Κοινωνικές διαφορές και εξέλιξη του πολιτισμού

Μερικές σκέψεις για τη μέριμνα ατόμων με ειδικές ανάγκες και την αξιοποίηση χαρισματικών ανθρώπων

Γράφει ο Δημήτρης Μπούκουρας, κλινικός ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής

Αναζητώντας το θέμα της επικαιρότητας αυτής της εβδομάδας για να το σχολιάσω με προσέγγιση ψυχολογική – ψυχοθεραπευτική, δηλαδή να συμβάλω στην κατανόηση των γεγονότων με βάση την ανθρώπινη συμπεριφορά που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και τις λύσεις που μπορούν να υπάρξουν από τον άνθρωπο σε αυτές τις καταστάσεις, σκέφτηκα να αποφύγω τα πολιτικά γεγονότα (π.χ. Σκοπιανό, Μπαρμπαρούσης, Σώρρας, Κουφοντίνας) γιατί η ψυχολογική διερεύνηση θα δοκιμαστεί από τις πολιτικές παραμέτρους που μπορούν να επηρεάσουν την επιστημονική ουδετερότητα. Επέλεξα, λοιπόν, το πανελλήνιο συνέδριο που έγινε στο ξενοδοχείο Caravel το προηγούμενο σαββατοκύριακο με θέμα την εκπαίδευση των χαρισματικών ατόμων στην Ελλάδα, τα οποία για να μπορέσουν να εκμεταλλευθούν τις υψηλού επιπέδου έμφυτες ικανότητές τους χρειάζονται ειδική αγωγή που είναι προσαρμοσμένη στις δυνατότητές τους έτσι ώστε να αποδώσουν και να μην ανασταλεί η εξέλιξή τους και να πετύχουμε τη δημιουργία επιστημόνων ικανών και αποτελεσματικών στη διαμόρφωση της ανάπτυξης και εξέλιξης του πολιτισμού.

Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, η πρόοδος του πολιτισμού επιτυγχάνεται από τις προσπάθειες ενός πολύ μικρού μέρους του πληθυσμού που δίνει ώθηση προς τα πάνω στη χώρα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ωφελείται και εκείνο από τους λίγους (πνευματική ελίτ).

Έτσι, λοιπόν, δεν απέφυγα τη συσχέτιση με έναν άλλο πόλο της ανθρώπινης πραγματικότητας και της εκπαίδευσης που είναι τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι παρεχόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες που είναι σε αρμονία με τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των ατόμων αυτών (να μην ξεχνάμε ότι στην αρχαία Σπάρτη τα άτομα αυτά, μαζί με τους γέρους και ανήμπορους, πετάγονταν στον Καιάδα). Έτσι λοιπόν και τα χαρισματικά άτομα αλλά και τα άτομα με ειδικές ανάγκες έχουν το ίδιο πρόβλημα εκπαιδευτικής αντιμετώπισης: τα μεν για να μην εμποδιστούν οι δυνατότητές τους τα δε για να διευκολυνθούν. Η προσέγγισή μου σε αυτή την ενημέρωση έχει να κάνει με το συμπέρασμα ότι ένα παιδί που έχει περιορισμένες ικανότητες χρειάζεται να κατανοηθεί από ειδικούς, να αξιολογηθούν οι ικανότητές του και να καλλιεργηθούν με στόχο το καλύτερο αποτέλεσμα για αυτό. Το ίδιο ακριβώς θα προσπαθήσουμε να κάνουμε και με τα χαρισματικά άτομα. Μέσα από αυτή την αναγνώριση που φέρνει η συσχέτιση δύο ανόμοιων καταστάσεων συμπεραίνεται ότι ο πολιτισμός που έχει κύριο χαρακτηριστικό την ανθρωποκεντρική μέριμνα και την ανθρωπιστική ιδεολογία αναδεικνύει τις ανθρώπινες αξίες και δημιουργεί κοινωνικά στερεότυπα, συναισθηματικά (αλληλεγγύης, αλτρουισμού και ανιδιοτέλειας) και σχηματισμού ανεξάρτητων και αυτόνομων προσωπικοτήτων (συγκροτημένη, δημιουργική και προοδευτική προσωπικότητα).

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου συμβαίνουν πολλά δυσάρεστα γεγονότα: Έγιναν και γίνονται πόλεμοι σε διάφορα μέρη της Γης (π.χ. Βιετνάμ, Κορέα, Συρία, Αφρική, δύο Παγκόσμιοι) με καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές, υλικά αγαθά και κατάρρευση των κοινωνικών δομών, συνειδητοποιώντας ότι η ανθρώπινη ζωή και οι αξίες απαξιώνονται και εκμηδενίζονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο άνθρωπος να βιώνει ανασφάλεια, αγωνία και αβεβαιότητα για το μέλλον, ενώ οι προοπτικές επαγγελματικής δραστηριότητας και επιβίωσης είναι ελάχιστες. Η ψυχολογία του ατόμου που διαμορφώνεται μέσα από αυτή την πραγματικότητα είναι ασταθής, άβουλη, παραπαίουσα, καταθλιπτική και βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Με αυτές τις σκέψεις όταν συναντάς μια κοινωνική δραστηριότητα που ασχολείται με τον τρόπο βελτίωσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες, και ακόμη με τα χαρισματικά άτομα ώστε να αποδώσουν και να αξιοποιηθούν καλύτερα, εντοπίζεις τις μορφές ισότητας που οδηγούν στη διαπίστωση ότι υπάρχει δημοκρατία στην κοινωνία, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι ίδιες για όλους. Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη οι δυσκολίες που εμφανίζονται μπορούν να αντιμετωπιστούν, επιμέρους και συνολικά, από θεσμικούς φορείς. Ωστόσο, για να επιτύχουμε χρειάζεται ανθρώπινη και θεσμική προσπάθεια.

Μέσα από την πολύχρονη εμπειρία μου με τα προβλήματα των ανθρώπων και τα κοινωνικά αδιέξοδα διαπιστώνω ότι η «εκμετάλλευση» ή η αξιοποίηση των ικανοτήτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες, όταν αυτό επιτευχθεί, θα δημιουργήσουν χρήσιμους και ενεργούς πολίτες στην κοινωνία που θα παράγουν νέα κοινωνικά πρότυπα. Συνεπώς, θα εμφανιστούν καινούργιες συμπεριφορές και εικόνες της ανθρώπινης δραστηριότητας στην κοινωνία, ενώ στην αναπαραγωγή θα γινόταν επανάληψη καταστάσεων που καταλήγει στη στασιμότητα. Με άλλα λόγια, τα άτομα με ειδικές ανάγκες μπορούν να προσφέρουν κοινωνικό έργο και από την άλλη μεριά τα χαρισματικά άτομα που διαθέτουν υψηλή αντιληπτική ικανότητα, ισχυρή μνήμη και αφαιρετική ικανότητα,αξιολογούν τις πληροφορίες με αποτέλεσμα να γεννιούνται καινούργιες σκέψεις/ιδέες με ταχύτητα επεξεργασίας αξιοζήλευτη. Η θέση μου είναι ότι τίποτα δεν πάει χαμένο…

Θέλω να τονίσω ότι η κοινωνία, οι θεσμικοί φορείς και το κράτος γενικότερα δεν δραστηριοποιούνται επαρκώς για τη στήριξη αυτών των ομάδων. Δεν μπορεί κανείς να τους ενεργοποιήσει (έτσι νιώθει το άτομο μεμονωμένα) και καταλήγει σε μια συλλογική διαπίστωση της ανημπόριας, της παθητικότητας, της ανικανότητας και της αδράνειας που δοκιμάζουν το άτομο ως προς τη δυνατότητα παρέμβασής του στις καταστάσεις. Παρόλο που σε μια δημοκρατία υπάρχει ο θεσμός των εκλογών όπου κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να ψηφίσει αυτό που πιστεύει καλύτερο για την κοινωνία, ωστόσο, και επειδή η ψήφος του είναι μεμονωμένη, δεν πιστεύει ότι μπορεί να αντιδράσει αλλά συμμετέχει με την ελπίδα ότι θα επιφέρει μια αλλαγή. Παράλληλα, αυτός ο «ενεργός» πολίτης εκμεταλλεύεται τον ελεύθερο χρόνο του συμμετέχοντας σε πολιτικές ομάδες, νεολαίες, οργανώσεις, κ.λ.π.

Προσπάθησα να δώσω μια σαφή και πλουραλιστική εικόνα της ψυχολογίας του ατόμου που συμμετέχει ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα και πρωτοστατεί σε δραστηριότητες συνδικαλιστικές στον επαγγελματικό του χώρο.Ένα τέτοιο άτομο μπορεί να χαρακτηριστεί υγιές, κοινωνικά και ψυχολογικά, ικανοποιημένο από τη ζωή του και τη δουλειά του και, ενδεχομένως, απογοητευμένο από την πολιτική δεινότητα των πολιτικών που προσδιορίζεται από την ψυχολογική εκτίμηση σαν άτομο που δεν νιώθει ότι αυτό αποφασίζει.

Το σημερινό μου θέμα έτσι όπως το ανέπτυξα καταλήγει στη διαπίστωση ότι είμαστε λίγοι («μικροί», «ανήμποροι», «βλάκες») και χειραγωγούμενοι από τα διάφορα κέντρα εξουσίας (οικονομικά και πολιτικά) και ότι οποιαδήποτε δυναμική αντίδραση από μέρους μας προϋποθέτει πριν από όλα αυτογνωσία (προϋπόθεση για να αντιδράσουμε) και θάρρος που ενδεχομένως αυτή η ψυχολογική προσέγγιση να μας αφυπνίσει και να πετύχει την περαιτέρω ανάδειξη του πολιτισμού.