Ορέστης Ομράν: «Προς όφελος καταναλωτή- Δημοσίου οι ιδιωτικοποιήσεις»

Ο καταξιωμένος δικηγόρος και ανώτερος σύμβουλος στη διεθνή δικηγορική εταιρεία DLA Piper, μιλάει στην «axianews» για την αγορά ενέργειας και για το πώς διαμορφώνεται το ενεργειακό τοπίο στη χώρα μας.

Ο Ορέστης Ομράν είναι δικηγόρος, ανώτερος σύμβουλος στη διεθνή δικηγορική εταιρεία DLA Piper και υπεύθυνος του ελληνικού τμήματος. Εκπροσωπεί μεγάλες ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, με έμφαση στους τομείς της ενέργειας και των υποδομών. Μας μίλησε για τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας στη χώρα μας

Συνέντευξη στη Σοφία Λιάκου

– Ποιες οι σημαντικότερες αλλαγές στον τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα και πώς προβλέπετε το μέλλον της αγοράς ενέργειας;

– Τα τελευταία χρόνια έχουν ξεκινήσει τεκτονικές αλλαγές στον χώρο της ενέργειας στη χώρας μας, οι οποίες είναι εν πλήρη εξελίξει. Μεταβαίνουμε σταδιακά από ένα κρατικώς ελεγχόμενο μοντέλο παραγωγής, μεταφοράς και παροχής ενέργειας σε μια πολυσυλλεκτική αγορά με έντονη τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα αλλά και τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα. Η χώρα την ίδια στιγμή γίνεται για γεωπολιτικούς λόγους σημαντικό κέντρο για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη σημαντικών υποδομών, όπως οι αγωγοί TAP, East Med, IGB και IGI, ενώ συστηματοποιείται η προσπάθεια αναζήτησης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην ελληνική ΑΟΖ. Είναι λοιπόν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίοδος για τον τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα και σίγουρα έχουμε πολλά ακόμα να δούμε.

– Ποιος ο ρόλος των αποκρατικοποιήσεων στη διαμόρφωση του ενεργειακού τοπίου της χώρας;

– Οι αποκρατικοποιήσεις εν γένει όταν πραγματοποιούνται οργανωμένα, συνετά και με γνώμονα το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον μόνο θετική επίδραση μπορούν να έχουν. Ειδικότερα στον τομέα της ενέργειας, οι τελευταίες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα ευοίωνες. Βλέπουμε τις διαγωνιστικές διαδικασίες για το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών των ΕΛ.ΠΕ. και το 40% της λιγνιτικής παραγωγής της ΔΕΗ να προχωρούν με ταχείς ρυθμούς με τη συμμετοχή ελληνικών και ξένων επενδυτικών σχημάτων, ενώ έχει ολοκληρωθεί η αντίστοιχη διαδικασία για τον ΔΕΣΦΑ. Και στη ΔΕΠΑ, η πρόσφατη ολοκλήρωση της εμπορικής συμφωνίας με τη Shell για την εξαγορά των μεριδίων της πολυεθνικής στις Εταιρείες Παροχής και Διανομής Αερίου Αττικής οδηγεί στην απεμπλοκή της διαδικασίας της αποκρατικοποίησης. Συνολικά, ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός στις σχετικές αγορές που θα δημιουργήσει η είσοδος νέων παικτών μέσω των ιδιωτικοποιήσεων αναμένεται όχι μόνο να αποβεί σε όφελος του καταναλωτή αλλά και να ωθήσει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του δημόσιου τομέα συνολικά.

– Πώς αναμένεται να επηρεάσουν την αγορά ενέργειας οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τις ΑΠΕ;

– Οι ΑΠΕ αποτελούν μόνιμο θέμα συζήτησης τα τελευταία χρόνια. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε συνδυασμό με τον εξορθολογισμό του ρυθμιστικού πλαισίου και τις κρατικές επιδοτήσεις οδήγησαν σε ταχεία ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων ανά την επικράτεια. Η διαδικασία αυτή έγινε ωστόσο χωρίς ιδιαίτερο συντονισμό και επικεντρώθηκε στην προσπάθεια αποκόμισης βραχυπρόθεσμου κέρδους από επενδυτές μικρής κλίμακας. Η είσοδος ωστόσο στην αγορά των ΑΠΕ των μεγάλων ελληνικών ενεργειακών και κατασκευαστικών εταιρειών καθώς και η προσέλκυση ξένης ιδιωτικής χρηματοδότησης έχει πλέον αλλάξει το τοπίο, με αποτέλεσμα να μιλάμε πλέον για μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά. Η ΔΕΗ πρωτοστατεί με τα υδροηλεκτρικά της εργοστάσια ενώ έχει ήδη εκδηλώσει την επιθυμία της να επενδύσει πλέον των 2 δισ. σε ΑΠΕ τα επόμενα δέκα χρόνια. Το ίδιο και ο όμιλος των ΕΛ.ΠΕ., ο οποίος αναμένεται την επόμενη τετραετία μέσω επενδύσεων που αγγίζουν το 1 δισ. ευρώ να επιδιώξει τη μετάβαση σε οικονομίες χαμηλού άνθρακα και να επιδιώξει τον ενεργειακό μετασχηματισμό του ομίλου. Αντίστοιχες επενδύσεις θα πραγματοποιήσουν και οι μεγάλοι κατασκευαστές, αυξάνοντας την παραγωγική τους δυνατότητα, σε έναν τομέα δραστηριότητας που έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα κερδοφόρος γι’ αυτούς. Αξίζει τέλος να σημειωθεί πως η προσαρμογή του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρόσφατα μάλιστα επετεύχθη μια ιδιαίτερα σημαντική συμφωνία σχετικά με την αναθεώρηση της οδηγίας για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, η οποία θα συμβάλει στη διατήρηση υψηλών ποσοστών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές καθώς και εν γένει στην επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας για την Κλιματική Αλλαγή (Paris Agreement).

– Ποιοι αποτελούν τους πιο διαδεδομένους τρόπους χρηματοδότησης ενεργειακών έργων;

– Μόλις στα τέλη Ιανουαρίου του 2018 η Ε.Ε. ενέκρινε χρηματοδότηση ύψους 873 εκατ. ευρώ για επενδύσεις σε σημαντικά ευρωπαϊκά έργα ενεργειακών υποδομών. Εξ άλλου, παραδοσιακοί χρηματοδότες εξακολουθούν να παραμένουν οι ευρωπαϊκές θεσμικές επενδυτικές τράπεζες, κυρίως η EIB και η EBRD. Ρόλο όμως διατηρούν τόσο οι ξένες όσο και οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες συγχρηματοδοτούν εξαγορές και νέα έργα ανάπτυξης. Σταδιακά βλέπουμε και ξένα funds –κυρίως private equity– να βολιδοσκοπούν ευκαιρίες στην ελληνική αγορά ενέργειας, με ορισμένες συναλλαγές να έχουν ήδη λάβει χώρα, συμπεριλαμβανομένων έργων αναχρηματοδότησης και αναδιαρθρώσεων μέσω εξαγοράς τραπεζικού δανεισμού. Παρατηρείται επίσης και η προώθηση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης, όπως η έκδοση των καλούμενων «πράσινων ομολόγων». Αυτά εκδίδονται για τη χρηματοδότηση φιλικών προς το περιβάλλον έργων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται έργα ΑΠΕ. Τα ομόλογα δύνανται να πωληθούν και σε θεσμικούς επενδυτές, κάτι που τα καθιστά ακόμα πιο ελκυστικά. Το πρώτο χρηματιστηρίο «πράσινων ομολόγων» είναι το Green Exchange του Λουξεμβούργου, το οποίο σε μικρό χρονικό διάστημα έχει συμπεριλάβει σημαντικές εκδόσεις. Η μέθοδος αυτή χρηματοδότησης αναμένεται να αξιοποιηθεί εκτενέστερα και στην ελληνική αγορά το επόμενο διάστημα.

– Ποιες αλλαγές θεωρείτε ότι απαιτούνται ακόμα;

– Σίγουρα υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα. Θα έλεγα κατ’ αρχάς πως απαιτείται η εξάλειψη ενός ιδιότυπου διοικητικού κατεστημένου ορισμένων οργανισμών που οδηγεί σε καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και στην υιοθέτηση φορμαλιστικών προσεγγίσεων σε ορισμένα ζητήματα. Αυτό ήδη αντιμετωπίζεται εσωτερικά σε ανώτερο διοικητικό αλλά και κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Επίσης απαιτείται περαιτέρω προσαρμογή του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου, ώστε να επιτρέπεται ταχύτερη αντιμετώπιση ρυθμιστικών ζητημάτων και να διευκολύνονται στρατηγικές συμπράξεις, ιδίως με ξένους επενδυτικούς παράγοντες. Τέλος, αποτελεί στοίχημα ο επαναπατρισμός μεσαίων και υψηλόβαθμων στελεχών μεγάλων ενεργειακών οργανισμών του εξωτερικού και η αξιοποίησή τους από τους εγχώριους παράγοντες της αγοράς, η οποία εξ άλλου αναμένεται να διεθνοποιηθεί ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια.