Έργα και ημέρες της απερχόμενης Άνγκελα Μέρκελ

 Μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες Μέρκελ στην ηγεσία του κόμματος οι υποψήφιοι θα είναι πολύ περισσότεροι και οι μεταξύ τους συμμαχίες απρόβλεπτες
.

Ποτέ άλλοτε ένα άρθρο δεν ταρακούνησε τόσο πολύ τα νερά στη Γερμανία και δεν έδωσε το «σύνθημα» για μια αλλαγή εποχής όσο το άρθρο της Άνγκελα Μέρκελ στη Frankfurter Allgemeine Zeitung το 1999 για τις ευθύνες του Χέλμουτ Κολ στην υπόθεση των «μαύρων ταμείων» του κόμματός του, της Γερμανικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Με το άρθρο της αυτό η γυναίκα που ο Κολ αποκαλούσε «το κορίτσι» (das Maedchen) αμφισβητούσε την εξουσία του ανθρώπου που την ανέδειξε. Μερικοί το είπαν αχαριστία της ευεργετηθείσας, όμως άλλοι, όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που την γνώριζε καλύτερα, είπε ότι για τη Μέρκελ δεν ήταν σημαντικό «στην πολιτική να συνδέεται με ανθρώπους, αλλά με ζητήματα», μια ιδιότητα που μέχρι τότε θεωρείτο αποκλειστικό χαρακτηριστικό των ανδρών που ασκούσαν εξουσία. Ο Κολ είχε αποκρύψει τότε ότι ένα μεγάλο ποσό από τα «μαύρα ταμεία» είχε παραληφθεί από τον ίδιο, κάτι που κατά τη Μέρκελ «προκάλεσε ζημιά στο κόμμα». Ο Σόιμπλε, διάδοχος του Κολ, είπε αργότερα ότι η Μέρκελ είχε γράψει το άρθρο μόνη της χωρίς να συμβουλευθεί την υπόλοιπη ηγεσία του κόμματος. Έπειτα η Μέρκελ προσπέρασε σχετικά γρήγορα και τον Σόιμπλε, που είχε διαχειρισθεί ένα ποσό 100.000 μάρκων και εξαιτίας του γεγονότος ότι το απέκρυψε έχασε τη θέση του, υπέρ της Μέρκελ που τον διαδέχθηκε. Όμως ο Σόιμπλε δεν ξέχασε ποτέ ότι για να υπερασπισθεί το κόμμα του κάλυψε τον Κολ όταν και όσο έπρεπε και στη συνέχεια έμεινε ακάλυπτος από αυτόν (υποψιάζεται ότι αυτός έδωσε την πληροφορία για τη δωρεά των 100.000 μάρκων). Αυτές οι «λεπτομέρειες» βρίσκονται πίσω από την παρατήρηση του Σόιμπλε ότι η Μέρκελ δεν συνδέεται με ανθρώπους (ένας άλλος τρόπος για να πει ότι δεν έχει φίλους στην πολιτική).

Από τις πρώτες εκλογές στην ευρωκρίση

Στις εκλογές του 2002, δύο χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας του κόμματος από τη Μέρκελ, ήθελε να είναι υποψήφια, αλλά οι άνδρες στο κόμμα της αποφάσισαν διαφορετικά. Υποψήφιος ανέλαβε ο επικεφαλής του βαυαρικού κόμματος Έντμουντ Στόιμπερ. Ένας από τους λόγους που τον «άφησε» η Μέρκελ ήταν διότι είχε υπολογίσει ότι ένας Βαυαρός δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να κερδίσει την πλειοψηφία των Γερμανών, όπως της είχε «διδάξει» ο Κολ (ο Στράους είχε προηγουμένως αποτύχει εναντίον του Χέλμουτ Σμιτ). Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ βγήκε για άλλη μια τετραετία και προχώρησε σε τέτοιες βαθιές αλλαγές στη γερμανική οικονομία που ο επόμενος καγκελάριος δεν θα χρειαζόταν να κάνει το παραμικρό. Αμέσως μετά τις εκλογές του 2005 o καγκελάριος Σρέντερ, που είχε πετύχει το τρίτο χειρότερο αποτέλεσμα των Σοσιαλδημοκρατών μετά τον πόλεμο (εν τω μεταξύ οι διάδοχοί τους έχουν πετύχει χειρότερα αποτελέσματα) αμφισβήτησε τη δυνατότητα της Μέρκελ να γίνει καγκελάριος. Η Μέρκελ όμως γίνεται καγκελάριος και κυβερνάει με το κόμμα του κ. Σρέντερ. Σε αυτόν τον «μεγάλο συνασπισμό» τη βρίσκει η κρίση του 2008. Για καλή της τύχη. Διότι εκείνη τη στιγμή έπρεπε το γερμανικό πολιτικό προσωπικό να εγγυηθεί τις καταθέσεις των πελατών των τραπεζών. Η Μέρκελ το κάνει με μία δήλωση μαζί με τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών και κατοπινό αντίπαλό της στις εκλογές, Πέερ Στάινμπρουκ.

Λίγο πριν το «σκάσιμο»

H δήλωση γίνεται μια Κυριακή του Οκτωβρίου πριν ανοίξουν οι αγορές και ενώ η κρίση της Lehman Brothers οδηγεί στη βύθιση την τράπεζα Hypo Vereins Bank που έχει βάλει όλες τις καταθέσεις των πελατών της σε παράγωγα αμερικανικών ακινήτων ιρλανδικών τραπεζών (τα κεφάλαια της τράπεζας είχαν γίνει καπνός). Ό,τι είχε εξοικονομήσει με την πολιτική του ο Σρέντερ δόθηκε είτε για την επιδότηση της εργασίας σε πολλές βιομηχανίες της χώρας, είτε για τη διατήρηση εν ζωή της Opel, είτε για να αντικαταστήσουν οι Γερμανοί το παλιό τους αυτοκίνητο με ένα καινούργιο – το μπισμαρκιανό κράτος άνθιζε μέσα σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης. Ενώ όμως η Γερμανία φαινόταν να ξεπερνάει την κρίση του 2008, άρχιζε στα μέσα του 2009 η ευρωκρίση με το «σκάσιμο» της Ελλάδας.

Η Ελλάδα και το προσφυγικό

Για να κερδίσει τις τοπικές εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία –που τελικά έχασε– η Μέρκελ καθυστερεί την ελληνική διάσωση. Στη συνέχεια σχεδιάζει έναν χρόνο αργότερα στην Ντοβίλ με τον Γάλλο Πρόεδρο Σαρκοζί την αλλαγή των συνθηκών στην Ευρώπη. Όμως ταυτόχρονα εκεί οι δύο ηγέτες της Ευρώπης αποφασίζουν ότι θα μπορούσε να «θυσιασθεί» ιδιωτικό χρέος για να σωθεί το ευρώ. Το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή το 2011 στην περίπτωση της Ελλάδας και με την διαβεβαίωση ότι εκτός του PSI δεν θα υπάρξει άλλη περίπτωση «κουρέματος» δημόσιου χρέους. Η Μέρκελ αναγκάζεται, παρά τις αντιρρήσεις του κόμματός της, να δεχθεί ένα δίχτυ προστασίας του ευρώ 750 δισεκατομμυρίων, καθώς ο Σαρκοζί απειλεί ότι θα εγκαταλείψει το κοινό νόμισμα. Αυτό το περιστατικό είναι ενδεικτικό αυτού που επρόκειτο να ακολουθήσει, καθώς η Μέρκελ «έσερνε» μια εχθρική κοινή γνώμη της Γερμανίας προς την πολιτική της διάσωσης χωρών – μελών με χρήματα των φορολογουμένων, ή ακριβέστερα με εγγυήσεις που «πατούσανε» σε χρήματα φορολογουμένων, ενώ με βάση τις συνθήκες δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Αυτό δεν της στοίχισε, καθώς γνώριζε να ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη της για επιβίωση και στο να σταματάει κάθε φορά λίγο πριν την οριστική ρήξη με το πολιτικό προσωπικό του προς διάσωση κράτους: έτσι έγινε με τον φόρο στα κέρδη των επιχειρήσεων στην Ιρλανδία, με την εθνικοποίηση των τραπεζών και την ένταξη σε μνημόνιο της Ισπανίας αλλά και τις αλλεπάλληλες απόπειρες του Σόιμπλε το 2012 και το 2015 να θέσει την Ελλάδα εκτός ευρώ.

Ούτε ναι, ούτε όχι

Η Μέρκελ δεν συμπάθησε κανέναν Έλληνα πρωθυπουργό από εκείνους με τους οποίους συνεργάσθηκε (Καραμανλής, Παπανδρέου, Παπαδήμος, Σαμαράς, Τσίπρας). Ήταν όλοι business partners για αυτήν και ουδείς μπόρεσε να την «αποκρυπτογραφήσει», καθώς τα «σήματά της» δεν ήταν πάντα ξεκάθαρα: όταν το φθινόπωρο του 2014 ο Αντώνης Σαμαράς προσπάθησε να την πείσει ότι θα έπρεπε να μειώσει τους φόρους για να μην επικρατήσει πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ, εκείνη δεν του είπε ναι ή όχι. Τους είπε απλά ότι υπεύθυνος για τους φόρους ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Μετά τη συνάντηση, ο συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Χρύσανθος Λαζαρίδης είπε στον υπουργό Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη να πάει στο υπουργείο των Οικονομικών στο Βερολίνο, στον κ. Σόιμπλε, και να συζητήσει μαζί του το ακριβές περίγραμμα της μείωσης των φόρων, που «είχε συμφωνηθεί». Ο έκπληκτος πρώην υπουργός έφθασε στο κτίριο της Βίλχελμστρασε, όπου ο Σόιμπλε του είπε απλά ότι «σε αυτό το δωμάτιο (σ.σ. στο γραφείο του) από όπου διευθύνεται η νομισματική ένωση της Ευρώπης, δεν προβλέπονται μειώσεις φόρων για την Ελλάδα». Οι Γερμανοί ήθελαν τα λεφτά τους. Τελεία και παύλα.

Μία από τα ίδια και ο Τσίπρας

Τα ίδια έπαθε και ο κ. Τσίπρας το καλοκαίρι του 2015, όταν νόμιζε ότι μπορούσε να συμφωνήσει με την κ. Μέρκελ «να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα». Η Μέρκελ σε μια πτήση από το Σεράγεβο εξήγησε στους δημοσιογράφους που τη συνόδευαν ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν πιθανά να κάνει ένα μικρό διάλειμμα από τη νομισματική ένωση «αν δεν πλήρωνε τα χρέη της», κάτι που έθετε σε κίνδυνο την πολιτική της ηγεμονία. Ο υφυπουργός του Σόιμπλε, κ. Στέφεν, επεξεργάσθηκε το σχετικό χαρτί που κατέθεσαν οι Γερμανοί στο Eurogroup. Ενώ η κ. Μέρκελ και ο αντικαγκελάριος σοσιαλδημοκράτης Ζίγκμαρ Γκάμπριελ ένιπταν τας χείρας τους, η απειλή ήταν αξιόπιστη και «έπιασε»: ο Τσίπρας δέχθηκε το τρίτο μνημόνιο με όρους χειρότερους του δευτέρου και η Μέρκελ είχε μια επιτυχία να «πουλήσει» στο εσωτερικό της Γερμανίας. Μετά όμως ήρθε το καλοκαίρι του 2015 με την προσφυγική κρίση. Έχουν γραφτεί τόμοι για το πώς η Μέρκελ αποφάσισε να δεχθεί τους πρόσφυγες που ήταν στην Ουγγαρία. Η χώρα της ήταν απροετοίμαστη για αυτό το κύμα του ενός εκατομμυρίου ανθρώπων και η αρχική εικόνα της αλληλέγγυας Γερμανίας έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της σε μια Γερμανία που αμφισβητούσε την πολιτική της ελίτ. Σημείο καμπής ήταν ό,τι συνέβη στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολωνίας την Ππρωτοχρονιά του 2016 και φυσικά οι τρομοκρατικές επιθέσεις, με αποκορύφωμα αυτήν στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου, έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2016.


Ενδείξεις από το 2017

Στην ουσία στις αρχές του 2017 η μοίρα της Μέρκελ είχε σφραγισθεί. Πριν την επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου, στο συνέδριο της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στο Έσσεν, η Μέρκελ έχασε την ψηφοφορία για την κατάργηση της διπλής υπηκοότητας (ισχύει στη Γερμανία) που είχε εισαγάγει ο Σρέντερ. Οι αντιπρόσωποι του συνεδρίου, με επικεφαλής τον Γενς Σπαν, σημερινό υπουργό Υγείας, συνομιλητή των ανθρώπων του Τραμπ στο Βερολίνο, νίκησαν για πρώτη φορά τη Μέρκελ σε μια ψηφοφορία. Υπό αυτές τις συνθήκες η ίδια μέτρησε αν θα ήταν ξανά υποψήφια καγκελάριος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017. Τελικά έκανε μια πολύ «κουρασμένη» προεκλογική εκστρατεία, με ελάχιστους μαχητικούς λόγους και επανάληψη των ίδιων θεμάτων που είχαν κουραστεί να ακούν οι Γερμανοί, υπερασπίσθηκε όμως με πάθος τη μεταναστευτική της πολιτική. Η νίκη της ήταν πύρρεια. Ήλπιζε σε μια ανανέωση της κυβέρνησής της με την είσοδο των «Πρασίνων», του κόμματος που βρίσκεται πολύ κοντά της σε ορισμένα θέματα (μετανάστευση, περιβάλλον). Παρά το ότι οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν εβδομάδες, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες τις οδήγησαν σε ναυάγιο. Εν όψει νέων εκλογών απέμενε μια νέα κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού – μία από τα ίδια. Πολλοί προέβλεψαν τότε ότι δεν θα μακροημερεύσει. Τον τελευταίο μήνα, σε δύο από τα τρία πλουσιότερα κρατίδια της Γερμανίας (Βαυαρία και Έσση) η Μέρκελ συνετρίβη. Μαζί της και ο κυβερνητικός της εταίρος. Έτσι στις 29 Οκτωβρίου προχώρησε στην εξαγγελία ότι δεν θα είναι υποψήφια πρόεδρος της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CDU) στο συνέδριο που θα γίνει από τις 6-8 Δεκεμβρίου στο Αμβούργο. Θα μείνει, διαβεβαίωσε, στην καγκελαρία, ως το 2021, οπότε θα αποχωρήσει από την πολιτική. Αν φτάσει μέχρι εκεί θα είναι 16 χρόνια καγκελάριος. Ουδείς το κατάφερε μέχρι σήμερα στη χώρα αυτή.

Οι διάδοχοι

Διάδοχοί της στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση μπορεί να είναι η Άνεγκρετ Καρενμπάουερ –η μικρή Μέρκελ του Ζάαρλαντ– ο Γενς Σπαν και ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας, Άρμιν Λάσετ. Η Καρενμπάουερ και ο Λάσετ θα έχουν περισσότερους αντιπροσώπους (η πρώτη θα έχει τον μηχανισμό της Μέρκελ και ο Λάσετ έχει πίσω του μια μεγάλη οργάνωση) αλλά μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες Μέρκελ στην ηγεσία του κόμματος οι υποψήφιοι θα είναι πολύ περισσότεροι και οι μεταξύ τους συμμαχίες απρόβλεπτες. Μετά τον Δεκέμβριο ο/η νέος αρχηγός του κόμματος θα θελήσει να γίνει και νέος/νέα καγκελάριος. Και μάλλον δεν θα περιμένει ως το 2021. Η Μέρκελ το γνωρίζει αυτό. Αλλά ελπίζει ότι ο/η διάδοχός της θα δείξει την υπομονή που έδειξε αυτή όταν… γκρέμισε τον Κολ.

 

Πηγή: inside story