Έναρξη σχολικής περιόδου και οικογενειακή αναταραχή

Οικογένεια και κοινωνία - Η αγωνία, ο θυμός, ή μπορούν να εξουδετερωθούν όταν αναγνωρίζουμε το πρόβλημα -Γράφει o Δημήτρης Μπούκουρας, κλινικός ψυχολόγος - ψυχοθεραπευτής

Την προηγούμενη εβδομάδα ξεκίνησε η νέα σχολική περίοδος με κύριους πρωταγωνιστές τα «πρωτάκια», δηλαδή τα παιδιά που ξεκινούν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Βέβαια επικρατεί ακόμη η καλοκαιρινή ραστώνη, καθώς η ψυχολογία όλων των παιδιών είναι επηρεασμένη από τις διακοπές, ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα μαθήματα ξεκίνησαν.

Σημαντικός παράγοντας στην ψυχολογία των παιδιών σχετικά με την υποχρέωσή τους απέναντι στη μάθηση είναι να νιώθουν άνετα με το σχολικό περιβάλλον και ειδικότερα με την προσπάθεια κοινωνικοποίησής τους σε αυτό. Η κατάταξη ενός παιδιού σε μια ομάδα γίνεται βάσει των ικανοτήτων του, της ευφυΐας του, του δυναμισμού του και των επιρροών από τους γονείς του ανάλογα με την προσωπικότητά τους (αυστηροί, δημοκρατικοί, συναισθηματικοί, ψυχαναγκαστικοί). Έτσι λοιπόν η ομάδα θα διαθέτει έναν αρχηγό, έναν υπαρχηγό, έναν ανεξάρτητο και ατίθασο, τους περιθωριακούς και τους ανένταχτους.

Από την άλλη, οι γονείς επενδύουν στο παιδί τους όνειρα, φιλοδοξίες, ανησυχίες και προοπτικές για το μέλλον. Έτσι, αντιμετωπίζουν την έναρξη της σχολικής περιόδου σαν ένα είδος εξετάσεων που αφορούν και τους ίδιους, με συνέπεια να νιώθουν την αγωνία και τον φόβο της ενδεχόμενης κοινωνικής απόρριψης και με αποτέλεσμα κάθε ενέργεια των παιδιών τους να «ζυγίζεται» από αυτούς με βάση το τι θα πει ο κόσμος. Αυτός ο φόβος δημιουργεί ένταση στο οικογενειακό περιβάλλον, η οποία έχει αντίκτυπο και στους γονείς και στα παιδιά που αντιλαμβάνονται τον φόβο των γονέων απέναντι στους άλλους και μειώνεται η εκτίμησή τους προς αυτούς, αφού διαπιστώνουν ότι τους ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα τους προς τα έξω (ναρκισσισμός) παρά η πραγματική τους αγάπη για τα παιδιά που θα τα εξοπλίσει και θα τα εκπαιδεύσει επαρκώς ώστε να ενσωματωθούν στον κόσμο των ενηλίκων και να ανεξαρτητοποιηθούν ηθικά και οικονομικά.

Παράλληλα, πολλοί γονείς λειτουργούν ώριμα και συγκροτημένα, αγνοώντας το τι θέλει ο κόσμος αλλά αναγνωρίζοντας τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών τους. Έτσι, τα παιδιά αισθάνονται σιγουριά και ασφάλεια μέσα στον χώρο της οικογένειας και αυτό μεταφράζεται σε μια πολύ καλή κοινωνική δραστηριότητα, κάτι που αφορά τη σχέση τους με τον δάσκαλο – καθηγητή. Να σημειώσουμε ότι η επαφή του μαθητή με τον εκπαιδευτικό είναι καθοριστική στη διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας καθώς διευκολύνει τις δυνατότητες μάθησης, συμβάλλει στην ικανότητα του παιδιού να προσαρμόζεται στις δύσκολες καταστάσεις, όπως όταν ένας καθηγητής ή δάσκαλος είναι ανεπαρκής ή με προβληματική συμπεριφορά (βέβαια, στην περίπτωση που τα παιδιά μεγαλώνουν κάτω από αντίξοες συνθήκες δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν έναν εκπαιδευτικό με προβλήματα ή ελλείψεις). Επίσης, η συναισθηματική σχέση εκπαιδευτή – μαθητή είναι χρήσιμη για την ενίσχυση ή μείωση της προσωπικότητας των γονέων, καθώς ο εκπαιδευτικός λειτουργεί ως υποκατάστατο γονεϊκό.

Σε αυτό το περιπετειώδες ταξίδι της εκπαίδευσης ενός παιδιού που κρατάει πολλά χρόνια αξίζει να πούμε ότι τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την ανθεκτικότητα και την αντιμετώπιση των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσει το νεαρό άτομο είναι η αγάπη, η αποδοχή και η αναγνώριση που θα έχει και από τους γονείς και από την εκπαιδευτική κοινότητα. Ποιες ερμηνείες υπάρχουν για να εξηγήσουν την ανάγκη για αγάπη, με όλη της την ένταση, που καταλήγει σε απληστία και ψυχαναγκασμό; Να εξηγήσουμε ότι αν ο γονέας έχει ναρκισσιστική συμπεριφορά δεν μπορεί να αγαπήσει άλλον εκτός από τον ίδιο. Συνεπώς, εάν δεν μπορεί να αγαπήσει τα παιδιά του, δεν θα μπορέσει να τα κάνει να νιώσουν ασφαλή και να έχουν ισχυρή αυτοεκτίμηση ώστε να λάβει την ικανοποίηση του πετυχημένου ως γονέα. Αυτή η σχέση είναι διαδραστική και ο ένας συμπληρώνει τον άλλον.

Περιγράφοντας την ψυχολογία των παιδιών και των γονέων σχετικά με τη σχολική περίοδο διαπιστώνουμε ότι λόγω της λειτουργίας των σχολείων βιώνουμε και μια κοινωνική αναταραχή από την πλευρά όλων των εμπλεκόμενων (εκπαιδευτικών, μαθητών και κατ’ επέκταση γονέων). Επίσης, η αναστάτωση γίνεται εντονότερη με την ανακοίνωση των αρμόδιων αρχών ότι θα λειτουργήσουν λιγότεροι παιδικοί σταθμοί, πράγμα το οποίο έχει δυσμενή αντίκτυπο για τον εργαζόμενο γονέα. Αυτή γενικότερα η αναστάτωση διαχέεται σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού: για τους μεν πολιτικούς έχει κόστος πολιτικό, για τους δε πολίτες συναισθηματικό. Πρόκειται για μια κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης για τον καθένα από εμάς, που μαζί με τις άλλες οικονομικού τύπου δυσκολίες – εμπόδια δημιουργούν την εντύπωση στο άτομο ότι βάλλεται πανταχόθεν (stress).

Συμπερασματικά, τα κενά, οι αναταράξεις, οι δυσκολίες, η κρατική δυσκαμψία και οι ενδογενείς (καχυποψίες και φόβοι φαντασιακοί) και εξωγενείς αντιξοότητες (αρρώστιες και ατυχήματα) είναι αφορμή για να δημιουργήσουν ψυχολογικές διαταραχές και κυρίως συναισθηματικές, που πολλές φορές οδηγούν στην κατάθλιψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις η καλύτερη άμυνα είναι να προσπαθήσουμε να μη συγκαλύψουμε τις συγκρούσεις που δημιουργούνται και διαιωνίζονται, γιατί το αποτέλεσμα θα είναι εις βάρος της εξέλιξης των παιδιών. Σε αυτό το σημείο θα τονίσω ότι οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές και οι ασάφειες, οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις μπορεί να υπάρχουν και να συνεχίζονται αλλά εμείς μπορούμε να παρέμβουμε ανάλογα με την ωριμότητα, την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα κρίσης που διαθέτουμε προκειμένου να πετύχουμε βελτίωση των συνθηκών (μέσω του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων των σχολείων που πρέπει όλοι να συμμετέχουν) που θα βοηθήσουν ώστε κάποιες βασικές αξίες και στόχοι να καταλήξουν να είναι εποικοδομητικοί.

Όμως, οι συγκρουσιακές σχέσεις ατόμων και φορέων όπου επικρατούν οι αντιθέσεις (κακή κατάσταση κτιριακών υποδομών, ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, κ.λ.π.), πολλές φορές διαιωνίζονται και καταλήγουν να κυριαρχούν, απελευθερώνοντας αγωνία, θυμό, επιθετικότητα, ματαιοδοξία και φόβο από την διαπίστωση ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ των ονείρων (των γονέων) και της πραγματικότητας (του κράτους). Το άτομο καταλήγει σε συμβιβασμούς οι οποίοι ενισχύουν τα συναισθήματα μειονεξίας και προκαλούν μείωση της αυτοπεποίθησης, αλλά παρ’ όλα αυτά η γνώση του προβλήματος μαζί με την αναζήτηση και ανάδειξη ανθρώπινων αξιών φανερώνει τη δύναμή του να μάχεται, να αλλάζει, να μην υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες της γραφειοκρατικής πραγματικότητας και να μη συμβιβάζεται ώστε να μπορεί ο γονέας να ενισχυθεί απέναντι στην εκπαιδευτική δυσκαμψία. Άρα η αγωνία, ο θυμός, η επιθετικότητα και οι τάσεις συμβιβασμού μπορούν να εξουδετερωθούν όταν αναγνωρίζουμε το πρόβλημα.