Η ανορθόδοξη σχέση της Τουρκίας με τη Δύση και το ΝΑΤΟ

Η γεωστρατηγική θέση της γείτονος, η πολιτική Ερντογάν και οι πολλαπλές προκλήσεις για τον "Σουλτάνο" από το 2002 μέχρι και σήμερα

Το πραξικόπημα του 2016 στην Τουρκία λειτούργησε καταλυτικά στη θέαση του Ερντογάν αναφορικά με τον τρόπο που χειρίζεται τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής

Γράφει η Βασιλική Σουλαδάκη, διεθνολόγος

Οι σχέσεις Τουρκίας – Δύσης παρουσιάζουν σταθερή επιδείνωση τα τελευταία χρόνια. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. έχουν επί της ουσίας «παγώσει», ενώ και η σχέση με το ΝΑΤΟ έχει γίνει αρκετά περίπλοκη. Η Αραβική Άνοιξη και ό,τι επακολούθησε, ο πόλεμος στη Συρία, η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος και φυσικά οι σχέσεις με τη Ρωσία έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτό. Μετά την άνοδο στην εξουσία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚP) το 2002, η Τουρκία πίστεψε ότι θα μπορούσε να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή και να λειτουργήσει ως «παράδειγμα -μοντέλο» για την ευρύτερη περιοχή. Η αποτυχία της Αραβικής Άνοιξης ακύρωσε στην πράξη αυτές τις φιλοδοξίες . Η Αραβική Άνοιξη, όπως την είχαν φανταστεί τουλάχιστον κάποιοι, απέτυχε στους στόχους της εκτός ίσως από την Τυνησία που ούτως η άλλως η Τουρκία δεν έχει ουσιαστικούς δεσμούς.

Η ήττα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ήταν επίσης αποτυχία του ιδεολογικού οράματος του ΑΚP. Ο πόλεμος στη Συρία είχε σοβαρές συνέπειες για τις φιλοδοξίες της Τουρκίας σχετικά τόσο για τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή όσο και για την ασφάλεια αλλά και για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα επέμεινε ότι το καθεστώς στη Συρία έπρεπε να αλλάξει. Ωστόσο η θέση της Τουρκίας σχετικά με τους Κούρδους στη Συρίας που πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ που τους υποστήριζαν.

Η Τουρκία θεωρεί την ενίσχυση των κουρδικών δυνάμεων ως άμεση απειλή για την εδαφική της ακεραιότητα και θεωρεί ότι το Δημοκρατικό Κόμμα (PYD) και η ένοπλη πτέρυγά του ως παρακλάδι του PKK. Επιπλέον, οι φιλοδοξίες τόσο της Ρωσίας όσο και του Ιράν στη Συρία αναδιάταξαν το σκηνικό σε βάρος των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ. Οι σχέσεις με τη Ρωσία δεν είναι ανέφελες εντούτοις έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Η Ρωσία ξεκίνησε πρόσφατα την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού εργοστασίου της Τουρκίας αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, οι συναντήσεις του Πούτιν με τον Ερντογάν ήταν πολύ συχνές ενώ έχουν και τακτική τηλεφωνική επικοινωνία. «Αγκάθι» για τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ είναι η πιθανή απόκτηση του πυραυλικού συστήματος αεροπορικής άμυνας S-400 που προτίθεται να αγοράσει η Τουρκία από τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ ασκούν πίεση στην Τουρκία να ακυρώσει τα σχέδιά της για τη συγκεκριμένη αγορά. Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τη σχέση του με τη Ρωσία ως μοχλό πίεσης για την ατζέντα του στη Συρία. Ωστόσο γνωρίζει ότι αυτή η συνεργασία δεν έχει στρατηγικό βάθος και ότι μακροπρόθεσμα δεν έχει κανένα όφελος να απομακρυνθεί από το ΝΑΤΟ.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, για παράδειγμα, το ΥΠ.ΕΞ. συνεχίζει να τονίζει στις δημόσιες ανακοινώσεις τη θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και γιατί η Τουρκία εξακολουθεί να υποστηρίζει τις αεροπορικές επιθέσεις των συμμάχων του στο ΝΑΤΟ στη Συρία. Η Τουρκία βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ασταθή περιοχή που αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις. Οι ρευστές και κατά περίπτωση συμμαχίες αλλάζουν πρόσκαιρα τους κανόνες του παιχνιδιού. Αλλά οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές για να έχουν αποτέλεσμα θα πρέπει να βασίζονται στην εμπιστοσύνη και όχι στην ικανοποίηση μόνο βραχυπρόθεσμων στόχων.