Οι προκλήσεις της «επόμενης μέρας»

Η πολυπόθητη ανάκαμψη της οικονομίας και η αναγκαία δημοσιονομική σταθερότητα...

Greece and European Union Flag painted on grunge wall

Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η ελληνική οικονομία τώρα που ολοκληρώνεται και το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής; Είναι έτοιμη να αντεπεξέλθει με επιτυχία στη μεγάλη πρόκληση που είναι η επιστροφή, έπειτα από 8 ολόκληρα χρόνια, στις διεθνείς αγορές; Ποια είναι τα δεδομένα εκείνα που εξακολουθούν να προκαλούν προβληματισμό για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της; Αυτά είναι κρίσιμα ερωτήματα και πρέπει να απαντηθούν, καθώς από τα τέλη Αυγούστου η χώρα εισέρχεται σε μία νέα περίοδο.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Διότι καλή είναι η αισιοδοξία για το μέλλον, καλά τα «συγχαρητήρια» από τους δανειστές για την επιτυχή ολοκλήρωση και του τρίτου προγράμματος, καλές και οι «φιέστες» που ενδεχομένως θα στηθούν από την κυβέρνηση, για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους προκειμένου να εορταστεί η «καθαρή έξοδος» στις αγορές. Αλλά υπάρχουν ακόμη ζητήματα. Και το σημαντικότερο είναι ότι η οικονομία δεν βγαίνει αλώβητη από την κρίση και τα μνημόνια. Δεν είναι μόνο οι «πληγές» που άφησε η παρατεταμένη ύφεση και οι οποίες θα πάρουν χρόνο να επουλωθούν.

Επιστροφή στην κανονικότητα

Είναι και οι διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, οι οποίες, παρά τα απανωτά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμη αποτελεσματικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα επιστρέψουμε από τη μία στιγμή στην άλλη σε μία φυσιολογική κατάσταση. Και μόνο το γεγονός ότι σε αντίθεση με την Ιρλανδία, την Κύπρο και την Πορτογαλία η Ελλάδα χρειάστηκε τρία μνημόνια θα πρέπει να μας προβληματίζει. Όπως σημειώνει σε σχετική ανάλυση και το Bloomberg η Ευρωζώνη και το ΔΝΤ βοήθησαν την Ελλάδα με τρία διαδοχικά προγράμματα οικονομικής στήριξης (το 2010, το 2012 και το 2015) συνολικού ύψους άνω των 300 δισ. ευρώ.

Τα συγκεκριμένα προγράμματα δεν αποδείχθηκαν αρκετά. Αυτό συνέβη σε έναν βαθμό επειδή τα δύο πρώτα προγράμματα υποτίμησαν την επίδραση που θα είχαν οι αυξήσεις φόρων και η μείωση δαπανών στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αλλά εν μέρει και επειδή οι ελληνικές κυβερνήσεις καθυστέρησαν τις προτεινόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα διευκόλυναν την προσέλκυση επενδύσεων, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας. Οι δανειστές πρόσφεραν ελάφρυνση χρέους με το δεύτερο πρόγραμμα το 20212 ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι, ωστόσο στο τέλος αυτή δεν αποδείχθηκε αρκετή.
Επιπλέον η οικονομία δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή. Σύμφωνα με το Bloomberg, μεταξύ 2008 και 2016 η ελληνική οικονομία έχασε το 28% του παραγόμενου προϊόντος της, μία από τις βαθύτερες υφέσεις στη σύγχρονη ιστορία. Τελευταία, ωστόσο, η οικονομία πηγαίνει καλύτερα. Το ΑΕΠ βρίσκεται σε πορεία αύξησης 1,9% για το 2018 σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι επενδυτές αρχίζουν να αποκτούν ξανά εμπιστοσύνη επιτρέποντας στην Αθήνα να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων, καθώς το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου έχει πέσει περίπου στο 4,5%. Ακόμη κι έτσι όμως οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν «θολές».

Θεαματική πρόοδος

Κι αυτό γιατί ουσιαστικά μόνο στο μέτωπο της δημοσιονομικής προσαρμογής υπήρξε όντως θεαματική πρόοδος. Με πολλούς «γύρους» σφιξίματος του ζωναριού, όπως επισημαίνει με νόημα το Bloomberg, η Ελλάδα βελτίωσε κατά πολύ την ισορροπία των δημοσιονομικών της μολονότι αυτό παρέτεινε την ύφεση. Το 2009 η χώρα εμφάνισε έλλειμμα 15,8% του ΑΕΠ, ενώ το 2017 πρωτογενές πλεόνασμα 4,2%, με συνολικό πλεόνασμα στο 0,8% του ΑΕΠ. Επίσης, υπό την πίεση πάντα των δανειστών, η Ελλάδα έκανε ορισμένη πρόοδο και στο ζήτημα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Συγκεκριμένα, αναδιοργάνωσε το εξαιρετικά αναποτελεσματικό φοροεισπρακτικό της σύστημα, ενώ έθεσε σε αναστολή τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που αύξαναν το εργασιακό κόστος και υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Υπάρχουν όμως ακόμη πολλά να γίνουν. Η Ελλάδα καλείται να ξεκαθαρίσει επιτέλους το ρυθμιστικό πλαίσιο και να το εφαρμόσει με μεγαλύτερη διαφάνεια, καθώς και να προχωρήσει σε περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς, ενώ θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να επιταχύνει τις νομικές – δικαστικές διαδικασίες που καθυστερούν τις επενδύσεις.

Και μην ξεχνάμε και την ανάγκη λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση των αυξημένων επιπέδων φτώχειας, καθώς και των κόκκινων δανείων που αποτελούν βαρίδι για τις τράπεζες. Ειδικά το δεύτερο θέμα, τα κόκκινα δάνεια, αποτελούν περίπου το 50% των assets τους, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από οποιασδήποτε άλλης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί τρεις φορές από την έναρξη της κρίσης χρέους και ένα stress test που διενεργήθηκε εντός του 2018 από πλευράς ΕΚΤ έδειξε ότι τα κεφάλαιά τους είναι πλέον επαρκή για μια μεσαίου βεληνεκούς κρίση. Ωστόσο, ο μεγάλος όγκος των προβληματικών δανείων δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της οικονομίας.

Τα «μπράβο» και οι… παραινέσεις των δανειστών

Προς το παρόν το μόνο που ακούμε είναι καλά λόγια για την ολοκλήρωση χωρίς σημαντικές εκκρεμότητες του τρίτου μνημονίου, αλλά και συστάσεις για συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Για παράδειγμα, στην έκθεση συμμόρφωσης της Κομισιόν για το κλείσιμο της 4ης αξιολόγησης αναγνωρίζεται ότι όλα τα προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης έχουν πραγματοποιηθεί. Έτσι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος.

Από εκεί και πέρα η Κομισιόν επισημαίνει ότι το πακέτο πρόσθετων μέτρων της περιόδου 2019-2020, που περιλαμβάνει περικοπή συντάξεων αξίας 1% του ΑΕΠ και μείωση στο αφορολόγητο το 2020 με καθαρό όφελος επίσης 1% του ΑΕΠ, θα εφαρμοστεί κανονικά. Συγκεκριμένα, στην έκθεση ότι τα μέτρα και τα αντίμετρα θα εφαρμοστούν τόσο το 2019, δηλαδή περικοπές συντάξεων και αντίμετρα όπως το επίδομα στέγης, όσο και το 2020. Σε ό,τι αφορά το βασικό μακροοικονομικό σενάριο έως το 2022, προβλέπεται ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας 1,9% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος, 2,3% για το 2019 και το 2020, 2,1% για το 2021 και 1,8% για το 2022. Επίσης προβλέπεται αποκλιμάκωση της ανεργίας από το 20,1% φέτος στο 18,4% του χρόνου και 14,9% το 2022.

Η Κομισιόν πάντως απευθύνει και σύσταση να μην υπάρξουν πισωγυρίσματα στις μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών. Αναλυτικότερα η έκθεση συμμόρφωσης αναφέρει ότι η Ελλάδα πρέπει να χτίσει πάνω στην πρόοδο που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια του προγράμματος του ESM και να ενισχύσει τα θεμέλια για μια βιώσιμη ανάκαμψη, κυρίως μέσω της συνέχισης και ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων που ξεκίνησαν στο πλαίσιο του προγράμματος και μέσω της διασφάλισης ότι θα προστατευθούν οι στόχοι των μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν. Επίσης, στην έκθεση υπάρχει και μία ακριβής περιγραφή της εποπτείας μετά το πρόγραμμα.

Η Ενισχυμένη Εποπτεία

Έτσι, η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι η Ενισχυμένη Εποπτεία, όπως ορίζεται στο Άρθρο 2 της Οδηγίας 472/2013 της Ε.Ε., μπορεί να προσφέρει ένα εύλογο και εύρωστο πλαίσιο που θα διασφαλίζει την ολοκλήρωση, τη συνέχεια και την παράδοση μεταρρυθμίσεων σε μια σειρά από τομείς που καλύπτει το πρόγραμμα του ESM. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται πλήρως ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν εύλογες οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές μακροπρόθεσμα, βασιζόμενες στις μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν κατά το πρόγραμμα του ESM. Έχουν παρουσιάσει μια περιεκτική Αναπτυξιακή Στρατηγική στο Eurogroup. H εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων θα στηριχτεί επιπρόσθετα και από «Το Σχέδιο Συνεργασίας και Στήριξης» που υπέγραψαν οι ελληνικές αρχές με τις Υπηρεσίες Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνεχή παροχή τεχνικής βοήθειας που θα στηρίξει την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων τα επόμενα χρόνια.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αν και πιο κάθετη σε ό,τι αφορά τις συστάσεις προς την Ελλάδα, κινείται και η ετήσια έκθεση του ESM. Ειδικότερα, η έκθεση αναφέρει ότι οι ελληνικές αρχές θέσπισαν πρόσθετα μέτρα για την περίοδο μετά το πρόγραμμα, στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης, προκειμένου να παράσχουν περαιτέρω διασφαλίσεις ότι θα επιτευχθεί ο μεσοπρόθεσμος στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ. Τα μέτρα αυτά συμπληρώνουν τα υφιστάμενα πακέτα μεταρρυθμίσεων, κυρίως με την προσαρμογή των συντάξεων στους νέους κανόνες από το 2019 και με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης από το 2020, εάν δεν έρθουν εμποσθοβαρώς.

Επιπλέον και υπό την προϋπόθεση της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου πρωτογενούς πλεονάσματος, την ανάπτυξη μπορούν να στηρίξουν μέτρα όπως οι φορολογικές μειώσεις, οι στοχοθετημένες δαπάνες για πολιτικές αγοράς εργασίας, οι επενδύσεις και οι κοινωνικές παροχές. Ο ESM τονίζει εξάλλου ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τις εναπομείνασες προκλήσεις πριν τη λήξη του προγράμματος για να μπορέσει να χτίσει πάνω στα επιτεύγματά της την εποχή μετά τη λήξη του προγράμματος. Δίνει μάλιστα έμφαση στην κατάσταση του τραπεζικού συστήματος. Έτσι, η έκθεση του ESM σημειώνει για τις ελληνικές τράπεζες ότι παρέμειναν πιεσμένες λόγω του πολύ υψηλού επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που ανέρχονταν στο 43,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2017.

Πιο φιλόδοξοι στόχοι

Αν και οι τράπεζες επιτυγχάνουν τους στόχους για τη μείωση του αποθέματος, ωστόσο πρέπει να ενισχύσουν τις προσπάθειες για την επίτευξη πιο φιλόδοξων στόχων τα επόμενα δύο χρόνια. Το 2017 η κυβέρνηση εισήγαγε σημαντική νομοθεσία για να βοηθήσει τις τράπεζες στη μείωση των NPLs στο 35,3% μέχρι το τέλος του 2019 μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού και της δημιουργίας ηλεκτρονικής πλατφόρμας δημοπρασιών για την πώληση περιουσιακών στοιχείων. Τα αρχικά αποτελέσματα, ωστόσο, είναι χαμηλότερα των προσδοκιών. Η μείωση των NPLs είναι βασικό στοιχείο των stress tests των εποπτικών αρχών που καθορίζουν αν οι τράπεζες έχουν επαρκή κεφάλαια για να απορροφήσουν απώλειες κάτω από διάφορα σενάρια.

Και μετά το μνημόνιο τι;

Παρά το θετικό πρόσημο σε πολλές πτυχές της οικονομίας σήμερα, υπάρχουν ισχυροί λόγοι για προβληματισμό τόσο για το διάστημα της επόμενης διετίας όσο και μακροπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του ΙΟΒΕ και ειδικά όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές, ανησυχία δημιουργεί το κατά πόσο η ελληνική οικονομία εξέρχεται από τα τρία διαδοχικά προγράμματα προσαρμογής έχοντας αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τη δομή της. Η υπερβολικά εσωστρεφής και εξαρτημένη από τον δημόσιο τομέα παραγωγή ήταν ακριβώς η πηγή της χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας που οδήγησε σταδιακά σε υπέρογκα δίδυμα ελλείμματα και τελικά σε αναντιστοιχία με τα εισοδήματα και αδυναμία χρηματοδότησης από τις αγορές.

Μεσοπρόθεσμες προκλήσεις

Όσο θετικά αντανακλαστικά λοιπόν και να ενεργοποιεί η προσδοκία εξόδου από τα προγράμματα ώστε να υπάρξει «επιστροφή στην κανονικότητα» άλλο τόσο θα είναι επικίνδυνο να μην έχουν αφομοιωθεί οι διδαχές από το παρελθόν. Αυτή η πορεία θα σηματοδοτεί συστηματική απόκλιση από την καρδιά της Ευρωζώνης και εγκυμονεί κινδύνους σε όλα τα επίπεδα. Αντιθέτως, η ελληνική οικονομία οφείλει να κινηθεί σε ένα μονοπάτι θεσμικών και δομικών μεταρρυθμίσεων και υπό αυτές τις συνθήκες οι ρυθμοί μεγέθυνσης μπορεί μεσοπρόθεσμα να είναι πολύ υψηλότεροι πλησίον του 2% ώστε να ενεργοποιηθεί έτσι και ένας ενάρετος κύκλος σύγκλισης με τις λοιπές οικονομίες της Ευρωζώνης.

Τι μένει να γίνει λοιπόν προκειμένου να επιστρέψουμε στην πολυπόθητη «κανονικότητα»; Μα τι άλλο από το να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά και έγκαιρα ορισμένες μεσοπρόθεσμες προκλήσεις προκειμένου να ενισχυθούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Οι προκλήσεις αυτές, όπως τις έχει επισημάνει η Τράπεζα της Ελλάδος, είναι μεταξύ άλλων, το μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών, η υψηλή μακροχρόνια ανεργία και η κατάρρευση των επενδύσεων. Για τον σκοπό αυτό η οικονομική πολιτική θα πρέπει να επικεντρωθεί στα εξής:
Στην πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχουν συμφωνηθεί και ειδικά αυτών που αφορούν το άνοιγμα των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, των κλειστών επαγγελμάτων και των δικτύων μεταφοράς ενέργειας, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας και διασφάλιση της ανεξαρτησίας των θεσμών καθώς αυτό αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Επιπλέον, υιοθέτηση ενός μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής που θα είναι φιλικότερο προς την ανάπτυξη. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και η υπερβολική εξάρτηση από τους φόρους αποτελούν αντικίνητρο για την εργασία και τις νέες επενδύσεις, ενώ ενθαρρύνουν τη στροφή των δραστηριοτήτων προς την παραοικονομία και παρέχουν κίνητρα για φοροδιαφυγή.  Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθεί το λεγόμενο «τρίγωνο της γνώσης», δηλαδή της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάχυση της τεχνολογίας και ενισχύουν την επιχειρηματικότητα. Είναι εξάλλου αναγκαίο να υποστηριχθούν οι μακροχρόνια άνεργοι χρησιμοποιώντας προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης και στοχευμένες κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Τα δάνεια: η κρίσιμη παράμετρος

Η αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι μία ακόμη κρίσιμη παράμετρος. Δεδομένου ότι η τραπεζική χρηματοδότηση παραδοσιακά αποτελεί βασική πηγή άντλησης κεφαλαίων για τις ελληνικές επιχειρήσεις (ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις), η αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και θα συμβάλει στη διατηρήσιμη ανάπτυξη μέσω της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων, οι οποίες υποχώρησαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο που θα συνεχίσουν να έχουν οι τράπεζες στην Ελλάδα, είναι επιτακτική ανάγκη να διευρυνθούν οι πηγές μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης.  Επίσης είναι αναγκαία μια πιο επιθετική πολιτική προσέλκυσης στρατηγικών ξένων άμεσων επενδύσεων. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμα πιο επιτακτική αν αναλογιστούμε ότι η εγχώρια αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα έχει μειωθεί σημαντικά στη διάρκεια της κρίσης, από 15,3% του ΑΕΠ το 2007 σε 3,8% τα πρώτα τρία τρίμηνα του 2017. Για να προσελκύσει η χώρα άμεσες ξένες επενδύσεις προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην άρση σημαντικών αντικινήτρων όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια και η αστάθεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών καθώς και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων.