Βασίλης Σωτηρόπουλος: Διεθνής συμφωνία για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές

Στις 16 Απριλίου 2019 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη διεθνή συμφωνία για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές του έτους 2015. Πρόκειται για ένα συμβατικό κείμενο των Ηνωμένων Εθνών που αντικατέστησε προηγούμενη διεθνή συμφωνία, ενώ η «μητρική» συμφωνία ανατρέχει στο έτος 1955. Ακολούθησαν τέσσερις διαδοχικές συμφωνίες μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Η συμφωνία αυτή προέρχεται από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας, έναν οργανισμό στον οποίο συμμετέχει το 98% της διεθνούς παραγωγής ελιάς και το οποίο χαράσσει τις σχετικές πολιτικές (http://www.internationaloliveoil.org). Τα πρώτα 18 άρθρα της Διεθνούς Συμφωνίας αφορούν στη συγκρότηση και στη λειτουργία αυτού του οργανισμού ελαιοκομίας, εξοπλίζοντάς τον με διεθνή νομική προσωπικότητα και προβλέποντας όλες τις λεπτομέρειες για τις αρμοδιότητες και την ανάδειξη της διοίκησής του.

Με τη διεθνή συμφωνία ορίζονται αυστηρά διεθνή πρότυπα ποιότητας για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές. Κατά το άρθρο 21, το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας μπορεί να εκδώσει και μια ετικέτα με την οποία να πιστοποιείται ότι ένας ελαιοπαραγωγός ακολουθεί τα εν λόγω διεθνή πρότυπα.

Ένας κανόνας που τίθεται με τη διεθνή συμφωνία είναι ότι η ελαιοπαραγωγή πρέπει να διασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη των ελαιόδεντρων και να λαμβάνει υπόψη οικολογικές και περιβαλλοντικές πτυχές του θέματος (άρθρο 24). Στο πλαίσιο αυτό, τα μέρη της διεθνούς συμφωνίας έχουν υποχρέωση να παρέχουν στο Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας όλα τα δεδομένα, τις στατιστικές και την τεκμηρίωση που είναι απαραίτητα για να ασκεί τις αρμοδιότητές του και «ιδίως κάθε πληροφορία που απαιτείται για τον καθορισμό των ισοζυγίων για τα ελαιόλαδα, τα πυρηνελαία και τις επιτραπέζιες ελιές, και να αποκτήσει γνώση των εθνικών πολιτικών των μελών για τα ελαιόλαδα».

Σε επίπεδο ορισμών, η διεθνής συμφωνία ορίζει ως παρθένο ελαιόλαδο εκείνο που αποκτάται από τον καρπό του ελαιόδεντρου μόνο με μηχανικά ή άλλα φυσικά μέσα και δεν οδηγεί σε επέμβαση στο λάδι και δεν έχει υποβληθεί σε επεξεργασία άλλη από το πλύσιμο, την καθίζηση, τη φυγοκέντρηση και τη διήθηση. Περαιτέρω, το παρθένο ελαιόλαδο κατηγοριοποιείται ως «εξαιρετικά παρθένο» ελαιόλαδο, «παρθένο» ελαιόλαδο και «σύνηθες παρθένο» ελαιόλαδο, ανάλογα με το αν τα φυσικοχημικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται για την κατηγορία αυτή στο εμπορικό πρότυπο του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοπαραγωγών. Περαιτέρω, υπάρχει και το παρθένο ελαιόλαδο που προορίζεται για ραφινάρισμα για ανθρώπινη κατανάλωση ή προορίζεται για τεχνική χρήση. Υπάρχει επίσης το εξευγενισμένο ελαιόλαδο, και έλαιο που αποτελείται από μείγμα εξευγενισμένου ελαιολάδου και παρθένων ελαιολάδων κατάλληλων για κατανάλωση ως έχουν. Σε όλα αυτά, ο ρυθμιστής των χαρακτηριστικών είναι το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας.

Κατηγοριοποίηση περιλαμβάνει η διεθνής συμφωνία και για τις ελιές, οι οποίες διαχωρίζονται σε πράσινες ελιές (συγκομίζονται κατά την περίοδο ωρίμασης, πριν από τον χρωματισμό και όταν έχουν φθάσει στο κανονικό μέγεθος, μπορούν να ποικίλλουν σε χρώμα από πράσινο έως άχυρο κίτρινο), ελιές στρέψης χρώματος (συγκομίζονται πριν από το στάδιο πλήρους ωρίμανσης, επιτυγχάνονται κατά την αλλαγή χρώματος – μπορούν να ποικίλλουν σε χρώμα από τριαντάφυλλο σε κρασί ή καφέ) και μαύρες ελιές (συγκομίζονται όταν έχουν πλήρως ωριμάσει ή λίγο πριν από την πλήρη ωρίμανση – μπορούν να ποικίλλουν σε χρώμα από κοκκινωπό μαύρο έως ιώδες μαύρο, βαθύ βιολετί, πρασινωπό μαύρο ή βαθύ καστανό). Τα εμπορικά παρασκευάσματα επιτραπέζιων ελιών, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ειδών επεξεργασίας, διέπονται από τα ισχύοντα εμπορικά πρότυπα του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας.

O Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος και υποψήφιος Ευρωβουλευτής με το Ποτάμι.