Η μάχη για το χρέος

Αν και η χώρα ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της, οι εταίροι εμφανίζονται απρόθυμοι για μια γενναία ρύθμιση

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μίχαλος, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου

Μπορεί το τελευταίο διάστημα το ονοματολογικό ζήτημα της πΓΔΜ να προκαλεί κραδασμούς στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ωστόσο ακόμη μία κρίσιμη εθνική πρόκληση εξακολουθεί να εντοπίζεται στον τομέα της οικονομίας. Εντός της εβδομάδας συζητήθηκε στο Eurogroup το θέμα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους και οι αποφάσεις του θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα χρόνια.

Η ελληνική πλευρά καλείται να δώσει μια μάχη που, όπως όλα δείχνουν, θα είναι κάθε άλλο παρά εύκολη, καθώς οι εταίροι της εμφανίζονται απρόθυμοι να στηρίξουν μια γενναία ρύθμιση, η οποία θα εξασφαλίσει μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η δέσμευση των πιστωτών, πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η τεράστια προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής των τελευταίων ετών, αφορούσε τη λήψη μέτρων ουσιαστικής ελάφρυνσης του χρέους, ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να επανενταχθεί ομαλά στις αγορές και να επιταχύνει την πορεία ανάπτυξης της οικονομίας της. Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του προγράμματος, κινδυνεύει τώρα να παγιδευτεί σε ημίμετρα που απλώς θα εκπληρώνουν τυπικά την υποχρέωση των εταίρων της παρέχοντας στην ουσία μια ακόμη περίοδο χάριτος.

Για άλλη μια φορά είναι εμφανές ότι οι εθνικές ατζέντες και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις που ασκούνται κυρίως στη Γερμανία εν όψει των εκλογών στη Βαυαρία οδηγούν στην υιοθέτηση συντηρητικών θέσεων και στην προώθηση ενός πακέτου ρυθμίσεων βραχυπρόθεσμου και μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα, που απλώς θα «κλωτσήσει» το μπαλάκι παρακάτω μεταθέτοντας στο μέλλον τις αποφάσεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.

Αυτή τη στιγμή το μείζον ζητούμενο για την Ελλάδα είναι μια ρύθμιση που θα δώσει στις διεθνείς αγορές, στους επενδυτές και στους καταθέτες ένα σαφές, καθαρό μήνυμα για τη σταθερότητα και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Εάν τελικά προκριθεί η προωθούμενη από τη Γερμανία λύση «διά της αναβολής», η εκκρεμότητα και η αμφιβολία θα διατηρηθούν προκαλώντας αρνητικές συνέπειες στην προσπάθεια ανάκτησης της εμπιστοσύνης των αγορών και επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Την ώρα που η χώρα έχει ανάγκη να πραγματοποιήσει ένα άλμα ανάπτυξης, προσελκύοντας κεφάλαια και επενδύσεις, μια πρόσκαιρη και ανεπαρκής λύση στο θέμα του χρέους μπορεί να εγκλωβίσει την οικονομία της σε ένα τέλμα διαρκούς επιτήρησης και καχυποψίας, χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και συνεχιζόμενης λιτότητας.

Για τον λόγο αυτό και η διαπραγμάτευση που θα διεξαχθεί τις επόμενες μέρες είναι εθνική υπόθεση. Μετά από πολλά χρόνια σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής και στερήσεων για την ελληνική κοινωνία, η Ελλάδα αξίζει και οφείλει να διεκδικήσει μια αξιόπιστη ρύθμιση του χρέους της, η οποία θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για δυναμική ανάκαμψη και ανάπτυξη στο μέλλον. Σε αυτή την προσπάθεια θα πρέπει τώρα να συνταχθεί το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων του τόπου προκειμένου να διαμορφωθεί μια ισχυρή εθνική γραμμή διεκδίκησης. Η μάχη για βιώσιμο χρέος απαιτεί συναίνεση και ενότητα.