Δύο «καυτά μέτωπα» για την οικονομία

Οι προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα.

Την ώρα που η χώρα έχει ήδη αρχίσει και χορεύει σε ρυθμούς…προεκλογικού «σκληρού ροκ», δύο ιδιαίτερα ηχηρές προειδοποιήσεις ήρθαν να βάλουν τα πράγματα στη σωστή τους βάση σε ό,τι αφορά τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας. Και μπορεί οι αναλύσεις της Moody’s και της Fitch να πέρασαν μάλλον στα… «ψιλά», ακριβώς λόγω του κλίματος πολιτικής πόλωσης που επικρατεί, αλλά σε μεγάλο βαθμό εξηγούν γιατί το χρηματιστήριο και η αγορά ομολόγων δέχονται συνεχές σφυροκόπημα το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Στην ουσία οι δύο οίκοι αξιολόγησης επισημαίνουν αυτό που ήταν «κρυφό μυστικό», μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον. Ότι, παρά την επιτυχή ολοκλήρωση και του τρίτου προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης, η ελληνική οικονομία δεν έχει ξεφύγει από τη ζώνη του υψηλού κινδύνου. Αντιθέτως, παραμένει ιδιαιτέρως ευάλωτη, κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες, εξαιτίας του γεγονότος, ότι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες δεν έχουν αντιμετωπιστεί στη «ρίζα» τους. Και αυτή η «άβολη αλήθεια» έχει αρχίσει και αναγνωρίζεται από τις αγορές και τους ξένους επενδυτές.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Για να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, καταρχήν η Moody’s σε έκθεση για το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία γενικότερα (Banks – Greece, Banking System Profile) προειδοποιεί ότι η ευαισθησία της Ελλάδας σε κίνδυνο εκδήλωσης ατυχημάτων παραμένει υψηλή λόγω των κινδύνων που συνδέονται με τον τραπεζικό τομέα, ο οποίος έχει πολύ χαμηλή ποιότητα ενεργητικού, χαμηλή κερδοφορία και ένα μεγάλο μερίδιο κατώτερης ποιότητας κεφαλαίου με τη μορφή αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων. Ειδικότερα, η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού παραμένει η βασική πρόκληση για τις τράπεζες, οι οποίες είχαν μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) ύψους 89 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2018.Η Moody’s σημειώνει ότι ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων καταναλώνει πόρους και μειώνει την κερδοφορία και τα κεφάλαια των τραπεζών. Τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ανέρχονταν στα 291 δισ. ευρώ στις 31 Ιουλίου του 2018. Επίσης, μεταξύ Δεκεμβρίου 2011 και Ιουλίου 2018, το συνολικό ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών υποχώρησε με μέσο ετήσιο ρυθμό 7%, κυρίως επειδή τα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 64% του συνολικού ενεργητικού, μειώνονταν με ετήσιο ρυθμό 5%.
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, μέρος της μεγάλης μείωσης στα δάνεια οφείλεται και στα μέτρα απομόχλευσης των ελληνικών τραπεζών, καθώς αφαίρεσαν ξένες θυγατρικές από τους ισολογισμούς τους και μείωσαν το μεγάλο ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους (NPEs). Επίσης, οι επενδύσεις μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 15%, από τα 72 δισ. ευρώ το 2011 στα 25 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2018. Σε κάθε περίπτωση, το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση και να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.

Το ρίσκο

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επισήμανση της Moody’s ότι εξακολουθεί και υφίσταται πολιτικός κίνδυνος στη χώρα λόγω της μικρής πλειοψηφίας που έχουν οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. στο κοινοβούλιο, αλλά και δεδομένης της ανάγκης υιοθέτησης συνετών δημοσιονομικών πολιτικών και διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων για πολλά χρόνια. Από εκεί και πέρα, η αποδοτικότητα της ελληνικής κυβέρνησης έχει επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία, ενώ η ισχύς των θεσμών στην Ελλάδα είναι χαμηλή. Και κάπου εδώ έρχεται και «δένει» και η δεύτερη προειδοποίηση από τον οίκο αξιολόγησης Fitch, ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αναμένεται και πάλι να αυξηθεί σημαντικά, στο ενδεχόμενο μίας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αναλυτικότερα, η Fitch σημειώνει σε ειδική ανάλυση, με τίτλο Public Finances at Risk When Next Recession Strikes ότι η κόπωση της λιτότητας, οι δημογραφικές τάσεις και η αυξανόμενη υποστήριξη των λαϊκιστικών πολιτικών κομμάτων θα καταστήσουν ακόμη πιο δύσκολο τον έλεγχο του χρέους. Η επόμενη παγκόσμια κρίση, η οποία είναι κοντά όσο ο επιχειρηματικός κύκλος ωριμάζει, θα προκαλέσει σοβαρούς εκτροχιασμούς σε χώρες που, στη δεκαετία της ανάπτυξης που προηγήθηκε, απέτυχαν να διορθώσουν τα δημοσιονομικά τους. Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, ακόμη και αν η παγκόσμια οικονομία βίωσε επί εννέα χρόνια ανάπτυξη, οι δείκτες χρέους/ΑΕΠ παρέμειναν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Από τα 22 κράτη που ερευνήθηκαν, τα 13 ξεκίνησαν να ανακάμπτουν το 2009 και άλλα τρία το 2010, κάνοντας τη διάρκεια της οικονομικής επέκτασης ήταν ήδη σχετικά μεγάλη. Καθώς ο επιχειρηματικός κύκλος έχει ωριμάσει, τα κενά παραγωγής μειώθηκαν ή μετατράπηκαν θετικά, η ανεργία μειώθηκε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ο πληθωρισμός και τα επιτόκια αυξήθηκαν και η πιστωτική επέκταση σημείωσε άνοδο. Αυτές οι εξελίξεις είναι όλες συνεπείς με την εκτίμηση ότι η επόμενη οικονομική ύφεση πλησιάζει, αν και υπάρχουν λίγα σημάδια υπερθέρμανσης. Επίσης, το πιο προηγμένο στάδιο του αμερικανικού επιχειρηματικού κύκλου και οι επιπτώσεις του στην αγορά της παγκόσμιας οικονομίας λόγω του ρόλου της Federal Reserve, του δολαρίου ΗΠΑ και των κεφαλαιαγορών των ΗΠΑ θα μπορούσε να επιταχύνει το τέλος της ανάπτυξης σε άλλες χώρες. Οι πρόσθετοι κίνδυνοι δημιουργούνται από τους εμπορικούς πολέμους, την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, την εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων των ΗΠΑ, την απομόχλευση της Κίνας και το άγχος σε ορισμένες αναδυόμενες αγορές.

Τι αναφέρει ο οίκος Fitch
Ως εκ τούτου, οι περισσότερες χώρες φαίνονται εκτεθειμένες όταν τελικά σημειωθεί η επόμενη ύφεση, με πιθανές αρνητικές συνέπειες για ορισμένες αξιολογήσεις κρατικών ομολόγων. Το μεγαλύτερο μάλιστα πρόβλημα, σύμφωνα με την Fitch, το έχουν χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος. Αυτή τη στιγμή οι χώρες με το υψηλότερο προβλεπόμενο δημόσιο χρέος / ΑΕΠ στο τέλος του 2018 είναι η Ελλάδα 183%, η Ιταλία 131%, η Πορτογαλία 122%, η Κύπρος 110%, το Βέλγιο 102% και οι ΗΠΑ 101%. Εάν αυτό επρόκειτο να αυξηθεί σύμφωνα με τη μεσαία επιδείνωση μιας σημαντικής ύφεσης, τότε το δημόσιο χρέος θα αυξανόταν έντονα σε επίπεδα ασυμβίβαστα με τις τρέχουσες αξιολογήσεις σε πολλές χώρες. Και φυσικά μεταξύ αυτών είναι και η Ελλάδα.

Τα «καυτά» ζητήματα των τραπεζών

Όπως είδαμε η Moody’s εστιάστηκε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες πρωταγωνιστούν αρνητικά το τελευταίο διάστημα στο χρηματιστήριο. Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και τα φαινόμενα υποτιμητικής κερδοσκοπίας, ειδικά σε μία αγορά ρηχή, όπως η δική μας. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι όσοι είχαν «χτίσει» εγκαίρως short θέσεις στις τραπεζικές μετοχές, ειδικά ξένα επενδυτικά funds, την περίοδο αυτή αποκομίζουν σημαντικά κέρδη λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου.

Ευρύτερη ανησυχία

Υπάρχει όμως και αντικειμενικά ευρύτερη ανησυχία για τις προοπτικές του τραπεζικού κλάδου. Η οποία βεβαίως δεν μπορεί να «διασκεδαστεί» από τις απανωτές κυβερνητικές συσκέψεις και παρεμβάσεις, που υποκρύπτουν μάλλον πανικό. Ακόμη και η παρέμβαση της ΤτΕ δεν φαίνεται να έπεισε την αγορά. Συγκεκριμένα σε δήλωσή του, ο διοικητής της ΤτΕ, κ. Γιάννης Στουρνάρας, υποστήριξε ότι η συνεχιζόμενη βελτίωση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών αντανακλά τη βελτίωση της κατάστασης του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επίσης, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι χρηματιστηριακές εξελίξεις του τραπεζικού κλάδου τις προηγούμενες ημέρες δεν σχετίζονται με την υγεία των ελληνικών τραπεζών, αλλά με καθαρά εξωγενείς παράγοντες, όπως η άνοδος των επιτοκίων διεθνώς και ιδιαίτερα σε γειτονικές με την Ελλάδα χώρες. Φυσικά και οι κλυδωνισμοί από το εξωτερικό έχουν τη σημασία τους. Αυτό όμως αποδεικνύει σε τελική ανάλυση, το πόσο ευάλωτες παραμένουν οι τράπεζες και πόσο αδύναμη είναι ακόμη η οικονομία γενικότερα.
Σε τελική ανάλυση, το γεγονός ότι η κεφαλαιοποίηση και των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, από περίπου 16,5 δισ. ευρώ το 2015, σήμερα βρίσκεται κάτω από τα 5 δισ. ευρώ, έχοντας καταγράψει τεράστιες απώλειες, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Το οποίο δεν είναι άλλο από τον μεγάλο όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι καθυστερήσεις να επιλυθεί το πρόβλημα αλλά και η ατολμία των ίδιων των τραπεζών να προχωρήσουν άμεσα σε πιο δραστικά μέσα αναφορικά με την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων των νοικοκυριών και πολύ περισσότερο των επιχειρήσεων επηρέασαν και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό το επενδυτικό ενδιαφέρον. Το θέμα, λοιπόν, έχει ως εξής. Τα Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών και δάνεια αβέβαιης είσπραξης χωρίς τη ρευστοποίηση εξασφάλισης, ανεξαρτήτως ημερών καθυστέρησης) του ελληνικού τραπεζικού συστήματος άγγιζαν 88,6 δισ. ευρώ ή το 47,6% των συνολικών ανοιγμάτων. Το μεγαλύτερο μέρος των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια που τον Ιούνιο έφταναν τα 52,9 δισ. ευρώ. Κατά την Τράπεζα της Ελλάδος οι τράπεζες πέτυχαν τον στόχο τους ως προς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αλλά ως προς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπολείπονταν ελαφρά με τον όγκο τους να αγγίζει τα 61 δισ. ευρώ. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ως προς τα συνολικά χαρτοφυλάκια παραμένει υψηλό, καθώς ο δείκτης ΜΕΑ άγγιζε το 44,3% για το στεγαστικό, το 56,9% για το καταναλωτικό και το 48,0% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Σε ό,τι αφορά το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, η μεγαλύτερη συγκέντρωση ΜΕΑ παρατηρείται στο χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 68,8%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο των ΜΜΕ (δείκτης ΜΕΑ: 62,3%). Σταθερά καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 28,3%) και στα ναυτιλιακά δάνεια (δείκτης ΜΕΑ: 31,6%).

Ασθενής κεφαλαιακή βάση

Την ίδια ώρα, και η κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, παρά το γεγονός ότι πέρασαν με επιτυχία τα τεστ αντοχής της ΕΚΤ τον περασμένο Μάιο, παραμένει ασθενής, αφού εξακολουθούν και έχουν έλλειμμα προβλέψεων σε σχέση με τα προβληματικά δάνεια, καθώς φτάνουν περίπου το 50% της αξίας του προβληματικού χαρτοφυλακίου. Είναι εξάλλου ενδεικτικό το γεγονός, ότι μέχρι το τέλος του δεύτερου τριμήνου 2018 οι τράπεζες μείωσαν τα NPLs κατά 17 δισ. ευρώ με κόστος 7 δισ. ευρώ στην κεφαλαιακή τους βάση, διαμορφώνοντας την κεφαλαιακή τους επάρκεια στα 22 δισ. ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναβαλλόμενου φόρου, που φτάνει τα 17 δισ. ευρώ. Και το ερώτημα είναι αν οι τράπεζες διαθέτουν την κεφαλαιακή επάρκεια να αντέξουν μία σημαντική συρρίκνωση των «κόκκινων» δανείων. Όσο φιλόδοξοι και αν είναι οι στόχοι για τη μείωση των NPEs, οι μη εξυπηρετούμενες εκθέσεις αναμένεται να παραμείνουν σε αυξημένα επίπεδα (πολλαπλάσια σε σχέση με άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες) για μια μακρά χρονική περίοδο, με τις τράπεζες να αναμένεται μετά βίας να δημιουργήσουν κεφάλαιο οργανικά καθώς τοποθετούν όλους τους πόρους στο χτίσιμο προβλέψεων, ώστε με τον καιρό να αυξήσουν την κάλυψη στα δάνεια σε επίπεδα πιο κοντά σε αυτά που ζητά η αγορά.

Τα δημοσιονομικά «παζάρια» της κυβέρνησης με τους δανειστές

Κι ενώ ο τραπεζικός κλάδος δοκιμάζεται και παρά τα αρνητικά μηνύματα από τους οίκους αξιολόγησης, τις ξένες επενδυτικές τράπεζες και τις ίδιες τις αγορές, η κυβέρνηση επιμένει, για καθαρά προεκλογικούς σκοπούς, να αναλώνεται σε ένα παρατεταμένο «παζάρι» με τους δανειστές, για την νέα περικοπή των συντάξεων το 2019. Έφτασε μάλιστα στο σημείο, να δίνει «αντιπαροχή» στους «θεσμούς» τα αντίμετρα μείωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων για την αναστολή του μέτρου μείωσης των συντάξεων, αφού ο δημοσιονομικός χώρος του 2019 δεν επαρκεί και για τα δύο.

Οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρούνται

Ωστόσο, μπορεί η Κομισιόν να βλέπει κάπως θετικά το θέμα, τα πρώτα μηνύματα, κυρίως από το Βερολίνο, δεν άφησαν πολλά περιθώρια προσδοκιών ακύρωσης των ψηφισμένων περικοπών με την απαραίτητη γερμανική συναίνεση στο Eurogroup, ενώ επισήμως η θέση των δανειστών δεν έχει διαφοροποιηθεί, αφού ξεκάθαρα δηλώνουν ότι οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρούνται. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι το θέμα των συντάξεων εκτυλίσσεται σε μια περίοδο όπου το Eurogroup και η Κομισιόν καλούνται να διαχειριστούν τον «ιταλικό κυκλώνα» που οδηγεί σε εκρηκτική άνοδο τις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων, με τις πιέσεις να διαχέονται τόσο στους ελληνικούς τίτλους όσο και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Με ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Και μην ξεχνάμε και τον παράγοντα ΔΝΤ.
Μπορεί στη μεταμνημονιακή περίοδο το ταμείο να έχει περάσει ουσιαστικά σε έναν δευτερεύοντα ρόλο και να μην μπορεί να ασκήσει πίεση για την εφαρμογή κάποιων μεταρρυθμίσεων μέσω των περιοδικών του αξιολογήσεων, όπως γινόταν τα χρόνια των μνημονίων, όμως η άποψή του εξακολουθεί και μετράει στις διεθνείς αγορές, και οι θέσεις του λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από τους ξένους επενδυτές. Το ΔΝΤ, λοιπόν, επιμένει ότι η επίτευξη των υψηλών πλεονασμάτων οφείλεται σε μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που έβλαψε την ανάπτυξη, εμμένει στην αλλαγή του και συγκεκριμένα στην εφαρμογή των μέτρων που νομοθετήθηκαν προληπτικά το 2017 (κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις το 2019 και μείωση του αφορολόγητου το 2020). Χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα μέτρα ως διαρθρωτικά (μείωση συνταξιοδοτικής δαπάνης και διεύρυνση φορολογικής βάσης) και υποστηρίζει ότι συμβάλουν στους ρυθμούς μακροχρόνιας μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας και κατά συνέπεια στη βιωσιμότητα του χρέους.

Η έκθεση

Κι αυτή η επιμονή του ΔΝΤ φάνηκε ξεκάθαρα από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση Fiscal Monitor. Συγκεκριμένα, για τα έτη από το 2019 έως το 2022 το Ταμείο εκτιμά πως το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδος θα ανέλθει στο 3,5% του ΑΕΠ, ωστόσο, χωρίς επιπλέον δημοσιονομικό χώρο για το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει από το βήμα της ΔΕΘ. Άρα το ΔΝΤ όχι μόνο δεν αποδέχεται τη θέση της κυβέρνησης για τα υπερπλεονάσματα, που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μειώσεις φόρων και αυξήσεις κοινωνικών επιδομάτων, αλλά δύσκολα το Ταμείο θα συναινέσει στην κατάργηση των προνομοθετημένων μέτρων, δηλαδή τη νέα περικοπή στις συντάξεις το 2019 και τη μείωση του αφορολόγητου ορίου το 2020.