Πατροκτονία, κοινωνία και προβληματισμοί

Γιατί τα παιδιά που ζουν υπό το κράτος της απειλής φοβούνται και διαταράσσεται η κανονική ψυχική τους ανάπτυξη.

Η εβδομάδα που μας πέρασε ξεκίνησε με ένα συνταρακτικό γεγονός, τη δολοφονία ενός 70χρονου από τον γιο του, 26 ετών. Δηλαδή την πατροκτονία που έβγαλε στην επιφάνεια λεπτομέρειες φρικιαστικές και ανατριχιαστικές στη σχέση του πατέρα με τα παιδιά του. Συγκεκριμένα, αυτός ο πατέρας φόβιζε, κακοποιούσε και βίαζε τα παιδιά του από νεαρή ηλικία. Το να φοβίζει ένας πατέρας τα παιδιά του σε νεαρές ηλικίες με σκοπό να τα καθηλώσει και να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις τους απέναντι στην επιβολή των ορέξεών του είχε σαν αποτέλεσμα αυτό που ο καθένας από εμάς μπορεί να φανταστεί. Τα παιδιά που ζουν αυτές τις απειλές φοβούνται. Αυτό και μόνο διαταράσσει την κανονική ψυχική τους ανάπτυξη, αλλοιώνει τις δυνατότητές τους για μια συγκροτημένη και υγιή προσωπικότητα, δημιουργεί μια εικόνα για τα γονεϊκά τους πρότυπα σαθρή, παρορμητική και πρωτόγονη, όπως και καθορίζει την περαιτέρω ανάπτυξή τους, σωματική και ψυχική, ως προβληματική και ανεπαρκή.

Συνεπώς, το γεγονός της πατροκτονίας έρχεται σαν αναπόφευκτη εκτόνωση μιας άκρως καταπιεστικής και βασανιστικής συμπεριφοράς που μας κάνει να πιστεύουμε ότι με αυτό τον τρόπο λύθηκε το πρόβλημα (αρρωστημένη κατάσταση). Εξάλλου, η πληροφορία από μέρους της ετεροθαλούς αδερφής του ότι είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά ήταν σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης καθοριστική. Έτσι είναι τα γεγονότα όπως περιγράφονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και έφθασαν στα αυτιά του κόσμου. Επιπλέον παρατηρήσαμε τον τρόπο που η κοινωνία αντέδρασε απέναντι στην πράξη του πατροκτόνου, εκδηλώνοντας «συμπάθεια» στο πρόσωπο του δράστη με χειροκροτήματα, ενθαρρυντικές χειρονομίες και φωνές κατά την προσέλευσή του στον ανακριτή σαν να ήθελαν να εκφράσουν τη συναίνεσή τους σε αυτό που έκανε.

Είμαστε, λοιπόν, θεατές σε μια αντίδραση μαζική, κοινωνική, η οποία φαίνεται να έχει κρίνει και αποφασίσει πως ο πατροκτόνος είχε κάθε δίκιο για αυτό που έκανε. Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε παρατηρήσει πως η κοινωνία παίρνει γρήγορες μεν αλλά όχι πάντα δίκαιες αποφάσεις. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει για τις συλλογικές αντιδράσεις και συμπεριφορές, η κοινωνία δεν λειτουργεί ώριμα αλλά παρορμητικά (Gustave Le Bon, «Η ψυχολογία των μαζών»).

Αυτό το συνταρακτικό γεγονός που κυριαρχεί από την αρχή της εβδομάδας είναι δύο ξεχωριστές καταστάσεις:

α) Η κατάσταση που αφορά την αντίδραση του κακοποιημένου, βασανισμένου και ταλαιπωρημένου 26χρονου που δολοφονεί τον πατέρα του και

β) Η αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε αυτή τη δολοφονία. Εμείς τι κατανοούμε; Και τι μπορούμε να αποφασίσουμε βασισμένοι σε αυτά που ξέρουμε για το γεγονός; Ή θα συμφωνήσουμε με εκείνους που βλέπουν με «συμπάθεια» την πράξη του 26χρονου οπότε η λύση έρχεται από μόνη της, δηλαδή συμπαθούμε, αθωώνουμε και απαλλάσσουμε από κάθε ευθύνη τον δράστη και συμμεριζόμαστε την άποψη των πολλών. ’Η καταδικάζουμε την πράξη, όπου για να συμβεί αυτό πρέπει να ζυγίσουμε από τη μία πλευρά την κακοποίηση και τον βασανισμό του πατέρα προς τα παιδιά, και από την άλλη ως αντίβαρο τη δολοφονία του πατέρα από τον γιο του καταλήγοντας πως η πράξη του γιου ήταν χειρότερη από του πατέρα. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, ο «θεατής» ίσως να μην αντέχει μια τέτοια απόφαση. Συνεπώς θα νιώσει ότι, ξεφεύγοντας από τη συλλογική συνείδηση, οδηγείται σε σύγκρουση με την κοινωνία που θα τον φέρει σε ρήξη και περιθωριοποίηση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η σκέψη μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι θέλουμε να τα έχουμε καλά με όλους, παρά με τον εαυτό μας, γιατί αυτό το νιώθουμε ως λιγότερο επικίνδυνο για εμάς. Ο CarlJung, όταν μίλησε για συλλογικό ασυνείδητο, εννοούσε ότι γεγονότα, όπως πόλεμος, καταστροφές, αρρώστιες ήκαι εξεγέρσεις, καταγράφονται συναισθηματικά και διανοητικά στο είναι μας και καθορίζουν εμάς και τις επόμενες γενιές. Ο σύγχρονος άνθρωπος αυτό που συνειδητοποιεί στον χώρο που αναπτύσσεται και δημιουργεί είναι ότι δεν μπορεί να αγνοεί τη γνώμη των άλλων, με αποτέλεσμα να μην έχει ανεξάρτητη και αυτόνομη άποψη. Είναι μύθος ή πραγματικότητα η ανεξάρτητη, αυτόνομη και θαρραλέα άποψη ενός σκεπτόμενου ανθρώπου;

Αυτή η περιγραφή και τοποθέτησή μου επί του συνταρακτικού αυτού γεγονότος σε τι μπορεί να μας χρησιμέψει; Στη συνειδητοποίηση πως είναι πολύ δύσκολο να έχεις άποψη δική σου και να την εκφράζεις γιατί «κινδυνεύεις» από την αντίδραση του πλήθους, αντίδραση που μπορεί να είναι και λιντσάρισμα (δηλαδή καταδικαστική). Γίνεσαι λοιπόν ήρωας ή συμβιβάζεσαι; Προφανώς ισχύουν όλα τα παραπάνω, όμως το τι τοποθέτηση θα κάνει ο καθένας από εμάς ως μονάδα ή μαζί με άλλους ως μία μάζα είναι θέμα τελικά ατομικό – προσωπικό του καθενός. Οπότε δεν κινδυνεύουμε από κανέναν, μιας και κρατάμε την άποψή μας για τον εαυτό μας. Έρχομαι και κάνω την τοποθέτησή μου για να βοηθήσω τον αναγνώστη να προβληματιστεί έτσι ώστε να έχει άποψη και να νιώσει ότι μπορεί αν θέλει να την εκθέσει. Με απλά λόγια, το μήνυμά μου είναι πως δεν χρειάζεται κανείς να είναι ήρωας για να διατυπώσει μια άποψη, αλλά να είναι θαρραλέος διατυπώνοντάς την για προβληματισμό των υπολοίπων. Εξάλλου γνωρίζουμε όλοι πως η δικαιοσύνη έχει τον τελευταίο λόγο. Συμπέρασμα, δεν είμαστε δικαστές αλλά «θεατές» που συνειδητοποιούν (έχουν δηλαδή καλή επαφή με την πραγματικότητα). Έτσι λοιπόν η εβδομάδα ξεκίνησε με γεγονότα συνταρακτικά, άξια να μας προβληματίσουν, με ένα ζήτημα που μας δίνει τη δυνατότητα να αξιολογήσουμε καταστάσεις, γεγονότα και τον εαυτό μας.

Γράφει ο Δημήτρης Μπούκουρας, κλινικός ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής