Τα «παιχνίδια» με τις συντάξεις και η αντίδραση των αγορών

Οι αντιφάσεις της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης και η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος μονοπωλούν το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών.

Η κυβέρνηση, αφού ξαφνικά ξύπνησε από τον «λήθαργο», διαπιστώνοντας επιτέλους την κακή εικόνα που παρουσιάζει το ελληνικό χρηματιστήριο εδώ και μέρες, και ειδικά το άγριο σφυροκόπημα στις τραπεζικές μετοχές, βρήκε τη… «λύση» στο πρόβλημα. Για όλα, λοιπόν, φταίνε η υποτιμητική κερδοσκοπία με τις τράπεζες, τα «κακά» διεθνή κερδοσκοπικά κεφάλαια ( τα οποία από την άλλη, παρακαλάμε να επενδύσουν στην Ελλάδα!) και πάνω απ’ όλα η πολιτική σπέκουλα από τη Ν.Δ. και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και η δράση κάποιων εγχώριων οικονομικών παραγόντων.
Με βάση λοιπόν αυτό το σκεπτικό της κυβέρνησης, η οποία για ακόμη μία φορά αποδεικνύεται ότι δεν έχει μάθει πώς λειτουργούν οι αγορές, λίγη ή έως και καθόλου σημασία έχουν για παράδειγμα, οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου του ΣΕΒ, κ. Θεόδωρου Φέσσα, σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στην οικονομία, και ειδικότερα την εικόνα που παρουσιάζουν το χρηματιστήριο και η αγορά ομολόγων. Άλλωστε, φαίνεται ότι δεν ανήκει πλέον στον κύκλο των «αρεστών» του Μεγάρου Μαξίμου.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Για την κυβέρνηση, με βάση και τις ιδεολογικές ιδεοληψίες που εξακολουθούν να την ταλαιπωρούν, είναι «αντίπαλος», εκπρόσωπος του «κακού μεγάλου κεφαλαίου» στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος του ΣΕΒ απέδωσε την πτώση του χρηματιστηρίου στο έλλειμμα εμπιστοσύνης των επενδυτών στην ελληνική οικονομία και στη μη ενεργητική διαχείριση των «κόκκινων» δανείων. Από εκεί και πέρα, η οικονομία γενικότερα βρίσκεται σε «χαμηλή πτήση» και οι κίνδυνοι που υπήρχαν δεν έχουν παρέλθει.
Έτσι, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί ότι μπορεί να βγούμε από το τέλμα, με αποτέλεσμα να χάνεται η εμπιστοσύνη στην οικονομία, αλλά και στις τράπεζες. Επιπλέον, έχουμε μπει σε μια προεκλογική περίοδο που αντί για έμφαση στην ανάπτυξη και τις μεταρρυθμίσεις, δίνεται έμφαση στην παροχολογία. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και θα πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι δεν υπάρχουν χρήματα να καταναλωθούν, αλλά υπάρχουν χρήματα που πρέπει να παραχθούν. Εν ολίγοις, η οικονομία δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και σταθερότητα.
Την ίδια στιγμή, ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης, τόνιζε σε συνέντευξή του ότι η συζήτηση για την περικοπή ή όχι των συντάξεων είναι ένας βασικός λόγος για τη δυσπιστία των αγορών απέναντι στην Ελλάδα. Γιαυτό, με δεδομένη μάλιστα την αναστάτωση που προκαλεί η προεκλογική περίοδος, είναι απαραίτητη μια συμφωνία με τους δανειστές. Και φυσικά όχι μονομερείς ενέργειες από την πλευρά της κυβέρνησης, αφού είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά.
Προφανώς και ο κ. Κουτεντάκης δεν ανήκει στον κύκλο των «κακών ξένων και εγχώριων παραγόντων», που επιθυμούν να αποτύχει η κυβέρνηση στην οικονομία. Και φυσικά δεν ανήκει στην ομάδα των «ξένων κερδοσκόπων», που σπεκουλάρουν με τις τραπεζικές μετοχές. Αντιθέτως, προέρχεται από τα «σπλάχνα» του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας αναλάβει σημαντικές θέσεις στο κυβερνητικό επιτελείο τα προηγούμενα χρόνια. Άλλωστε, ήταν επιλογή της κυβέρνησης για τη θέση του επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Και δεν είναι και η πρώτη φορά ότι το θέμα των συντάξεων έχει ως αποτέλεσμα οι αγορές να τηρούν στάση αναμονής.

Ο προϋπολογισμός με τις «δύο όψεις»

Δεν υποστηρίζουμε φυσικά ότι το θέμα των συντάξεων είναι ο μόνος λόγος που το χρηματιστήριο κατρακυλάει και η αγορά ομολόγων βρίσκεται σε συνεχείς αναταράξεις. Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος και ειδικότερα η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων είναι αλήθεια ότι μονοπωλεί το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών τις τελευταίες μέρες και προφανώς προκαλεί και συνθήκες κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο.
Όμως, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, η άτυπη παρατεταμένη προεκλογική περίοδος σε συνδυασμό με την ακατάσχετη παροχολογία, καθώς και το διαφαινόμενο πισωγύρισμα σε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, δίνουν την αίσθηση στις αγορές ότι, μετά τη λήξη του τρίτου προγράμματος στήριξης, η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα χαλαρώνει για καθαρά πολιτικούς λόγους. Το αποτέλεσμα είναι να γεννάται η αμφιβολία για την επίτευξη των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών στόχων που έχουν τεθεί από τους δανειστές κατά την μεταμνημονιακή περίοδο. Για παράδειγμα, είναι σίγουρο ότι οι αγορές είδαν το λιγότερο με επιφύλαξη το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού με τα δύο σενάρια για τις συντάξεις. Όπως επισημαίνει και ο ΣΕΒ, αναγκαστικά έχει προεκλογικό «άρωμα». Έτσι, αποτυπώνεται η πρόθεση της κυβέρνησης να μην περικόψει τις συντάξεις από 1/1/2019 κατά €3 δισ., όπως έχει ψηφισθεί και να εφαρμόσει, παρά ταύτα, παρεμβάσεις (περικοπές δαπανών ή αυξήσεις εσόδων) ύψους €1 δισ., που παραμένουν αδιευκρίνιστες εν όψει διαπραγματεύσεων με τους δανειστές. Καθώς έτσι σχεδόν μηδενίζεται η προσδοκώμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση, δεν προβλέπεται να εφαρμοστούν οι εξισορροπητικές παρεμβάσεις (αντίμετρα) ύψους €2 δισ., παρά μόνο κατά 50%, και με διαφορετική εν πολλοίς σύνθεση μέτρων. Ήδη, ενώ η κυβέρνηση είχε νομοθετήσει μείωση των συντελεστών φόρου νομικών προσώπων από το 2019 κατά 3 π.μ. από 29% σε 26%, τώρα φαίνεται ότι προκρίνεται μια μείωση μόνο κατά 1 π.μ. (σε μια πορεία μείωσης του συντελεστή διαχρονικά στο 25% κατά 1 π.μ. τον χρόνο).

Με δύο σενάρια

Ειδικότερα, ο προϋπολογισμός παρουσιάζεται με δύο σενάρια. Το βασικό σενάριο (πρωτογενές πλεόνασμα €8,4 δισ. ή 4,4% του ΑΕΠ) προβλέπει την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου (με περικοπές συντάξεων και αυξήσεις εισφορών ύψους €3 δισ. το 2018 και την εφαρμογή εξισορροπητικών παρεμβάσεων ύψους €2.0 δισ. (€1,2 δισ. σε αύξηση δαπανών κοινωνικής προστασίας- εκ των οποίων €260 εκατ. σε οικογενειακά επιδόματα, €300 εκατ. σε επενδύσεις υποδομών, €260 εκατ. σε ενεργειακές πολιτικές απασχόλησης και €240 εκατ. σε επιδότηση συμμετοχής ασφαλισμένων για συνταγογραφούμενα φάρμακα). Είχε επίσης ψηφισθεί (άρθρο 14 Ν.4472/2017) η μείωση των συντελεστών φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 3 π.μ. από 29% σε 26%, με το αποτέλεσμα να εμφανίζεται από το 2020.Το εναλλακτικό σενάριο (πρωτογενές πλεόνασμα €7,3 δισ. ή 3,8% του ΑΕΠ) προβλέπει παρεμβάσεις €1,1 δισ. αντί για €3,2 δισ. στο βασικό σενάριο (με πρόθεση να μην περικοπούν οι συντάξεις κατά €3 δισ. όπως έχει ψηφισθεί), αναμόρφωση (αύξηση) οικογενειακών επιδομάτων €260 εκατ. (όπως στο βασικό), και μια σειρά από άλλες εξισορροπητικές παρεμβάσεις στη βάση των εξαγγελιών του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ (Δ25). Συγκεκριμένα, προβλέπεται η μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 10% μεσοσταθμικά (€263 εκατ. μείωση εσόδων), η μείωση των εισφορών αυτοαπασχολούμενων, επαγγελματιών, αγροτών (€229 εκατ. μείωση εσόδων), η επιδότηση ενοικίου (€150 εκατ. σε αύξηση δαπανών), η επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών των νέων εργαζομένων μέχρι 24 ετών (€103 εκατ. απώλεια εσόδων), η ενίσχυση της ειδικής αγωγής στα σχολεία (€22 εκατ. αύξηση δαπανών) και το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» (με την επίπτωση να έχει ήδη περιληφθεί στο βασικό σενάριο).

Οι συντελεστές

Επίσης, ότι προβλέπεται μείωση των συντελεστών φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 1 π.μ. από το 29% στο 28%, με το αποτέλεσμα να εμφανίζεται από το 2020.Σημειώνεται ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση το 2019, από €876 εκατ. στο Μεσοπρόθεσμο, και €1.223 εκατ. στο βασικό σενάριο, μειώνεται σε μόλις €122 εκατ. στο εναλλακτικό σενάριο (καθώς οι παρεμβάσεις είναι μικρότερες). Αυτό σημαίνει ότι η υπεραπόδοση στο τέλος του 2019 «μεταφέρεται» στο τέλος του 2018, περιλαμβάνοντας στο πακέτο παροχών και την μη περικοπή των συντάξεων κατά το πλήρες ποσό του Μεσοπρόθεσμου, προφανώς με τον προϋπολογισμό να υποκύπτει στο προεκλογικό κλίμα.

Τι φοβούνται οι αγορές

Και μπορεί οι αντιδράσεις στο Eurogroup να ήταν καταρχήν θετικές σχετικά με το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2019, μπορεί ακόμη και η Άνγκελα Μέρκελ να αρχίζει να βλέπει με καλό μάτι το αίτημα της κυβέρνησης να μην περικοπούν τελικά οι συντάξεις, ωστόσο οι αγορές είναι επιφυλακτικές. Διότι, όσο δίκαιο και αν είναι να μην χάσουν πρόσθετο εισόδημα οι συνταξιούχοι, για τους ξένους επενδυτές είναι ζήτημα αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής μετά το μνημόνιο. Από την άλλη, οι αγορές φαίνεται να μην αποκλείουν και το σενάριο της ρήξης της κυβέρνησης με τους δανειστές, από τη στιγμή μάλιστα που παρατείνονται χρονικά οι διαπραγματεύσεις για τις συντάξεις.

Δοκιμασία των σχέσεων

Είναι ενδεικτικές οι αναλύσεις για το θέμα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας σε ξένα ΜΜΕ τις τελευταίες μέρες. Ειδικότερα, ως δοκιμασία των σχέσεων Αθήνας – δανειστών «διαβάζει» το CNBC το προσχέδιο του προϋπολογισμό του 2019 που κατατέθηκε στη Βουλή. Η Ελλάδα ίσως να βρίσκεται στα πρόθυρα μίας νέας σύγκρουσης με τους πιστωτές της και τις αγορές, με αφορμή τα δύο σενάρια για τις συντάξεις που περιλαμβάνει το προσχέδιο. Στην πρώτη εκδοχή οι συντάξεις περικόπτονται όπως άλλωστε έχει συμφωνηθεί με τους πιστωτές. Στη δεύτερη, όμως, δεν υφίστανται περικοπές, κάτι που υποδεικνύει ότι η ελληνική κυβέρνηση προτίθεται να κάνει αλλαγές σε μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με τους πιστωτές της.Η περικοπή των συντάξεων έχει προγραμματιστεί για τον Ιανουάριο του 2019 και αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της. Ενδεχόμενες τροποποιήσεις σε αυτή ή σε άλλες μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να φέρουν σε τροχιά σύγκρουσης την Ελλάδα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο, μάλιστα, επιμένει ότι η περικοπή των συντάξεων είναι μία από τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες συμφώνησε η Αθήνα. Το CNBC υπενθυμίζει, ότι ο προϋπολογισμός του 2019 είναι ο πρώτος, ύστερα από μία σχεδόν δεκαετία, που δεν βρίσκει τη χώρα σε πρόγραμμα στήριξης, με την Αθήνα ωστόσο να έχει δεσμευθεί να τηρήσει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς στόχους τα επόμενα χρόνια για να λάβει ως αντάλλαγμα την ελάφρυνση του χρέους. Η Ελλάδα έχει συμφωνήσει σε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και η Αθήνα υπολογίζει ότι για το 2019 θα εμφανίσει πλεόνασμα 4,14%.

Κίνδυνος σύγκρουσης

Την ίδια στιγμή, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg σε σχετικό δημοσίευμα υποστηρίζει, ότι υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και δανειστών με αφορμή τα σενάρια περί μη περικοπής των συντάξεων. Ειδικότερα τονίζεται ότι μια τέτοια απόφαση ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Ελλάδα κάνει πίσω από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Αναλυτικότερα, o πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θέλει να αναβάλει τις περικοπές των συντάξεων για τον Ιανουάριο, ενώ η κυβέρνηση στο προσχέδιο του προϋπολογισμού θα δείξει στην πράξη κατά πόσο η Ελλάδα έχει ξανακερδίσει τη φορολογική της κυριαρχία μετά την έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης τον Αύγουστο.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο Αλ. Τσίπρας έχει αναφέρει ότι μπορεί να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που καθορίστηκαν από τη ζώνη του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χωρίς τις προβλεπόμενες περικοπές των συντάξεων. Ωστόσο, οι περικοπές στις συντάξεις συμφωνήθηκαν μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, και ορισμένοι πιστωτές τις θεωρούν ζωτική διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση κινδυνεύει να δημιουργήσει την εντύπωση της υπαναχώρησης από τα συμφωνημένα μέτρα.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ανάλυση της Capital Economics. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού της Ελλάδας για το 2019 καταρχήν δείχνει ότι η χώρα παίρνει πολύ πιο σοβαρά τους δημοσιονομικούς στόχους σε σύγκριση με την Ιταλία. Όμως, μετά από μία πιο προσεκτική ματιά τα προτεινόμενα μέτρα υποδηλώνουν δημοσιονομικό εκτροχιασμό, όπως προειδοποιεί, ο οποίος θα μπορούσε να ενταθεί κοντά στις εκλογές του επόμενου έτους, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο νέας εκτόξευσης των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων. Οι πρόσφατες δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν προσδώσει κάποια αξιοπιστία. Η κυβέρνηση έχει ξεπεράσει τους δημοσιονομικούς στόχους σε κάθε μήνα του τρέχοντος έτους. Επιπλέον, οι προβλέψεις για το 2019 βασίζονται σε πιο ρεαλιστικές παραδοχές για την ανάπτυξη από τις αντίστοιχες προβλέψεις της ιταλικής κυβέρνησης στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Η εκτιμώμενη ανάπτυξη της τάξης του 2,1% για φέτος και 2,5% για το 2019 είναι στα ίδια πλαίσια με τις πρόσφατες προβλέψεις της Κομισιόν.

Πλήγμα τον τουρισμό

Ωστόσο η Capital Economics τονίζει ότι είναι επιφυλακτική πως αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης θα μπορέσει να διατηρηθεί. Ο κλάδος – «κλειδί» του τουρισμού αναμένεται να «χτυπηθεί» από την επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης, ενώ η αδυναμία του ελληνικού τραπεζικού κλάδου με τον πολύ υψηλό δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (τον μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη) θα έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία. Έτσι, εκτιμά στο 2% την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομία για φέτος, ενώ για το 2019 εκτιμά ότι θα σημειωθεί επιβράδυνση στο 1,9%. Αυτή η εξέλιξη από μόνη της δεν θα οδηγήσει αναγκαστικά σε μη επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού, αλλά υπάρχει ξεκάθαρα κίνδυνος περαιτέρω δημοσιονομικού εκτροχιασμού, όπως προειδοποιεί. Την ώρα που τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις υποχωρούν, ο Αλέξης Τσίπρας άρπαξε την πρώτη ευκαιρία από τη στιγμή που έληξε το πρόγραμμα διάσωσης, για να πάρει πίσω τις υποσχέσεις του. Οι εκλογές αναμένεται να γίνουν κατά πάσα πιθανότητα μέσα στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, συνεπώς ο κ. Τσίπρας θα δεχθεί ισχυρή πίεση να προχωρήσει σε περαιτέρω παροχές. Το Eurogroup είναι πιθανό να εγκρίνει τον προϋπολογισμό στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου, όπως σημειώνεται. Τώρα που η Ελλάδα βγήκε από τα προγράμματα, δεν μπορεί να απειληθεί με τη μη εκταμίευση δόσεων. Ωστόσο το Eurogroup μπορεί να μην προχωρήσει στα συμφωνημένα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους εάν κρίνει ότι η Ελλάδα δεν τηρεί τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις.

Πιθανό το «πράσινο φως»

Είναι, λοιπόν, πιθανό να δοθεί το «πράσινο φως» στον προϋπολογισμό από του δανειστές, λόγω της ζημιάς που θα έκανε το αντίθετο στις συνθήκες στις αγορές, τη στιγμή που ήδη υπάρχει η αναταραχή λόγω Ιταλίας. Αν και δεν υπάρχει κάποια μετάδοση των ιταλικών τριγμών στους πορτογαλικούς τίτλους, οι ελληνικές αποδόσεις αυξάνονται κάθε φορά που υπάρχουν εντάσεις με την Ιταλία, υπογραμμίζοντας το πόσο ευάλωτοι είναι οι ελληνικοί τίτλοι. Ωστόσο, στο σχετικά πιθανό ενδεχόμενο του δημοσιονομικού εκτροχιασμού το 2019, θα υπάρξει διαμάχη με τους πιστωτές η οποία θα οδηγήσει σε νέα σημαντική αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων. Αυτό θα θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποκτήσει εκ νέου πρόσβαση στις αγορές πριν τελειώσει το cash buffer 2020.