Ανδρέας Λοβέρδος: Τι αλλάζει στις σχέσεις Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας

Ο Ανδρέας Λοβέρδος μιλά για πρώτη φορά εφ’ όλης της ύλης για το πολιτικό τοπίο μετά τη συμφωνία των Πρεσπών και υπογραμμίζει ότι «σε καμμία περίπτωση οι Πρέσπες δεν μπορούν να αποτελούν οδηγό για τα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό»

Θεωρητικά η Ελλάδα και η Βόρεια Μακεδονία, με την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, εισέρχονται σε μία νέα δημιουργική φάση των σχέσεων τους. Είναι όμως έτσι; Εκτιμώ ότι η νέα φάση θα κριθεί:
Πρώτον, από την καλόπιστη εφαρμογή της συμφωνίας και από τα δύο μέρη,
δεύτερον από την ολοκληρωτική εξάλειψη και όχι μόνο από το να τιθασεύσουμε τον αλυτρωτισμό των βορείων γειτόνων μας και
τρίτον από τη ρύθμιση σειράς εκκρεμών από την ίδια τη συμφωνία ζητημάτων, όπως παραδείγματος χάρη τα εμπορικά ζητήματα, σήματα, επωνυμίες, κ.λ.π., καθώς και τα σχολικά βιβλία όπου ανελήφθησαν –κακώς κατά τη γνώμη μου– αμφοτεροβαρείς υποχρεώσεις. Επιπλέον οι διμερείς σχέσεις μας θα επηρεάζονται και στο μέλλον από τη γενικότερη κατάσταση στα Βαλκάνια και τις παρεμβατικές φιλοδοξίες της Τουρκίας αλλά και τις αποσταθεροποιητικές φιλοδοξίες της Αλβανίας στην περιοχή. Εννοώ ότι οι δύο αυτές χώρες θα επιδιώκουν πάντοτε στενές σχέσεις με την Βόρεια Μακεδονία για την προώθηση των προτεραιοτήτων τους, εις βάρος συνήθως των δικών μας και μετά την σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών.

  • Τι αλλάζει στον ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια και στην επιρροή της στις γειτονικές χώρες;
  • Θεωρητικά και πάλι ο ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια προβλέπεται ενισχυμένος. Η άποψη αυτή αν δεν είναι αφελής είναι τουλάχιστον ατελής. Και τούτο για σειρά λόγων: π.χ. αρεσκόμαστε να θεωρούμε την χώρα μας ως την κύρια πολιτική δύναμη της περιοχής κατά χονδροειδή παραγνώριση του γεγονότος ότι στα Βαλκάνια διαχρονικά ασκούνται σε προώθηση και επιβολή επιρροής όλες σχεδόν οι μεγάλες έξω βαλκανικές χώρες.
    Δεύτερον διότι σειρά χωρών βαλκανικών διαμόρφωναν και διαμορφώνουν τις σχέσεις τους με τη Βόρεια Μακεδονία, με γνώμονα τα αυτοτελή και αυτοσυντηρούμενα ίδια συμφέροντά τους απέναντι στη χώρα αυτή και όχι αναλόγως ή αποκλειστικώς με βάση το επίπεδο και την ποιότητα των δικών μας διμερών σχέσεων με τη Βόρεια Μακεδονία.
    Τρίτον καλό είναι να έχουμε υπόψη μας ότι η ευρωατλαντική ενσωμάτωση της χώρας αυτής είναι υπογραμμίζω θετική, καταρχήν, εξέλιξη για την ευρύτερη περιοχή, γιατί θα σηματοδοτήσει εν καιρώ και βαθμηδόν την απομείωση της αποκλειστικότητας του κράτους – οδηγού που θα μπορούσε να παίξει η Ελλάδα στη Βαλκανική, με βάση όμως μια άλλη ποιοτικότερη συμφωνία από εκείνη των Πρεσπών.

  • Πόσο στέρεη είναι αυτή η συμφωνία και πόσο θα μπορέσει να αντέξει στο μέλλον με πιθανές άλλες κυβερνήσεις στις δυο χώρες;
  • Δεν είμαι μελλοντολόγος, αλλά ως πολιτικός θέλω να πατάω σταθερά στα πόδια μου και κυρίως η χώρα μου, ασχέτως αν υπάρχουν αλλαγές κυβερνήσεων, να κάνει πράξη την ανάγκη τα σοβαρά κράτη να έχουν συνέπεια και συνέχεια. Με βάση την αντίληψη αυτή θα απαιτηθεί ισχυρή πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές, αλλά και εθνική κοινή γνώμη, ακροατήρια και εκλογικά σώματα που να υποστηρίξουν την συμφωνία. Εκτιμώ όμως ότι σήμερα, παρά τις μεγαλοστομίες εκατέρωθεν, υπάρχουν ισχυρά ρεύματα επίσης εκατέρωθεν, ότι οι Πρέσπες παρά του χαρακτήρα τους ως ιστορικού συμβιβασμού, πολύ απέχουν από το να θεωρηθούν ως εγγύηση του μέλλοντος ιδίως αναφορικά με την εφαρμογή τους και την αντοχή τους.

  • Mπορεί αυτή η συμφωνία να αποτελέσει οδηγό για την επίλυση και άλλων προβλημάτων (Κυπριακό) και με ποιον τρόπο;
  • Όχι, κατηγορηματικά όχι, τόσο για το Κυπριακό όσο και για τα ελληνοτουρκικά. Τα ανοικτά αυτά ζητήματα έχουν άλλη εντελώς ιστορία, προέλευση, διαδρομή, παίκτες, γεωπολιτικά δεδομένα, ώστε ο παραλληλισμός ή ο συσχετισμός τους με τις Πρέσπες είναι για μένα πολιτικά αφελής αν δεν εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες, την προβολή δηλαδή των Πρεσπών ως μοντέλου διεθνούς επιτυχίας.

  • Ποιος έχασε και ποιος κέρδισε σε πολιτικό επίπεδο από την ολοκλήρωση της συμφωνίας; Τι κέρδισαν οι παρατάξεις που την στήριξαν και τι κέρδισαν οι παρατάξεις που την καταψήφισαν;
  • Κανονικά από μία διεθνή συμφωνία, διμερή ή πολυμερή, προσδοκούν οφέλη τα κράτη και όχι οι πολιτικές παρατάξεις. Αυτός είναι και πρέπει να είναι ο κατευθυντήριος κανόνας συμπεριφοράς τους. Δυστυχώς, όμως, τα όσα απουσίαζαν κατά τον σχεδιασμό των διαπραγματεύσεων και τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, καθώς και όσα επακολούθησαν μετά τη σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών μέχρι και την κύρωσή της, συνιστούν όχι κανόνα συμπεριφοράς αλλά παράδειγμα προς αποφυγήν. Έλειψε η εθνική συναίνεση διότι δεν αναζητήθηκε και περιφρονήθηκε η εθνική ομοψυχία, διότι προτάχθηκε η πολιτική διαίρεση και η μικροκομματική εκμετάλλευση. Η εικόνα δεν περιποιεί τιμή στο εθνικό πολιτικό μας σύστημα και επιπλέον (και εξίσου σοβαρά) θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στον χειρισμό άλλων ανοικτών εθνικών ζητημάτων στο μέλλον.