Σιωπή!

«Δεν πιστεύω ότι μπορεί ο Π. Καμμένος και οι όμοιοί του να κάνουν τίποτα…. Όμως, μπορούν και είναι καιρός επιτέλους να σωπάσουν»

Γράφει η Υβόννη Κλάπα, δημοσιογράφος στον Αθήνα 98.4

Τον Αύγουστο του 2007 φοβήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου τη φωτιά. Όχι γιατί έχασα κάποιον δικό μου. Όχι γιατί κάηκε το σπίτι μου. Επειδή την είδα να κατακαίει τους πρόποδες του Υμηττού. Επειδή θα μπορούσε να απειλήσει το σπίτι που μεγάλωσα στην περιοχή του Παπάγου. Απλώς θα μπορούσε. Τόσο τυχερή στάθηκα ανάμεσα στα χρόνια.

Κακή ή σωτήρια η μνήμη, δεν με αφήνει να ακουμπήσω με ακρίβεια την ανάμνηση. Θυμάμαι διάσπαρτες εικόνες, ήχους και συναισθήματα. Τους γείτονες στην αυλή με τα λάστιχα στα χέρια. Ανθρώπους να ανεβοκατεβάζουν κουβάδες με νερό για τους κατοίκους του Άνω Παπάγου που έφτασαν κοντά στην καταστροφή. Τον ήχο των Canadair που έκαναν ρίψεις νερού.

Η θέα του βουνού που άρπαξε σαν κεράκι από τη σπίθα αναπτήρα και το πράσινο που εξαφανίστηκε από το κόκκινο της φωτιάς, το μαύρο του καπνού. Αέρας βαρύς και δύσκολος να τον ανασάνεις και την ώρα που έτρεξα στο δασάκι προς το σπίτι της παιδικής μου φίλης, που δεν μιλάμε πια, είδα τη μητέρα της με το λάστιχο να βρέχει τα πράσινα και να κλαίει. Η φωτιά δεν χτύπησε ποτέ την πόρτα μας. Ράντισε μόνο τον αέρα μας με στάχτη και την ψυχή μας με φόβο. Μετά άρχισαν να έρχονται τα νέα από την Ηλεία.

Δεν φοβόμουν μέχρι τότε τη φωτιά. Μέχρι εκείνη την ώρα που έκαψε σπίτι, κοντά στο δικό μου. Το βράδυ που έβλεπα τις ειδήσεις ένιωσα πως εγώ, οι αγαπημένοι μου, οι γείτονες, ο παιδικός μου τόπος παίξαμε το πιο τρομακτικό κρυφτό με το τέρας και αυτό δεν μας βρήκε.

Στις 26 Ιουλίου του 2018 ο Πάνος Καμμένος βρέθηκε ανάμεσα σε πυρόπληκτους της ανατολικής Αττικής που τον ρώτησαν γιατί το κράτος δεν βρέθηκε στο πλευρό τους.

Ο διάλογος με τους ανθρώπους αυτούς, με τα πρόσωπα αυτά τα αλλοιωμένα από τον πόνο, την απελπισία, σαν σενάριο βγαλμένο από τα πιο σκοτεινά μέρη του μυαλού μας να εκτυλίσσεται στις οθόνες μας περίπου έτσι:

Πάνος Καμμένος: Οι βάρκες ήταν εδώ και τα βατράχια.

Κάτοικος: Δεν ήταν εδώ. Δεν πιστεύετε τον δήμαρχο;

Π.Κ.: Όχι δεν σας πιστεύω γιατί το ξέρω.

Στο πλάνο δύο νεαρά κορίτσια με τις φωνές που πάλευαν με τους λυγμούς τους: Αφού ήμασταν στην παραλία από τις 6. Αφού κολυμπάγαμε, τι δεν πιστεύετε; Θέλετε να δείτε το σπίτι μας; Έχουν καεί τα πάντα.

Π.Κ.: Το ξέρω αγάπη μου.

«Το ξέρω αγάπη μου»… Πως δύο λέξεις τόσο παρήγορες μπορούν να ακούγονται τόσο χυδαίες.

Η συνέχεια:

Πάνος Καμμένος: Εγώ θέλω να δω τι θα κάνετε όταν έρθουμε εδώ και ζητήσουμε ένα μέτρο από τον καθένα σας να ανοίξουμε δρόμο. Θα δώσετε;

Κάτοικος: Θα δώσουμε.

(…)

Πάνος Καμμένος: Αυτό που λέτε για τις ένοπλες δυνάμεις είναι άδικο. Ήταν εδώ…

Κάτοικος: Δεν ήταν εδώ.

Π.Κ.: Μόνο εσείς και ο Πορτοσάλτε τα λέτε αυτά.

Τα νεαρά κορίτσια συνέχιζαν να κλαίνε για την αλήθεια τους: Είναι νεκροί φίλοι μας. Ήταν 20 χρονών. Και ψάχνουν τα πτώματα.

Δεν καταλάβαινα πώς, τις στιγμές αυτές που έβλεπα τον υπουργό Άμυνας στην τηλεόραση, χτιζόταν επάνω στις στάχτες και τα δάκρυα των συμπολιτών μου το αφήγημα για τα αυθαίρετα. Το «τέρας» της φρικτής μας ιστορίας.

Καταλάβαινα όμως ότι ο Πάνος Καμμένος στεκόταν μπροστά στους ανθρώπους ως δικαστής που τους ανακοίνωνε την ποινή τους: Ένα μέτρο από το «αυθαίρετο».

Η κατηγορία; Ο υπουργός δεν πήρε θρήνο μετά συγχαρητηρίων. Άκουσε τις φωνές των συμπολιτών του σαν «φασαρία». Από τα χείλη των ανθρώπων αναγνώρισε τη χροιά κάποιου δημοσιογράφου που δεν συμπαθεί. Ενοχλήθηκε γιατί του ζητούσαν να αναγνωρίσει την ευθύνη του κράτους.

Αλλά ο Πάνος Καμμένος δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει να αναλαμβάνει την ευθύνη. Την αντιλαμβάνεται ως τιμωρία. Την λογίζει ως κολασμό και ταπείνωση. Δεν είναι ικανός να καταλάβει ότι η ευθύνη αυτή είναι ένα βάρος ανελέητο, που πρέπει να σηκώνει κανείς με αξιοπρέπεια, να το φέρει στις πλάτες του με τιμή.

Και όταν δεν τα καταφέρνει να αντεπεξέλθει πρέπει να χαμηλώνει τα μάτια. Όταν πατάει στη στάχτη και τα δάκρυα των συμπολιτών του, όταν αντικρίζει τα απελπισμένα πρόσωπα όσων κατάφεραν να ξεγελάσουν τον πιο φρικτό θάνατο πρέπει να καταλαβαίνει, να συμπονά, να υπομένει. Δεν πιστεύω ότι μπορεί ο άνθρωπος αυτός και οι όμοιοί του να κάνουν τίποτα από αυτά. Είναι πλάσματα διαφορετικά. Δεν ντρέπονται. Όμως μπορούν και είναι καιρός επιτέλους να σωπάσουν.