Στον «πάγο» οι επενδύσεις στον ΟΛΠ

«Θύμα» της προεκλογικής περιόδου και των μικροπολιτικών επιδιώξεων της κυβέρνησης κινδυνεύουν να πέσουν οι επενδύσεις των Κινέζων της Cosco στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας.

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος έχει ήδη αρχίσει και επιδρά αρνητικά στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον και να καθορίζει την ασκούμενη οικονομική πολιτική. Οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις έχουν οδηγήσει το Μέγαρο Μαξίμου να προσαρμόσει τη στρατηγική του και αυτό έχει προκαλέσει αβεβαιότητα για τη σταθερότητα της οικονομίας και κυρίως για τη διαχείριση κρίσιμων θεμάτων, όπως είναι η προσέλκυση επενδύσεων.

Του Σπύρου Σταθάκη

Δυστυχώς η Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει την εικόνα μιας χώρας στο εξωτερικό, η οποία κάθε άλλο παρά ελκυστική για την πραγματοποίηση επενδύσεων είναι. Και αντί η κυβέρνηση να δρομολογήσει δράσεις για τη ριζική βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις, προκειμένου να ενισχυθεί το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, βλέπουμε εσχάτως ότι έχει αρχίσει και θυμίζει τον παλιό «κακό» της εαυτό στο ζήτημα αυτό. Βεβαίως η ρητορική της κυβέρνησης παραμένει στη γραμμή της ενίσχυσης των επενδύσεων.

Πολλά λόγια, λίγες πράξεις

Οι μεγαλοστομίες όμως των κυβερνητικών στελεχών, αλλά και του ίδιου ακόμα του πρωθυπουργού, όχι μόνο δεν μετουσιώνονται σε πράξη, αλλά αντιθέτως βλέπουμε ολιγωρίες και μεθοδεύσεις καθαρά προεκλογικού χαρακτήρα, ενώ κάποια κομματικά στελέχη έχουν αρχίσει και πάλι την «επαναστατική γυμναστική», γυρνώντας ουσιαστικά τον χρόνο πίσω, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ δήλωνε ότι ήταν ένα «ριζοσπαστικό» κόμμα της Αριστεράς και αντιδρούσε με σφοδρότητα σε κάθε μεγάλο επενδυτικό project, είτε αφορούσε άμεση επένδυση, είτε ιδιωτικοποίηση. Και όλα αυτά, λόγω των εκλογικών αναγκών της κυβέρνησης…Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι πρόσφατα το ΙΟΒΕ σημείωνε σε σχετική έκθεση ότι μεγάλες επενδύσεις άνω των 10 δισ. ευρώ έχουν μπλοκάρει και πάλι. Και σε αυτή την εξέλιξη δεν ευθύνεται μόνο η παραδοσιακή αναποτελεσματική γραφειοκρατία του Ελληνικού Δημοσίου. Είναι στην πραγματικότητα μία συνειδητή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης εν όψει εκλογών. Στη σχετική λίστα ξεχωρίζουν οι επενδύσεις σε ΟΛΠ και Ελληνικό, καθώς υπηρεσίες του Δημοσίου αλλά και κομματικές σφοδρές αντιδράσεις καθυστερούν την προώθηση επενδύσεων της τάξης των 580 εκατ. ευρώ της Cosco στον Πειραιά και έως και 8 δισ. ευρώ του σχήματος διεθνών επενδυτών στο Ελληνικό, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο έχει η Lamda Development.

Νέες «περιπέτειες» για το λιμάνι του Πειραιά

Αυτά που συμβαίνουν για παράδειγμα στον ΟΛΠ το τελευταίο χρονικό διάστημα δείχνουν και το μέγεθος των παλινωδιών της κυβέρνησης. Εδώ και μήνες το επενδυτικό πρόγραμμα (master plan) του Οργανισμού, που ήταν και συμβατική υποχρέωση της Cosco μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας με το ΤΑΙΠΕΔ, παρέμενε «βαλτωμένο». Η κυβέρνηση καθυστερούσε τη σχετική έγκριση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προχωρήσουν οι υποχρεωτικές επενδύσεις για τις οποίες έχει δεσμευτεί η Cosco ότι θα πραγματοποιήσει βάσει της σύμβασης παραχώρησης ως το 2021, προκειμένου στη συνέχεια και το ΤΑΙΠΕΔ να μεταβιβάσει και το υπόλοιπο 16% των μετοχών, όπως προβλέπεται στη σχετική σύμβαση.
Οι μήνες περνούσαν και ξαφνικά πριν από κάποιες μέρες ήρθε η απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων του υπουργείου Ναυτιλίας (ΕΣΑΛ), που ουσιαστικά βάζει «πάγο» στις επενδύσεις της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά. Ειδικότερα, η ΕΣΑΛ πετσόκοψε αγρίως το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα, ύψους 580 εκατ. ευρώ απορρίπτοντας πρόσθετες επενδύσεις ύψους 350 εκατ. ευρώ. Στην πραγματικότητα, η αρμόδια επιτροπή του υπουργείου Ναυτιλίας ενέκρινε μόνο τις υποχρεωτικές επενδύσεις που προβλέπονται από τη σύμβαση Cosco – ΤΑΙΠΕΔ, με αποτέλεσμα το σύνολο του αναπτυξιακού πλάνου του ΟΛΠ να είναι κυριολεκτικά στον «αέρα»!

Ποιες είναι όμως οι επενδύσεις που κόπηκαν από την ΕΣΑΛ; Η κατασκευή επιβατικού σταθμού στην περιοχή της νότιας ζώνης του λιμανιού, η δημιουργία ενός Mall, η μετατροπή της πρακτικά εγκαταλελειμμένης Παγόδας σε ξενοδοχείο, όπως και δύο παλαιών αποθηκών επίσης σε ξενοδοχεία, και η ανάπτυξη νέων αποθηκών logistics στην πρώην περιοχή του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (ΟΔΔΥ). Αξίζει να σημειωθεί, ότι πριν από κάποιους μήνες η διοίκηση του ΟΛΠ είχε στείλει επιστολή προς τα αρμόδια υπουργεία Ναυτιλίας και Οικονομικών, με την οποία υποστήριζε ότι υπεύθυνη αρχή για την παρακολούθηση της σύμβασης παραχώρησης είναι η Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων και ότι η Δημόσια Αρχή Λιμένος δεν έχει αρμοδιότητα να διαβουλευθεί για το θέμα του master plan.

«Ψιλά γράμματα»

Επίσης, η διοίκηση του ΟΛΠ είχε επισημάνει , κατά την παρουσίαση του επενδυτικού προγράμματος, ότι η σύνταξη του προγραμματικού σχεδίου για την ανάπτυξη και λειτουργία του Λιμένα Πειραιά έγινε σύμφωνα με όλους τους νόμους και κανονισμούς γενικής εφαρμογής, καθώς και όλους τους ισχύοντες ρυθμιστικούς κανόνες, τη μεθοδολογία και τις προδιαγραφές που παρατίθενται στο έγγραφο με τίτλο «Προδιαγραφές Αναπτυξιακού Προγράμματος και Μελέτης Διαχείρισης Λιμένων Διεθνούς Ενδιαφέροντος», τους κανόνες και τις κατευθυντήριες γραμμές για την κατάρτιση προγραμματικών σχεδίων, όπως παρατίθενται στη σύμβαση παραχώρησης. Όλα αυτά όμως φαίνεται τελικά ότι είναι «ψιλά γράμματα» από την κυβέρνηση, η οποία άγεται και φέρεται με καθαρά προεκλογικούς όρους.

Η «οργή» των Κινέζων και η «επαναστατική γυμναστική» της κυβέρνησης

Όπως ήταν φυσικό η απόφαση της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων του υπουργείου Ναυτιλίας αποτέλεσε μία άκρως δυσάρεστη έκπληξη για τη διοίκηση του ΟΛΠ και την Cosco. Εύλογα λοιπόν και η αντίδραση των κινέζων είναι οργισμένη, αφού βλέπουν ότι για πολλοστή φορά μπαίνουν σοβαρά εμπόδια στην επένδυσή του στο λιμάνι του Πειραιά. Σε πρώτη φάση η διοίκηση του ΟΛΠ πρόκειται να ζητήσει μέσα στις επόμενες εβδομάδες την επανεξέταση της επίμαχης απόφασης της ΕΣΑΛ του υπ. Ναυτιλίας σε μία απόπειρα να αντιστραφεί η περικοπή των πρόσθετων επενδύσεων. Αν όμως η κίνηση αυτή δεν φέρει αποτέλεσμα, τα στελέχη της Cosco σκέφτονται σοβαρά και το ενδεχόμενο της προσφυγής στη διαιτησία, με επίδικο την αποζημίωσή της αλλά και την επίσπευση της μεταβίβασης του 16% των μετοχών του οργανισμού, που έχει πληρώσει και προβλέπεται να της αποδοθεί το 2021 με την ολοκλήρωση των επενδύσεων. Η διοίκηση του ΟΛΠ αναμένεται να καταθέσει εγγυητική επιστολή για το 20% της αξίας των επενδύσεων, ενώ δεσμεύεται ότι θα υλοποιήσει το σύνολο των επενδύσεων μόλις ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις από πλευράς Δημοσίου. Από εκεί και πέρα τα στελέχη της Cosco προχώρησαν και σε καταγγελίες – κόλαφο για τη στάση της κυβέρνησης.

Καθυστερήσεις

Μεταξύ άλλων, επισημαίνουν τι υπήρξαν καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στην όλη διαδικασία. Το master plan παρουσιάστηκε στις αρχές του 2018 και υποβλήθηκε προς έγκριση στις 10 Μαρτίου 2018. Χρειάστηκε λοιπόν ένας χρόνος για την κρίσιμη συνεδρίαση της ΕΣΑΛ, καθιστώντας πιο δύσκολη την έγκαιρη υλοποίηση των υποχρεωτικών επενδύσεων, οι οποίες θα πρέπει να ολοκληρωθούν έως το 2021. Επιπλέον, η αδειοδότηση των υποχρεωτικών επενδύσεων παρέχεται με την προϋπόθεση της έγκρισής τους από το υπουργείο Πολιτισμού μετά από γνωμοδότηση των αρμοδίων Κεντρικών Συμβουλίων και τον όρο ότι, κατά την υλοποίηση των έργων, θα ληφθούν όλες οι απαιτούμενες άδειες και εγκρίσεις που απαιτούνται από την ισχύουσα νομοθεσία. Το «κερασάκι στην τούρτα» όμως είναι τα όσα αναφέρουν τα στελέχη της Cosco για την απόρριψη του νέου logistics center στην πρώην περιοχή ΟΔΔΥ. Στην ουσία η Cosco αφήνει να εννοηθεί ότι «προστατεύτηκε» το Θριάσιο εμπορευματικό κέντρο κατόπιν παρέμβασης του υπουργείου Μεταφορών! Ως γνωστόν το Θριάσιο έχει παραχωρηθεί σε ιδιώτες, οπότε η παρέμβαση του υπουργείου Μεταφορών έγινε προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων, όπως υποστηρίζει η κινεζική διοίκηση του ΟΛΠ. Σύμφωνα με την απόφαση της επιτροπής του υπουργείου Ναυτιλίας, το νέο πλάνο του ΟΛΠ «…ανατρέπει τον Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό οργανωμένου δικτύου logistics center..», καθώς «…σε πολύ μικρή απόσταση χιλιομετρικά, στην περιοχή του Θριασίου, έχει δρομολογηθεί η υλοποίηση ενός Εμπορευματικού Κέντρου διεθνούς εμβέλειας…», το οποίο, όπως αναφέρεται, θα μπορεί να καλύπτει τις αυξανόμενες ανάγκες του λιμανιού του Ν. Ικονίου. Ωστόσο, το Θριάσιο έχει παραχωρηθεί στη κοινοπραξία ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ-Goldair, που σημαίνει ότι όποτε και όταν αυτό κατασκευαστεί θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το λιμάνι, τόσο στο κεφάλαιο του σιδηροδρόμου, όσο και στα logistics!

Πέρα όμως από τις πολύμηνες καθυστερήσεις, αναβολές, κωλυσιεργίες και μεθοδεύσεις, με ευθύνη του υπουργείου Ναυτιλίας, δηλαδή της κυβέρνησης, φαίνεται ότι η απόρριψη κάποιων προαιρετικών επενδύσεων συσχετίζεται με τις επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, καθώς η ΕΣΑΛ απέρριψε επενδύσεις στις οποίες έχουν αντιταχθεί, υποστηριζόμενοι, από την κυβέρνηση, υποψήφιοι. Και αυτό είναι ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα. Οι αντιδράσεις ενάντια στα επενδυτικά σχέδια της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά προέρχονται από τοπικούς φορείς και συνδικαλιστικά στελέχη φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση, αλλά και από υποψήφιους δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους, που στηρίζονται από την Κουμουνδούρου!

Οι αντιδράσεις καλά κρατούν

Βλέπετε, υπάρχουν ακόμη στελέχη της κυβέρνησης και κομματικά στελέχη της Κουμουνδούρου που εξακολουθούν να αντιδρούν στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ και στη διεύρυνση της συνεργασίας με τους Κινέζους της COSCO, επιμένοντας να κάνουν λόγο για ξεπούλημα του λιμανιού. Προφανώς και έχουν μείνει κολλημένοι στις ιδεολογικές εμμονές τους και δεν έχουν καταλάβει, ή δεν θέλουν να καταλάβουν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Το κακό είναι ότι με τις τελευταίες εξελίξεις ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση έχει αρχίσει και θυμίζει πάλι τον ΣΥΡΙΖΑ προ τρίτου μνημονίου και του «συμβιβασμού με τους δανειστές», το 2012-2015. Τότε που εξέφραζε πολλαπλώς την κάθετη αντίθεσή του για αρκετά μεγάλα επενδυτικά projects που υλοποιούνται στη χώρα μας και που σε μεγάλο ποσοστό αφορούν στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Δυστυχώς είναι αρκετοί μέσα στην Κουμουνδούρου, αδυνατούν να κατανοήσουν τα πολλαπλά οικονομικά οφέλη από την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου. Δεν μπορούν, ή μάλλον δεν θέλουν να καταλάβουν ότι οικονομία χρειάζεται ιδιωτικές επενδύσεις δισεκατομμυρίων και προς αυτή την κατεύθυνση η οικονομική πολιτική πρέπει να στραφεί. Διότι χωρίς ιδιωτικές επενδύσεις δεν υπάρχει αύξηση των θέσεων εργασίας. Και ένας σημαντικός παράγων προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων είναι η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Το παράδειγμα του ΟΛΠ θα έπρεπε να του έχει αφυπνίσει, αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Οργανισμός λοιπόν, από την ώρα που ιδιωτικοποιήθηκε, έχει μία αλματώδη αναπτυξιακή πορεία, με σημαντική αύξηση τόσο του κύκλου εργασιών όσο και της κερδοφορίας.

Τα νούμερα

Αναλυτικότερα, το 2018 ο κύκλος εργασιών έφτασε τα 132,9 εκατ. ευρώ, από 111,5 εκατ. ευρώ το 2017, κυρίως εξαιτίας της αύξησης της δραστηριότητας του λιμανιού. Αυξητικά κινήθηκε το αντάλλαγμα παραχώρησης, τα έσοδα από τον σταθμό εμπορευματοκιβωτίων, από τη διακίνηση αυτοκινήτων αλλά και τη ναυπηγοεπισκευή. Επίσης διπλασιάστηκαν τα κέρδη προ φόρων από 21,2 εκατ. ευρώ σε 42,3 εκατ. ευρώ, ενώ το αντάλλαγμα παραχώρησης προς το ελληνικό δημόσιο θα φτάσει τα 4,8 εκατ. ευρώ. Το Ελληνικό Δημόσιο ωφελείται επίσης από πληρωμές μερισμάτων για το ποσοστό 16% μέχρι την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης καθώς και από τις πληρωμές τόκων για τα αντίστοιχα κεφάλαια που θα έχουν κατατεθεί από την Cosco ως εγγύηση για την απόκτηση του υπολοίπου ποσοστού του ΟΛΠ, καθώς και από τη διανομή μερίσματος για το υπολειπόμενο ποσοστό του 7%, το οποίο το ΤΑΙΠΕΔ θα συνεχίσει να κατέχει. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε τα ποσά που έχει πληρώσει ήδη η COSCO από το 2008 μέχρι και σήμερα. Πρόκεται για πάνω από 1,2 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα, έχουν καταβληθεί 500 εκατ. ευρώ σε φόρους, μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, σε εφάπαξ τίμημα για την παραχώρηση και πληρωμή ετήσιων ενοικίων στον ΟΛΠ για την παραχώρηση και επιπλέον 500 περίπου εκατ. ευρώ για επενδύσεις σε πάγια, συμπεριλαμβανομένης της επένδυσης 230 εκατ. στο δυτικό τμήμα του προβλήτα ΙΙΙ. Και παρά αυτά τα οφέλη, φαίνεται ότι κάποιοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ αναπολούν παλιές «καλές» εποχές, που τις χαρακτήριζε ο κρατισμός και η κομματικοκρατία!

Σε παλαιότερες δεκαετίες

Να υπενθυμίσουμε λοιπόν ότι για δεκαετίες ο ΟΛΠ ως ΝΠΔΔ ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τεράστια χρηματικά ποσά από το ταμειακό του πλεόνασμα σε λογαριασμό επενδύσεων που τηρούνταν στην Τράπεζα της Ελλάδος, με νόμους του 54 και του 55, και τα ποσά αυτά έφταναν μερικές χρονιές ακόμη και το μισό των διαθεσίμων του. Ειδικά, δε, τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο οργανισμός είχε μεταβληθεί σε «χορηγό» κεφαλαίων σε πελάτες, προμηθευτές και πιστωτές, λόγω της πιστωτικής πολιτικής που είχε επιβληθεί. Δείτε για παράδειγμα τι συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε αρκετές κρατικοδίαιτες ΔΕΚΟ. Την ώρα που στον ιδιωτικοποιημένο ΟΛΠ συμβαίνουν όλα αυτά που περιγράψαμε, με βάση τα αποτελέσματα του 2017, οι μεγαλύτερες ΔΕΚΟ, που παραμένουν φυσικά υπό τον έλεγχο του κομματικού Δημοσίου, παρουσίασαν κύκλο εργασιών ύψους 1,1 δισ. ευρώ και ζημίες 1,3 δισ. ευρώ. Επιπλέον, το συνολικό τους χρέος ξεπερνά πλέον τα 17 δισ. ευρώ και είναι οριακά αυξημένες από πέρυσι. Επίσης οι ΔΕΚΟ εμφανίζουν συσσωρευμένες ζημίες που ξεπερνούν τα 15 δισ. ευρώ, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα δεν ξεπερνούν τα 2 δις ευρώ, με αποτέλεσμα οι υπέρογκες συσσωρευμένες ζημίες να μην μαζεύονται διαφορετικά, πέραν τα διαδικασίας των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, που θα πραγματοποιήσει το Δημόσιο, και ο κρατικός προϋπολογισμός, δηλαδή οι φορολογούμενοι, να εξακολουθεί να τις συντηρεί στη ζωή με κρατικές επιχορηγήσεις για την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών.