Βασίλης Κορκίδης: «Η ελληνική επιχειρηματικότητα έχει ανάγκη από βιώσιμες μεταρρυθμίσεις»

Είναι ανάγκη να γνωρίζουν οι επιχειρηματίες μέσα σε ποιο οικονομικό περιβάλλον θα δραστηριοποιηθούν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Η πραγματική οικονομία της χώρα μας έχει μία ακόμα ευκαιρία έπειτα από μια δεκαετή πρωτοφανή οικονομική κρίση που βίωσε να κάνει βήματα μπροστά και να ανακτήσει σταδιακά τις τεράστιες απώλειες τζίρου, ύψους 102 δισ. ευρώ. Κατά τη διάρκεια των μνημονίων ως γνωστόν τα έσοδα μειώθηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν και τα χρέη 4 εκατ. φορολογουμένων τριπλασιάστηκαν. Ταυτόχρονα η πραγματική οικονομία θα πρέπει να κατορθώσει να αποπληρώσει το εξωτερικό χρέος που φέτος εκτοξεύτηκε στα 335 δισ. ευρώ και στο 183% του ΑΕΠ, αλλά και ένα «εσωτερικό» χρέος που ξεπερνά τα 225 δισ. ευρώ και το 125% του ΑΕΠ. Για να επιτύχει αυτόν τον άθλο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να υλοποιηθούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργήσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό ένα φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον σε βάθος χρόνου. Οι «βιώσιμες» μεταρρυθμίσεις είναι αυτές που θα δημιουργήσουν ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα μέσα στο οποίο θα μπορούν να αναπτυχθούν οι επιχειρήσεις. Είναι επιτακτική η ανάγκη να γνωρίζουν επιτέλους οι επιχειρηματίες μέσα σε ποιο οικονομικό περιβάλλον θα δραστηριοποιηθούν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους κανόνες της αγοράς. Να σταματήσουν να γίνονται αποδέκτες ανατροπών και εκπλήξεων, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αναδρομικές και δυσάρεστες. Η οικονομική σταθερότητα θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα έτσι ώστε να μπορέσει η χώρα μας να επιστρέψει σε μια «κανονικότητα». Προς αυτή την κατεύθυνση οι μεταρρυθμίσεις που θα υλοποιηθούν θα πρέπει να αντέχουν τόσο σε εγχώριες όσο και εξωτερικές οικονομικές πιέσεις. Η κρίση στην Ιταλία και στην Τουρκία απέδειξε με τον πλέον περίτρανο τρόπο ότι η ελληνική οικονομία είναι ρηχή και ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες. Η Ελλάδα οφείλει το συντομότερο να ξεπεράσει τον κίνδυνο του παρατεταμένου αποκλεισμού εξόδου στις αγορές και δεν επιτρέπεται να παραμείνει μια απομονωμένη χώρα, στον κατάλογο των «μη εμπορεύσιμων κινδύνων».

Οι υποψήφιοι ξένοι επενδυτές όσο σοβαρά λαμβάνουν υπόψη τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας άλλο τόσο δίνουν ιδιαίτερη προσοχή και στην ανθεκτικότητά της από εξωγενείς παράγοντες και τα επιθετικά «short funds», που δημιουργούν αναταράξεις στη κεφαλαιαγορά. Ποιος θα έρθει να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του όταν γνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε έναν σημαντικό βαθμό από τις οικονομίες των γειτονικών χωρών. Για αυτόν τον λόγο η οικονομία μας θα πρέπει να θωρακιστεί εκ των έσω, με μεταρρυθμίσεις που θα πείσουν τους επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι μία σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, αλλά εξίσου καλά «οργανωμένη». Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σταματήσει η υπερφορολόγηση, που όχι μόνο δεν προσελκύει επενδύσεις, αλλά διώχνει τις ελληνικές επιχειρήσεις στην Κύπρο και τη Βουλγαρία με την οικονομική μετανάστευση να έχει αυξηθεί μέσα σε έναν χρόνο κατά 30%. Δυστυχώς ακόμα παρατηρούμε ότι εξακολουθεί να υφίσταται η μετανάστευση εξωστρεφών μεγάλων και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, προσπαθώντας να αποφύγουν τη φορολογική αφαίμαξη στην Ελλάδα και να αναζητήσουν πρόσβαση στη φθηνότερη χρηματοδότηση, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Είναι παράδοξο να απαιτεί κανείς από υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που οφείλουν σχεδόν 103 δισ. ευρώ στο δημόσιο και 89 δισ. ευρώ από «κόκκινα» δάνεια στις τράπεζες να πληρώνουν το 67% της φορολογητέας ύλης των 73 δις ευρώ, σε άμεσους και έμμεσους φόρους που αγγίζουν τα 49 δισ. ευρώ ετησίως.

Είναι λοιπόν αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε το κράτος να εκσυγχρονιστεί και να γίνει πιο ευέλικτο και αξιόπιστο. Η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει το βασικό σύμμαχο για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, που στόχο θα έχουν να γίνει η χώρα μας πιο ελκυστική στους επενδυτές. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να βοηθήσουν σημαντικά τις υπάρχουσες ελληνικές επιχειρήσεις, όλους τους μικρομεσαίους «οικονομικούς πατριώτες» που έμειναν συνεπείς και κατάφεραν να επιβιώσουν, μέσα σε ένα πρωτοφανές δυσμενές οικονομικό περιβάλλον. Με αλλαγή νοοτροπίας και την βοήθεια της τεχνολογίας σίγουρα θα μειωθεί η γραφειοκρατία και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, ενώ θα εξασφαλισθεί η διαφάνεια και θα περιοριστεί η παραοικονομία. Με την επαναλειτουργία των συστημικών τραπεζών θα σταματήσει η ανυπαρξία των τραπεζικών συναλλαγών και θα τονωθεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων με νέα δάνεια σε συνεπείς επιχειρήσεις. Άλλωστε, η τραπεζική χρηματοδότηση είναι αυτή που καθορίζει τον ρυθμό ανάπτυξης κάθε οικονομίας. Επίσης τα Επιμελητήρια της Χώρας μπορούν να προσφέρουν σε μια επιχείρηση τη δυνατότητα να συναλλάσσεται με το κράτος σε όλα τα επίπεδα της επιχειρηματικότητας από την έδρα της και χωρίς «χειραψίες» είτε αφορά αδειοδοτήσεις, είτε φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις μιας εταιρείας. Δυστυχώς όμως η χώρα μας προσαρμόζεται και εκσυγχρονίζεται με αργούς ρυθμούς συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, αφού δύσκολα τα Υπουργεία παραχωρούν αρμοδιότητες και δυσκολότερα συνεργάζονται μεταξύ τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ πως η πλειοψηφία των μεταρρυθμίσεων που θα υλοποιηθούν από εδώ και στο εξής στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να έχουν ημερομηνία λήξης, αλλά θα πρέπει να είναι ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα αντέχουν στον χρόνο. Η μεταμνημονιακή περίοδος διαθέτει αναπτυξιακές ευκαιρίες, αλλά απαιτεί πολλά και δύσκολα βήματα, ενώ προϋποθέτει ότι στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας μας θα πρέπει να σκεφτόμαστε πρώτα σε «μικρομεσαία κλίμακα». Άλλωστε, αυτή είναι κατά 99,9% η δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας που προσφέρει το 57% των θέσεων απασχόλησης και το 34% της προστιθέμενης αξίας και δεν απέχει από το 99,8% των 28 χωρών της Ε.Ε.

Γράφει ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος ΕΒΕΠ – ΕΣΕ