβάσεις, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τα αντίστοιχα προϊόντα, την ασφάλεια των μεταφορών, την προστασία του περιβάλλοντος, την ασφάλεια των τροφίμων, των ζωοτροφών, αλλά και την καλή μεταχείριση των ζώων, τη δημόσια υγεία, την προστασία των καταναλωτών, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Η Οδηγία αναφέρεται σε δύο συστήματα υποδοχής καταγγελιών: ένα εσωτερικό, εντός της οντότητας που υπηρετεί ως εργαζόμενος ο καταγγέλλων, κι ένα εξωτερικό σύστημα υποδοχής καταγγελιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που απασχολούν από 50 εργαζόμενους και πάνω έχουν υποχρέωση να δημιουργήσουν εσωτερικό δίαυλο υποδοχής καταγγελιών! Εδώ έρχεται, λοιπόν, η Ε.Ε. με την Οδηγία να διαμορφώσει μια νέα δομή μέσα στις οντότητες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, όπως είχε πράξει με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων που επέβαλε τη λειτουργία «Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων». Η παρακολούθηση και εξέταση της εσωτερικής καταγγελίας ανατίθεται σε ένα «αμερόληπτο πρόσωπο», το οποίο καθίσταται μια ανεξάρτητη αρχή εντός της δημόσιας υπηρεσίας ή του ιδιωτικού φορέα. Αυτό το πρόσωπο οφείλει εντός τριών μηνών να έχει ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα της έρευνας και την τύχη της καταγγελίας του.

Τα κράτη οφείλουν να υποδείξουν και τις δημόσιες αρχές που θα συγκροτούν τους εξωτερικούς διαύλους υποδοχής καταγγελιών. Αυτές, δηλαδή, τις υπηρεσίες στις οποίες κάθε καταγγέλλων μπορεί να προσφύγει για να δώσει πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις του νόμου, απολαμβάνοντας σχετικής προστασίας.

Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά τα δύο συστήματα υποδοχής των καταγγελιών, η Οδηγία της Ε.Ε. αναφέρει ότι προστασίας χρήζει και όποιος δημοσιοποιεί πληροφορίες που αφορούν στην παραβίαση του νόμου. Η προστασία αυτή, όπως και για τα άτομα που προσφεύγουν σε εσωτερικά και εξωτερικά συστήματα, είναι αρχικά η απαγόρευση αντιποίνων. Η Οδηγία απαγορεύει τις βλαπτικές συνέπειες σε βάρος των καταγγελλόντων, απαριθμώντας ποιες ενδέχεται να είναι αυτές: α) παύση, απόλυση ή ισοδύναμα μέτρα, β) υποβιβασμός ή στέρηση προαγωγής, γ) μεταβίβαση καθηκόντων, αλλαγή τόπου εργασίας, μείωση μισθού, μεταβολή του ωραρίου εργασίας, δ) στέρηση κατάρτισης, ε) αρνητική αξιολόγηση επιδόσεων ή αρνητική επαγγελματική σύσταση, στ) επιβολή ή εφαρμογή πειθαρχίας, επίπληξης ή άλλης ποινής, περιλαμβανομένης χρηματικής ποινής, ζ) καταναγκασμός, εκφοβισμός, παρενόχληση ή περιθωριοποίηση, η) διάκριση, μειονέκτημα ή άδικη αντιμετώπιση, θ) μη μετατροπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης σε μόνιμη, ενώ ο εργαζόμενος είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα του προσφερθεί μόνιμη απασχόληση, ι) μη ανανέωση ή πρόωρη διακοπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης, ια) βλάβη, περιλαμβανομένης προσβολής της φήμης, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή οικονομική ζημία, περιλαμβανομένης επιχειρηματικής ζημίας και απώλειας εισοδήματος, ιβ) καταχώριση σε μαύρη λίστα βάσει τομεακής ή κλαδικής επίσημης ή ανεπίσημης συμφωνίας, που συνεπάγεται ότι το πρόσωπο δεν πρόκειται να βρει θέση εργασίας στον τομέα ή στον κλάδο στο μέλλον, ιγ) πρόωρη διακοπή ή ακύρωση σύμβασης για εμπορεύματα ή υπηρεσίες, ιδ) ακύρωση άδειας ή έγκρισης, ιε) παραπομπή για ψυχιατρική ή ιατρική παρακολούθηση.

Εκτός από τις απαγορεύσεις, η Οδηγία επιβάλλει και τη λήψη θετικών μέτρων για την προστασία των καταγγελλόντων. Αυτοί πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε συμβούλους, την οικονομική ενίσχυση όταν είναι αναγκαίο και την πιστοποίηση βάσει του εθνικού δικαίου ότι χρειάζονται προστασία λόγω της ιδιότητάς τους. Απαλλάσσονται επίσης από κάθε ευθύνη, εφόσον είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι οι πληροφορίες που έδωσαν ήταν ακριβείς κατά το χρόνο που ήταν στην διάθεσή τους. Η Οδηγία αναγνωρίζει ακόμη και το ανεύθυνο για τυχόν κατηγορίες εναντίον των καταγγελλόντων για συκοφαντική δυσφήμηση, παραβίαση απορρήτου και παραβίαση προσωπικών δεδομένων.

Παράλληλα, όμως, ως αντιστάθμισμα η Οδηγία προβλέπει και μέτρα για την προστασία των καταγγελλομένων. Οι καταγγελλόμενοι προστατεύονται από το τεκμήριο της αθωότητας, το δικαίωμα υπεράσπισης, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο. Αυτό σημαίνει ότι η Οδηγία δεν επιλύει μονομερώς το κρίσιμο ζήτημα περί του εάν ο καταγγελλόμενος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του καταγγέλλοντος, αναγνωρίζοντας τις σταθμίσεις που πρέπει να γίνουν για την εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Τα κράτη μέλη έχουν τρία χρόνια προθεσμία για την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

O Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος και υποψήφιος Ευρωβουλευτής με το Ποτάμι.