Νέο «χτύπημα» από το ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του Χρέους

Στη γραμμή Λαγκάρντ ο εκπρόσωπος του Ταμείου Τζέρι Ρέις ο οποίος αμφισβήτησε την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup

Στην ίδια γραμμή με την επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, κινήθηκε, σε δηλώσεις του, ο εκπρόσωπος του Ταμείου, Τζέρι Ρέις, όσον αφορά την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup σχετικά με το ελληνικό χρέος. Ο κ. Ράις σημείωσε πως τα μέτρα που ενέκριναν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης βελτιώνουν τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες προοπτικές επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές, ενώ παράλληλα οδηγούν σε αποκλιμάκωση τους κινδύνους που μπορεί να εμφανιστούν όσον αφορά την αναχρηματοδότηση του χρέους μέσω καινούργιου δανεισμού. Ωστόσο, επανέλαβε τις επιφυλάξεις που είχε εκφράσει η κ. Λαγκάρντ, για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, υπενθυμίζοντας πως οι εταίροι δεσμεύτηκαν σε αναθεώρηση της βιωσιμότητα του χρέους το 2033 και λήψη νέων μέτρων εάν κριθεί αναγκαίο. Οσον αφορά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, ο εκπρόσωπος του Ταμείου δεν αποκάλυψε ακριβή ημερομηνία δημοσιοποίησής της, εκτιμώντας, ωστόσο, ότι πιθανότατα η διαδικασία θα ολοκληρωθεί στα τέλη Ιουλίου ή στις αρχές Αυγούστου, δηλαδή πριν τη διακοπή εργασιών για το καλοκαίρι.
Η παροχολογία

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ξεκινήσει κύκλο παροχολογίας. Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος αποκάλυψε χθες σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας του ζήτησε εντός του Ιουλίου μια μελέτη για τις εναλλακτικές δυνατότητες φοροελαφρύνσεων, από το υπερπλεόνασμα των 700 εκατ. ευρώ του 2019. Μάλιστα, ανέφερε χαρακτηριστικά ως πιθανές τις μειώσεις σε ΕΝΦΙΑ και κοινωνικές εισφορές, ή κάτι άλλο. Η μελέτη θα εντοπίζει «τα υπέρ και τα κατά, πώς μπορεί κάθε ευρώ να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα», όπως είπε ο κ. Τσακαλώτος. Οι αποφάσεις θα αποτυπωθούν στο προσχέδιο του προϋπολογισμού τον Οκτώβριο.

Επίσης, κυβερνητικά στελέχη συνεχίζουν να κρατούν ζεστή την ιδέα ότι δήθεν δεν θα περικοπούν οι συντάξεις από 1/1/2019, παρά τη ρητή αναφορά του μέτρου σε όλα τα πρόσφατα έγγραφα των θεσμών. Χθες, ήταν η σειρά του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου να επανέλθει στο θέμα υποστηρίζοντας, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στο Θέμα 104,6, ότι όχι μόνο δεν υπάρχει λόγος να κοπούν οι συντάξεις, αλλά δεν το προβλέπει καν η συμφωνία.

Παράλληλα, η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιδιωχθεί μια πρώτη αύξηση του κατώτατου μισθού πριν από την 1/1/2019. Προχθές, σε συνέντευξή της στον ραδιοσταθμό KONTRA είπε ότι η επίσημη διαδικασία για την αύξηση θα ξεκινήσει μετά τον Αύγουστο και εξέφρασε την εκτίμηση ότι «σύντομα, δεν μπορώ να σας δώσω σαφές χρονοδιάγραμμα, θα μπορέσουμε να προβούμε στην αύξηση αυτή».

Ο κ. Τσακαλώτος, πάντως, ήταν χθες για άλλη μια φορά ιδιαίτερα προσεκτικός στις δηλώσεις του. Δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε να αναφέρει το ενδεχόμενο μείωσης των κοινωνικών εισφορών, μια παρέμβαση η οποία συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης και την υποστηρίζουν οι εργοδότες. Ετσι, είναι συνεπής στη γραμμή των θεσμών που ζητούν μέτρα ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας. Επίσης, απαντώντας στην ερώτηση πώς θα δει ο πολίτης τη συμφωνία για το χρέος στην τσέπη του, είπε ότι «σιγά σιγά το καταλαβαίνει, δηλαδή βλέπει ότι έχουμε ανάπτυξη, ότι πιο πολύς κόσμος έχει απασχόληση, ότι υπάρχει αύξηση στον εμπορικό τζίρο. Τώρα με αυτή τη συμφωνία –επειδή αλλάζει το κλίμα, βγαίνουμε από το μνημόνιο, θα έχουμε περισσότερες επενδύσεις– ο ρυθμός βελτίωσης στην τσέπη του πολίτη θα αυξηθεί». Για τη συμφωνία είπε ότι «με βάση τη συζήτηση και τους συσχετισμούς είναι πολύ καλή» και ότι εξασφαλίσθηκε ο «καθαρός διάδρομος» για πολλά χρόνια, που πάντα έλεγε ο ίδιος ότι είναι το ζητούμενο για τους επενδυτές. Αναγνώρισε, πάντως, ότι τα πλεονάσματα που ζητούνται, όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά γενικώς εντός του συμφώνου σταθερότητας, είναι μεγαλύτερα απ’ ό,τι θα ήθελε ένας αριστερός οικονομολόγος και υπουργός Οικονομικών.

Η οικονομία μετά το Μνημόνιο

Ερωτήματα για τη δυνατότητα της Ελλάδας να επιταχύνει την αναπτυξιακή της δυναμική, ώστε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της κρίσης, διατυπώθηκαν χθες σε συζήτηση στρογγύλης τραπέζης που οργάνωσε η αυστραλιανή πρεσβεία, για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά την έξοδο από το μνημόνιο.

Οι περισσότεροι ομιλητές –ακαδημαϊκοί και τραπεζικοί αναλυτές– εμφανίσθηκαν μάλλον ανήσυχοι, αν όχι απαισιόδοξοι, καθώς διαπίστωσαν ότι τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να αντιμετωπίσθηκε μεν το δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά δεν έγιναν οι διαρθρωτικές αλλαγές που ήταν ίσως πιο απαραίτητες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ελληνικό ΑΕΠ εξακολουθεί να στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση και όχι όσο θα έπρεπε στις επενδύσεις και στις εξαγωγές. Οι επενδύσεις (12%-13% του ΑΕΠ) μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης από περίπου 60 δισ. ευρώ σε περίπου 20-25 δισ. ευρώ. Οι εξαγωγές, σημείωσαν οι ομιλητές, αυξήθηκαν μεν (από 19% σε 34% του ΑΕΠ), αλλά όχι τόσο όσο σε άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία, μετά το αντίστοιχο πρόγραμμα και επιπλέον είναι φθηνές.

Τους ομιλητές προβλημάτισε, επίσης, το κατά πόσον θα υπάρξει αποφασιστικότητα από το πολιτικό σύστημα να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις. «Δεν είμαι σίγουρη ότι μάθαμε το μάθημά μας», σχολίασε μία εξ αυτών, ενώ ένας άλλος σημείωσε ότι αποφύγαμε μεν το Grexit, αλλά τα περισσότερα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν και αυτό σημαίνει ότι «χάθηκαν 10 χρόνια».

Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε η παιδεία και ο δημόσιος τομέας, που εξακολουθούν να υποφέρουν, αν δεν έγιναν βήματα πίσω.

Εγινε βεβαίως αναφορά και σε θετικά στοιχεία. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι όλοι συμφωνούν πλέον στην ανάγκη μείωσης των φόρων, ότι το Grexit δεν βρίσκεται στο τραπέζι, ότι η αβεβαιότητα απομακρύνθηκε μετά τη συμφωνία του Eurogroup. Ενας ομιλητής σημείωσε ότι παρά τις καθυστερήσεις έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις, ότι η χώρα είναι φθηνή και υπάρχει υπερπροσφορά σχετικά καλού εργατικού δυναμικού, και επιπλέον είναι μια χώρα με «σκληρό νόμισμα». Ολα αυτά ενδιαφέρουν τους επενδυτές.

Οι ομιλητές προέβλεψαν ρυθμό ανάπτυξης περίπου 2% για το 2018 και το 2019 και στη συνέχεια κοντά στο 1%, κάτι που είναι απογοητευτικό, αλλά και συμβατό με την ανάλυση βιωσιμότητας χρέους της Κομισιόν. Ενας εξ αυτών πρότεινε ως μια διέξοδο να χρησιμοποιείται το 1,5% του ΑΕΠ από το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ για επενδύσεις, αντί για την εξόφληση του χρέους. Αλλά αυτό πρέπει να το δεχθούν οι δανειστές. Τη συζήτηση συντόνισε η πρεσβευτής της Αυστραλίας Κέιτ Λόγκαν.