H Ελλάδα όλο και πιο μακριά από την «επενδυτική βαθμίδα»

Η απουσία της από τις αγορές και ο... τοίχος που έχει στηθεί λόγω «εσωτερικών» ζητημάτων αφήνει την χώρα μακριά από τα ραντάρ των επενδυτών.

Με βάση τον προγραμματισμό των τεσσάρων διεθνών οίκων –Fitch, Moody’s, S&P και DBRS– η μοναδική αξιολόγηση η οποία αναμένει η ελληνική κυβέρνηση έως το τέλος του έτους –εκτός κάποιας έκτακτης… έκπληξης– είναι αυτή της DBRS.
Η Moody’s τον Σεπτέμβριο δεν προχώρησε στην προγραμματισμένη από τα τέλη του περασμένου έτους αξιολόγηση της Ελλάδας, καθώς η διπλή αναβάθμιση του Φεβρουαρίου την «καλύπτει» για ένα διάστημα 12-18 μηνών, ενώ μετά τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της Fitch και της S&P το καλοκαίρι (τον Αύγουστο και τον Ιούλιο αντίστοιχα) δεν αναμένεται να «ξαναεπισκεφθούν» τη χώρα μας πριν το επόμενο έτος.

Αναβάθμιση από τον οίκο Fitch

Η Fitch είχε προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, για δεύτερη φορά φέτος και κατά δύο βαθμίδες, σε «BB-» από «B» προηγουμένως, διατηρώντας σταθερό το outlook και αυτό «μεταφράζεται» ότι θα τηρήσει στάση αναμονής για κάποιο διάστημα (ένα «θετικό» οutlook σημαίνει νέα αξιολόγηση –για αναβάθμιση εάν δεν υπάρξει κάποια επιδείνωση– μέσα σε διάστημα περίπου 6 μηνών).
Τον Ιούλιο η S&P Global Ratings διατήρησε την αξιολόγηση Β+ (την οποία είχε αναβαθμίσει εκτάκτως τον Ιούνιο) και αναβάθμισε την προοπτική (outlook) της Ελλάδας σε θετική από σταθερή, επισημαίνοντας πως αυτό αντικατοπτρίζει την πιθανότητα αναβάθμισης εάν η κυβέρνηση εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, οδηγώντας σε ισχυρότερη οικονομική ανάκαμψη. Μια άλλη ενδεχόμενη «ώθηση» για το rating της Ελλάδας θα ήταν η σημαντική μείωση των NPLs των ελληνικών τραπεζών της χώρας καθώς και η πλήρης άρση των ελέγχων κεφαλαίου.

Οι παράγοντες

Εάν λάβουμε υπόψη αυτά που ανέφερε η DBRS στην τελευταία της αξιολόγηση τον Ιούνιο οπότε αναβάθμισε την Ελλάδα σε «Β (υψηλό)» από «Β», διατηρώντας θετικό το trend, τότε δεν θα πρέπει να αναμένεται νέα κίνηση από τον οίκο στις 2 Νοεμβρίου. Όπως είχε τονίσει, οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία νέα αναβάθμιση είναι:

1. Η συνεχής εφαρμογή των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης,

2. Η συμμόρφωση με τη μεταμνημονιακή παρακολούθηση και

3. Η μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά ομολόγων. Παράλληλα, αναφερόμενη στις προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη η ελληνική οικονομία, η DBRS είχε τονίσει το πολύ υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους και την ποιότητα των assets στις ελληνικές τράπεζες. Με δεδομένο ότι οι δύο πρώτοι παράγοντες είναι ίσως πολύ πρόωρο για να αξιολογηθούν από την DBRS καθώς η Ελλάδα είναι μόλις δύο μήνες εκτός προγράμματος και –το πιο σημαντικό– ότι (σε ό,τι αφορά τον τρίτο παράγοντα) όχι απλά δεν έχουμε αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές αλλά όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις του κ. Τσακαλώτου σε συνέντευξή του αυτή την εβδομάδα, είναι άγνωστο το πότε θα προχωρήσει η Ελλάδα σε μία τέτοια κίνηση, αναφέροντας πως θα γίνει στο «μεσοπρόθεσμο» διάστημα (άρα όχι έως το τέλος του έτους), η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ελπίζει σε κάτι θετικό από την DBRS αυτή τη φορά. Μάλιστα, ο οίκος σε πρόσφατη έκθεσή του είχε αναφέρει πως ο κίνδυνος γύρω από την Ελλάδα είναι ακόμη υπαρκτός, προειδοποιώντας πως το βάρος του χρέους της θα μπορούσε και πάλι να αποτελέσει πηγή έντασης μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της και έτσι είχε τοποθετήσει τη χώρα μας στη ζώνη «μεσαίου κινδύνου» για αποχώρηση από την Ευρωζώνη.

Αυτό που ψάχνει η ελληνική κυβέρνηση είναι να βρεθεί όσο πιο κοντά μπορεί στην κατηγορία της «επενδυτικής βαθμίδας», γεγονός που θα κάνει τα ελληνικά ομόλογα όλο και πιο «ασφαλή» για τα ξένα χαρτοφυλάκια, αυξάνοντας έτσι την επενδυτική της βάση με πιο μακροπρόθεσμους επενδυτές. Η απουσία της όμως από τις αγορές και ο… τοίχος που έχει στηθεί λόγω Ιταλίας αλλά και «εσωτερικών» ζητημάτων (χαμηλές πτήσεις της οικονομίας, «κόκκινα» δάνεια ελληνικών τραπεζών), την αφήνει ακόμη μακριά από τα ραντάρ των επενδυτών.

Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί μία έκπληξη από την DBRS σε μία προσπάθεια ίσως να ευθυγραμμιστεί με τις αξιολογήσεις της Fitch, ωστόσο, όπως πρόσφατα σημείωσε η Citigroup, τα ελληνικά ομόλογα θα παραμείνουν εκτός επενδυτικού βαθμού τουλάχιστον για τα επόμενα 4 χρόνια. Και αυτό καθώς εκτιμά πως η S&P θα αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας έως και το ΒΒ- (από Β+ σήμερα) με θετικές προοπτικές μέσα στα επόμενα 2-4 χρόνια, ενώ η Moody’s θα προχωρήσει σε αναβάθμιση στο Β2 με σταθερές προοπτικές από Β3 σήμερα (θετικές προοπτικές) μέσα στους επόμενους εννέα μήνες. Σε ό,τι αφορά τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων οι οποίες και «καθορίζουν» την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αμερικάνικης τράπεζας, θα κυμανθούν άνω του 4% έως το 2020 με μία ελαφρά βελτίωση το 2021 πριν επιδεινωθούν και πάλι το 2022.